Κυρ 9 Απρ 2017 06:57:29 μμ

Δικαιοσύνη για όλους

Δικηγορικό Γραφείο Γιώργου Κ. Παναγόπουλου και Ιουλίας Γ. Εξαρχάκου

Δικηγορικό Γραφείο Γιώργου Κ. Παναγόπουλου και Ιουλίας Γ. Εξαρχάκου

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...

ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ

Με τη με αριθμό 34100/99 (Φ.Ε.Κ. 2131 Β΄/99) απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε μετά  τη με αριθμό 2701/16.11.99 απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. και σε εφαρμογή των όσων προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 20 &...

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...

Μετάδοση σε τηλεοπτική εκπομπή στιγμιοτύπων ληφθέντων με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας»

Απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως εταιρίας που εκμεταλλεύεται ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό εθνικής εμβέλειας κατά αποφάσεως του Ε.Σ.Ρ., με την οποία επιβλήθηκαν στο σταθμό, λόγω μεταδόσεως κατά τη διάρκεια δύο εκπομπών στιγμιοτύπων που είχαν ληφθεί με τη μέθ...

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...

Νομικά Άρθρα και Θέματα
Νομικά Άρθρα και Θέματα

Νομικά Άρθρα και Θέματα (2)

Monday, 24 January 2011 19:55

Οικογενειακό Επίδομα

Γραφει ο/η Administrator

Tο Σύνταγμα στο άρθρο 4 παρ. 1 ορίζει ότι «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου» και στο άρθρο 21 παρ. 1 ότι «η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους». Εξάλλου, ο ν. 1505/1984 «Αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις» (ΦΕΚ 194), στις διατάξεις του οποίου υπάγονται, μεταξύ άλλων, οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί της δημοτικής και μέσης εκπαιδεύσεως (άρθρο 1) και το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό των γραμματειών των δικαστηρίων (άρθρο 22 παρ. 1), ορίζει στο άρθρο 8 ότι: «Πέραν του κατά το προηγούμενο άρθρο μηνιαίου βασικού μισθού παρέχονται και τα επιδόματα χρόνου υπηρεσίας, εξομάλυνσης διαφορών μισθολογίου, οικογενειακών βαρών, μεταπτυχιακών σπουδών, εορτών Χριστουγέννων, εορτών Πάσχα, άδειας, ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας, όπως ορίζεται στα επόμενα άρθρα». Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ως άνω νόμου και υπό τον τίτλο «Επίδομα οικογενειακών βαρών» ορίζεται, στη μεν παράγραφο 1, όπως αυτή έχει αντικατασταθεί από την παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 1810/1988 (ΦΕΚ 223), ότι «το οικογενειακό επίδομα ορίζεται για όλους τους υπαλλήλους, σε ποσοστό επί του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου 20 ως εξής: α) Έγγαμος χωρίς παιδιά 10%. β) Για κάθε παιδί το επίδομα αυτό προσαυξάνεται: αα. για τα δύο πρώτα 5% για το καθένα ...», στη δε παράγραφο 6, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί από το εδάφιο γ΄ της παρ. 11 του άρθρου 52 του ν. 1591/1986 (ΦΕΚ 50), ότι: «Στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., ή συνταξιούχοι των υπηρεσιών αυτών, ο καθένας θα παίρνει το μισό από το προβλεπόμενο, κατά περίπτωση, επίδομα στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού. Αν ο ένας από τους συζύγους είναι υπάλληλος ή συνταξιούχος των υπηρεσιών του προηγούμενου εδαφίου και ο άλλος υπάλληλος ή συνταξιούχος: α) του υπόλοιπου δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετήθηκε με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 1 του Νόμου 1256/1982 (ΦΕΚ 65), β) των ΝΠΙΔ που δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του Δημόσιου Τομέα της προηγούμενης περίπτωσης πλην όμως λειτουργούν με μορφή οργανισμού κοινής ωφέλειας ή Κρατικής επιχείρησης, γ) των ιδιωτικών τραπεζών εν γένει και δ) είναι δικαιούχος επιδόματος οικογενειακών βαρών από τον Διανεμητικό Λογαριασμό Οικογενειακών Επιδομάτων Μισθωτών (ΔΛΟΕΜ) του ΟΑΕΔ, ως υπάλληλος ή συνταξιούχος οποιασδήποτε από τις παραπάνω υπηρεσίες, τότε το επίδομα οικογενειακών βαρών καταβάλλεται στον έναν απ’ αυτούς, κατ’ επιλογή τους».

4. Επειδή, το Συμβούλιο της Επικρατείας, αποφαινόμενο κατ’ αναίρεση επί διαφοράς που αφορούσε αγωγή δικαστικού υπαλλήλου περί καταβολής σε αυτόν οικογενειακού επιδόματος κατά το χρονικό διάστημα από 1ης.1.1991 μέχρι 30.6.1993,  το οποίο δεν ελάμβανε για το λόγο ότι το επίδομα αυτό το ελάμβανε η σύζυγός του ως υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, έκρινε κατά πλειοψηφία με την παραπεμπτική του απόφαση, αντίθετα με τη μέχρι τότε νομολογία του κατά την οποία το επίδομα αυτό είναι γνήσιο οικογενειακό επίδομα, ότι «το προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 1505/1984 επίδομα οικογενειακών βαρών αποτελεί προσαύξηση των αποδοχών των υπαγομένων στις διατάξεις του νόμου αυτού υπαλλήλων που καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των οικογενειακών βαρών. Η ευμενέστερη αυτή μισθολογική μεταχείριση των εγγάμων υπαλλήλων είναι επιτρεπτή συνταγματικά, λόγω της προβλεπομένης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας του γάμου και της οικογένειας, στο πλαίσιο της οποίας ο κοινός νομοθέτης εξουσιοδοτείται, μεταξύ άλλων, να θεσπίσει πρόσφορες οικονομικές ενισχύσεις για τους εργαζομένους που συνάπτουν γάμο και δημιουργούν οικογένεια. Η καθιέρωση όμως διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση, βάσει ειδικών προϋποθέσεων που δεν συνδέονται με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία αλλά με την παροχή ή όχι εργασίας και το καθεστώς εργασίας του συζύγου του υπαλλήλου στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, είναι αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Περαιτέρω οι διακρίσεις αυτές αντιστρατεύονται και τους στόχους του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο αντιλαμβάνεται ως ισότιμη τη συμμετοχή των εργαζομένων συζύγων στη δημιουργία της οικογένειας. Κατά συνέπεια, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 11 παρ. 6 του ν. 1505/1984, η οποία απαγορεύει τη διπλή καταβολή του οικογενειακού επιδόματος σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του δημοσίου ή νπδδ ή ΟΤΑ ή όταν ο ένας από αυτούς είναι υπάλληλος των υπηρεσιών αυτών και ο άλλος υπάλληλος του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή μέρους του ιδιωτικού, αντίκειται στις πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις και συνεπώς είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα. Κατόπιν αυτού, ισχύει εν προκειμένω και είναι άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν. 1505/1984, κατά τον οποίο οι έγγαμοι υπάλληλοι λαμβάνουν αδιακρίτως οικογενειακό επίδομα, προσαυξανόμενο ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, χωρίς τις διακρίσεις στις οποίες προβαίνει η κεινόμενη ως αντισυνταγματική, κατά τα εκτεθέντα παράγραφος».   Εξάλλου η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποφαινόμενη κατ’ αναίρεση επί διαφοράς που αφορούσε ένσταση συνταξιούχου του ΙΚΑ, ως υπαλλήλου του Ταμείου Ασφάλισης Εργατοτεχνιτών και Υπαλλήλων Δέρματος (ΤΑΥΕΥΔ) κατά εγγράφου Δ/ντή του ΙΚΑ, με το οποίο της γνωστοποιήθηκε ότι δεν δικαιούται με τη σύνταξή της οικογ. επίδομα γάμου και τέκνων, καθόσον το επίδομα αυτό το ελάμβανε ο σύζυγός της, ως Δικηγόρος του Δημοσίου, έκρινε με την 805/1997 απόφαση, κατ’ επίκληση διατάξεων (άρθρ. 4 παρ. 5) του ν. 1414/1984 που αφορά παροχή εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου καθώς και του άρθρου 11 παρ. 6 του ν. 1505/1984, ως εξής «...σε αντίθεση με τον ν. 1414/1984, ο οποίος θεσμοθέτησε το επίδομα γάμου και τέκνων, που χορηγεί και στους δύο απασχολουμένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου συζύγους, ως προσαύξηση του μισθού τους, ο ν. 1505/1984 παρέχει το οικογενειακό επίδομα στους δημόσιους υπαλλήλους όχι ως προσαύξηση του μισθού, αλλά ως γνήσιο επίδομα οικογενειακών βαρών, προς κάλυψη της ειδικής και συγκεκριμένης ανάγκης που προκύπτει από την ύπαρξη οικογένειας, για το λόγο δε αυτό το χορηγεί μία φορά μόνον, είτε και στους δύο συζύγους από μισό, είτε μόνο στον έναν, κατά ελεύθερη, κατόπιν συμφωνίας τους, επιλογή και ανεξαρτήτως φύλου, έτσι ώστε να μην ανακύπτει ζήτημα ούτε από το άρθρο 119 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για την ισότητα αμοιβής για όμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, αφού, κατά τρόπο προφανή, δεν πρόκειται για οιαδήποτε άμεση ή έμμεση διάκριση μεταξύ τους...».

5. Επειδή, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου11 του ν. 1505/1984, το οικογενειακό επίδομα που προβλέπουν οι διατάξεις αυτές παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους του Δημοσίου και των λοιπών νομικών προσώπων που μνημονεύονται στη διάταξη αυτή λόγω της εργασίας τους ως μέρος της αντιπαροχής για την προσφερόμενη εργασία τους και αποτελεί προσαύξηση του λαμβανόμενου μισθού τους για την αντιμετώπιση των πρόσθετων οικογενειακών βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας. Η ευμενέστερη αυτή μισθολογική μεταχείριση των έγγαμων υπαλλήλων είναι επιτρεπτή συνταγματικά λόγω της προβλεπόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας του γάμου, της οικογένειας, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας, στο πλαίσιο της οποίας ο κοινός νομοθέτης εξουσιοδοτείται, μεταξύ άλλων, να θεσπίσει πρόσθετη αμοιβή για τους εργαζόμενους που συνάπτουν γάμο και δημιουργούν οικογένεια. Η καθιέρωση όμως διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση, βάσει ειδικών προϋποθέσεων που δεν συνδέονται με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία αλλά είτε με την παροχή ή όχι εργασίας του συζύγου του υπαλλήλου είτε με το καθεστώς εργασίας του τελευταίου αυτού στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, όπως είναι η στέρηση με τη διάταξη αυτή (άρθρο 11 παρ. 6 ν. 1505/1984) της απόληψης στο ακέραιο του οικογενειακού επιδόματος από υπάλληλο του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων της διάταξης αυτής, με κριτήριο το τυχαίο γεγονός ότι ο υπάλληλος αυτός έχει σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων της διάταξης αυτής, ενώ, αντίθετα συνάδελφοί τους που οι σύζυγοί τους δεν εργάζονται ή εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα πλην των ιδιωτικών νομικών προσώπων της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 6 του ν. 1505/1984, το δικαιούνται στο ακέραιο, είναι αντίθετη με τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Περαιτέρω οι διακρίσεις αυτές αντιστρατεύονται και τους στόχους του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο αντιλαμβάνεται ως ισότιμη τη συμμετοχή των εργαζόμενων συζύγων στη δημιουργία της οικογένειας. Κατά συνέπεια, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 11 παρ. 6 του ν. 1505/1984, η οποία απαγορεύει τη διπλή καταβολή οικογενειακού επιδόματος σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του δημοσίου ή νπδδ ή ΟΤΑ ή όταν ο ένας από αυτούς είναι υπάλληλος των υπηρεσιών αυτών και ο άλλος υπάλληλος του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή μέρους του ιδιωτικού, αντίκειται στις πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις και, συνεπώς, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα. Κατόπιν αυτού, ισχύει εν προκειμένω και είναι άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ν. 1505/1984, κατά τον οποίο οι έγγαμοι υπάλληλοι λαμβάνουν ολόκληρο το οικογενειακό επίδομα, προσαυξανόμενο ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, χωρίς τις διακρίσεις στις οποίες προβαίνει η κρινόμενη ως αντισυνταγματική, κατά τα εκτεθέντα, παράγραφος». Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας .................ο νόμος παρέχει το επίδομα αυτό όχι ως προσαύξηση μισθού, αλλά ως γνήσιο οικογενειακό επίδομα. Για το λόγο αυτό, το εν λόγω επίδομα χορηγείται άπαξ ανά οικογένεια, είτε στον ένα μόνο σύζυγο υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, είτε και στους δύο συζύγους από μισό, όταν και οι δύο σύζυγοι υπηρετούν ως υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, είτε μόνο στον ένα, ανεξαρτήτως φύλου, κατ’ ελεύθερη μεταξύ τους επιλογή, όταν ο ένας από τους δύο συζύγους είναι υπάλληλος του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ και ο άλλος υπάλληλος των λοιπών νομικών προσώπων που μνημονεύει ο νόμος.

6. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο αίρει την αμφισβήτηση που ανέκυψε μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως προς την συνταγματικότητα των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρου 11 του ν. 1505/1984 και αποφαίνεται ότι οι διατάξεις αυτές αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος και είναι ως εκ τούτου ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες. Κατόπιν αυτού ισχύει εν προκειμένω και είναι άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 1505/1984 κατά τον οποίο οι έγγαμοι υπάλληλοι λαμβάνουν ολόκληρο το οικογενειακό επίδομα, προσαυξανόμενο ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, χωρίς τις διακρίσεις στις οποίες προβαίνει η κρινόμενη ως αντισυνταγματική παράγραφος 6 του ίδιου άρθρου. Δια ταύτα Αίρει την επίδικη αμφισβήτηση και αποφαίνεται, κατά το σκεπτικό, ότι η παράγραφος 6 του άρθρου 11 του ν. 1505/1984 αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος και είναι ανίσχυρη, έχει δε ως εκ τούτου, άμεση εφαρμογή εν προκειμένω ο γενικός κανόνας της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ίδιου νόμου κατά τον οποίο οι έγγαμοι υπάλληλοι λαμβάνουν αδιακρίτως ολόκληρο το οικογενειακό επίδομα.»

Monday, 24 January 2011 19:54

ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ

Γραφει ο/η Administrator

Με τη με αριθμό 34100/99 (Φ.Ε.Κ. 2131 Β΄/99) απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε μετά  τη με αριθμό 2701/16.11.99 απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. και σε εφαρμογή των όσων προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 20 & 1 και 15 του ν. 2639/98 για την «ρύθμιση εργασιακών σχέσεων κ.α.» καταρτίστηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολείων, 2.700 ανέργων, αποφοίτων Λυκείου, ηλικίας 25-64 ετών (προοίμιο και άρθρο 3 Υ.Α), συνολικής διάρκειας, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 και 10 της άνω Υ.Α., είκοσι τεσσάρων μηνών, διαιρούμενο σε δύο φάσεις, της πρώτης, διάρκειας έντεκα μηνών από τους οποίους ο ένας μπορούσε να αφορά θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και οι υπόλοιποι αφορούσαν την τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, με το ποσό των 8.650 δις δραχμών, θα γινόταν από τον Ο.Α.Ε.Δ. και της δεύτερης φάσης διάρκειας δέκα τριών μηνών με αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος, με το ποσό 8.650 δις δραχμών, θα γινόταν από το Υ. Π. Ε. Σ. Δ. Δ. Α. Στην ανωτέρω Υ.Α. ορίστηκαν μεταξύ άλλων : α) ότι το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί με τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, του Ο.Α.Ε.Δ., της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.) και της Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ.Α.Α.), οι οποίοι θα συμβληθούν με προγραμματική σύμβαση, αντικείμενο της οποίας θα αποτελεί η συνεργασία τους, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την υλοποίηση προγράμματος αφενός για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων και κοινοχρήστων χώρων στους Ο.Τ.Α., στην αρμοδιότητα των οποίων ανήκει η φύλαξη των σχολικών κτιρίων και αφετέρου για την επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος, όπως αυτού της φύλαξης  των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών – βλ. άρθρο 5,  β) ότι το έργο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους Ο.Τ.Α. και επιλογή των Ο.Τ.Α. που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των Ο.Τ.Α. που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα – βλ. άρθρο 6,  γ) ότι ο συντονισμός όλων των ενεργειών που απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού του προγράμματος ανατίθεται στην επιτροπή παρακολούθησης που θα αποτελείται από έναν εκπρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά αναφερομένων εμπλεκομένων φορέων (Υπουργείων, Ο.Α.Ε.Δ. ,  Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.,   Ε.Ε.Τ.Α.Α.) η οποία θα αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, τη διαδικασία που θα ακολουθεί για την επιλογή και για κάθε αναγκαία ενέργεια η οποία κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και θα συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και καλής εκτέλεσης αυτού και  δ)  οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα κάθε ενός εκ των επτά συνεργαζομένων φορέων (Υπουργείων, Ο.Α.Ε.Δ.,  Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.,  Ε.Ε.Τ.Α.Α.) για την υλοποίηση του έργου, μεταξύ των οποίων και τα καθήκοντα της Ε.Ε.Τ.Α.Α., στα οποία περιλαμβάνονται, εκτός από την οικονομική διαχείριση του προγράμματος, η εκπαίδευση των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση της ενέργειας, η δημιουργία και  εφαρμογή πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και την έγκαιρη λήψη διορθωτικών αποφάσεων, η παροχή τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου, παραγωγή υλικού με πλήρη περιγραφή υποχρεώσεων των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα, παρακολούθηση των υποχρεώσεων των φυλάκων, διοργάνωση ενημερωτικών συζητήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος και παράδοση τελικής έκθεσης αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης, με την ολοκλήρωση του έργου – βλ. άρθρο 7ζ, αλλά και τα καθήκοντα του Ο.Α.Ε.Δ. μεταξύ των οποίων και η υποστήριξη για τον σχεδιασμό του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας για τη φύλαξη των σχολικών κτιρίων – βλ. άρθρο 7ε. Οι επτά φορείς συμβλήθηκαν κατά το άρθρο 25 ν.2738/99, καταρτίζοντας προγραμματικές συμβάσεις, όπου στα άρθρα 1 & 2 περ. β΄ και γ΄ αυτών αναφέρθηκε ότι το έργο περιλαμβάνει το σχεδιασμό και τη διοργάνωση ενός προγράμματος πληροφόρησης και ενημέρωσης σε θέματα που αφορούν τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις στο χώρο που θα τοποθετηθούν οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των Ο.Τ.Α. που θα ενταχθούν στο εν λόγω πρόγραμμα. Με τις προγραμματικές συμβάσεις επίσης, καθορίστηκαν και οι αρμοδιότητες κάθε φορέα, όπως αυτές προβλέφθηκαν στην Υ. Α. Ακολούθως, οι ίδιοι ως άνω φορείς εκπόνησαν κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος στο οποίο, μεταξύ άλλων όρισαν: α) ότι στο πλαίσιο των προγραμματικών συμβάσεων τα συμβαλλόμενα μέρη συγκρότησαν επιτροπή παρακολούθησης του προγράμματος η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήματος (Ο.Α.Ε.Δ.,  Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.,  Ε.Ε.Τ.Α.Α.) και ότι η επιτροπή παρακολούθησης του Προγράμματος έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση του έργου, καθώς και για τη λήψη αποφάσεων, εντός των ορίων που ορίζονται από τις προγραμματικές συμβάσεις, για την εύρυθμη και άρτια υλοποίησή του και την επίλυση τυχόν προβλημάτων που ανακύπτουν από αυτή (άρθρο 31 κανονιστικού πλαισίου),  β) αναλυτικώς τα καθήκοντα και τις εν γένει υποχρεώσεις των απασχολουμένων στο πρόγραμμα (άρθρο 311 κανονιστικού πλαισίου) και γ) ότι τα σχολεία που θα επιλέξουν οι δικαιούχοι Ο.Τ.Α. πρέπει να είναι Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και ότι η φύλαξη των σχολείων θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση σε τρεις βάρδιες και Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα ότι η α΄ βάρδια θα διαρκεί από τις 07:00-15:00, η β΄ βάρδια από τις 15:00-23:00 και η γ΄ βάρδια από τις 23:00 έως τις 07:00 και ότι κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο, στο οποίο έχει τοποθετηθεί, σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο Ο.Τ.Α. Προβλέφθηκε επίσης, όπως και στην ως άνω Υ.Α το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων που θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολή της για είκοσι δύο ημέρες το μήνα (βλ. άρθρο 1 &3.7 και άρθρο 4 κανονιστικού πλαισίου). Κατόπιν τούτων, αφού επιλέχθηκαν οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους περιλαμβανόμεθα και εμείς με απόφαση της Επιτροπής Επιλογής, στο πλαίσιο του άρθρου 5 των προγραμματικών συμβάσεων, οι δικαιούχοι Ο. Τ. Α., συνεβλήθησαν με την Ε.Ε.Τ.Α.Α και αναλάβαμε την υποχρέωση να παρακολουθήσουμε μια επιμορφωτική συνάντηση για ζητήματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουμε εργασιακή εμπειρία απασχολούμενοι σε βάρδιες, ως φύλακες οκτώ ώρες την ημέρα και για είκοσι δύο ημέρες το μήνα, που μπορεί να εμπίπτουν σε αργίες και Σαββατοκύριακα. Με τις ίδιες συμβάσεις, οι Δήμοι ανέλαβαν την υποχρέωση 1) Να προβούν στην επιλογή σχολικών κτιρίων στο πλαίσιο του Προγράμματος και να ενημερώσουν εγγράφως την Ε.Ε.Τ.Α.Α. και να κατανείμει τους ασκούμενους σε αυτά σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει το πρόγραμμα.  2) Να προμηθευτούν τον αναγκαίο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του Προγράμματος και να τον διαθέσει στους φύλακες.  3) Να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου να διανεμηθεί στους «ασκούμενους» το εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό υλικό των ενεργειών ευαισθητοποίησης και επιμόρφωσης που θα αποσταλεί από την Ε.Ε.Τ.Α.Α. 4) Να επιμεληθούν της οργάνωσης και του συντονισμού της προβλεπόμενης επιμορφωτικής συνάντησης για τους ασκούμενους, στο πλαίσιο των προδιαγραφών της Ε.Ε.Τ.Α.Α. και με τη συνεργασία της.  5) Να αναπτύξουν και να εφαρμόσει ενέργειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εμπλεκομένων φορέων και των κοινωνικών ομάδων που ωφελούνται από το πρόγραμμα, το δε πρόγραμμα δράσης των συγκεκριμένων ενεργειών θα πρέπει να κοινοποιηθεί στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. πριν την έναρξη εφαρμογής του  6) Να διενεργούν τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώνεται η παρουσία των ασκούμενων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούνται οι βάρδιες στο πλαίσιο του προγράμματος.  7) Να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού του Συμβουλίου και ένα στέλεχος αυτού, οι οποίοι θα επιφορτιστούν ειδικότερα με την ευθύνη εφαρμογής και παρακολούθησης του προγράμματος, για λογαριασμό τους και συγκεκριμένα το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου, να αποτελεί τον εκπρόσωπο του Δήμου στο Πρόγραμμα και να έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση της εφαρμογής του στα διοικητικά όρια αυτού και της σχετικής ενημέρωσης του Δήμου, να είναι υπεύθυνο για τα ακόλουθα: να συντονίσει, να παρακολουθήσει και να υποστηρίξει οργανωτικά το πρόγραμμα, σύμφωνα με τις υποδείξεις της Ε.Ε.Τ.Α.Α. να συντονίσει, οργανώσει και υλοποιήσει τις προβλεπόμενες επιμορφωτικές συναντήσεις για τους «ασκούμενους», στο πλαίσιο των προδιαγραφών της Ε.Ε.Τ.Α.Α. και με τη συνεργασία της, να κατανείμει στα φυλασσόμενα σχολικά κτίρια και να διανείμει στους «ασκούμενους» φύλακες τον απαραίτητο εξοπλισμό, να αποστείλει στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. εντός μίας εβδομάδας από την ολοκλήρωση της επιμορφωτικής συνάντησης πίνακα με τα στοιχεία των «ασκουμένων», να αποστείλει στην Ε.Ε.Τ.Α.Α. δίμηνο προγραμματισμό σχετικά με τις βάρδιες που θα ακολουθήσει ανά σχολικό κτίριο, όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των φυλάκων και οι βάρδιες τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν, να συγκεντρώνει καθημερινά τα ημερήσια δελτία συμβάντων-παρουσιών που θα συμπληρώνουν οι ασκούμενοι και να τα φυλάσσει ώστε να είναι διαθέσιμα στον φορέα υλοποίησης του προγράμματος, να συμπληρώνει μηνιαίο δελτίο παρουσίας ασκουμένων το οποίο θα αποστέλλει εντός πέντε ημερών από τη λήξη κάθε διμήνου, μαζί με τα δελτία συμβάντων –παρουσιών στο αρμόδιο στέλεχος της Ε.Ε.Τ.Α.Α., να έχει τακτική επικοινωνία με τους Διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του προγράμματος και την επισήμανση περιστατικών που έχουν σχέση με την συμπεριφορά των ασκουμένων και να έχει συνεχή επικοινωνία και συνεργασία με τους ασκούμενους προκειμένου να επιλύονται τυχόν προβλήματα που προκύπτουν κατά την εφαρμογή του προγράμματος. Παρότι δε εργοδότες μας ήταν από κοινού ως ΣΥΝ-ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΚΤΗΣΑΝΤΑ, όλα τα νομικά πρόσωπα που συνεβλήθησαν στην άνω πολυμερή δικαιοπραξία και έλαβε την ονομασία «ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ», κατά το αρχικό στάδιο της συμβατικής μας σχέσης με τους εναγόμενους μας προσεφέρθη προς υπογραφή κείμενο φέρον την ονομασία ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ», το περιεχόμενο του οποίου περιελάμβανε τους αναφερόμενους σ’ αυτό όρους.

Έτσι ως εργοδότης μας εμφαίνετο η ΕΕΤΑΑ αυτή μας κατέβαλε το μηνιαίο μισθό μας και μας ασφάλιζε στο ΙΚΑ ( μόνο για τον κλάδο υγείας μου και ουχί για τον κλάδο σύνταξης).

Σύμφωνα με τα ανωτέρω κείμενα «ιδιωτικού συμφωνητικού» σε υλοποίηση αυτής της «προγραμματικής  συμφωνίας» προσελήφθημεν άπαντες από κοινού από τους εναγομένους, ο καθένας από εμάς με αλληλοδιάδοχες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εργαστήκαμε ως σχολικοί φύλακες καθ’ όλη τη διάρκεια των ετών 2004, 2005, 2006 σε σχολικές Μονάδες εντός των τοπικών ορίων του Δήμου ………..

Καθ΄ όλο το χρονικό διάστημα απασχόλησής μας στους φορείς του προγράμματος, εμείς απασχολούμεθα σε καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας σε οκτάωρη ημερήσια βάση, σε σύστημα βαρδιών και ειδικότερα α΄ βάρδια  διαρκούσε από τις 07:00-15:00, η β΄ βάρδια από τις 15:00-23:00 και η γ΄ βάρδια από τις 23:00 έως τις 07:00.Απασχολούμασταν δηλαδή για κάθε απογευματινή βάρδια που εκτελούσαμε μια (1) ώρα νυκτερινή εργασία και για κάθε βραδινή βάρδια που εκτελούσαμε εργαζόμασταν 7 ώρες νύκτα. Επίσης απασχολούμεθα καθ΄ ήμερα Κυριακή αργία ή εξαιρετέα, διότι ναι μεν τα σχολεία δεν λειτουργούσαν τις άνω ημέρες και ώρες, όμως εμείς, όμως εμείς εργαζόμασταν, διότι αυτά δεν ήταν δυνατόν να μείνουν αφύλακτα. Όμως παρά το γεγονός ότι εμείς εργαζόμασταν τόσο κατά τη διάρκεια Κυριακών αργιών και εξαιρετέων ημερών αλλά και σε νυκτερινή βάση, δεν μας καταβάλλονταν οι εκ του νόμου προβλεπόμενες προσαυξήσεις για την άνω πρόσθετη εργασία μας. Επίσης δεν μας καταβαλλόταν καμία αμοιβή για Δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και για επίδομα αδείας των ετών 2004, 2005 και 2006. Συγκεκριμένα εργαστήκαμε κατά τα έτη 2004, 2005 και 2006 τις κάτωθι νυκτερινές ώρες καθώς και Κυριακές και αργίες, όπως αυτές εμφανίζονται στους αντίστοιχους πίνακες κάθε έτους

Οι αντίδικοι επικαλούντο μάλιστα ως δικαιολογία για την άνω παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά τους ότι δήθεν εμείς συνδεόμεθα με τους συμβαλλομένους φορείς του προγράμματος και εργοδότες μας δια συμβάσεων μαθητείας και όχι δια συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, ώστε με βάση την κείμενη νομοθεσία να μην δικαιούμεθα  καμμίας τέτοιας αμοιβής. Αυτό όμως είναι προφανώς αβάσιμο, καθ΄ όσον δεν νοείται μαθητεία για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά κυρίως όταν δεν υπάρχει καμμία επαγγελματική κατάρτιση ή εκπαίδευση και άλλη πάσης φύσεως γνωστική διαδικασία, όταν αμφότερα τα μέρη απέβλεψαν στην παροχή της εργασίας μας και όχι στην απόκτηση εργασίας  και εμπειρίας και γνώσης ή έστω κάποιας μορφής κατάρτιση. Αμφότερα τα μέρη επιθυμούσαμε την κάλυψη της πάγιας και διαρκούς ανάγκης των Δήμων για φύλαξη των σχολικών συγκροτημάτων τους.
Για αυτό άλλωστε και η πολιτεία αναγνωρίζοντας την αληθή φύση και το χαρακτήρα των συμβάσεων που μας συνέδεαν με τους αντιδίκους με το άρθρο 11 του Π.Δ 164/04, το οποίο εξεδόθη σε εναρμόνιση της εσωτερικής έννομης τάξης με την οδηγία 99/70 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μας έδωσε το δικαίωμα της μετατροπής των συμβάσεων μας σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ειδικότερα καθορίσθηκε ότι: «Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση. β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση. Προκειμένου περί συμβάσεων που έχουν συναφθεί με την Ελληνική Εταιρία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ.Α.Α), στο πλαίσιο εφαρμογής συγκεκριμένου προγράμματος, ως φορέας νοείται ο οικείος Ο.Τ.Α στον οποίο ο εργαζόμενος προσέφερε πραγματικά τις υπηρεσίες του».

Σε εφαρμογή της άνω διατάξεως και αφού υποβάλλουμε σχετικές αιτήσεις άπαντες και άπασες εξ’ ημών και μετά την έκδοση σχετικών αποφάσεων  των αρμόδιων Υ.Σ, στην αρχή και του ΑΣΕΠ εν  συνέχεια, οι συμβάσεις  μετεράπησαν σε τοιούτες Ε>Ε>ΙΔΑΧ και ενταχθήκαμε τελικά στο τακτικό προσωπικό του Δήμου ……………………..
2. Νομική βάση  2α.       ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥΤόσο η θεωρία όσο και η νομολογία των ελληνικών Δικαστηρίων έχει καταλήξει σε ένα ουσιαστικό διακριτικό γνώρισμα της εξαρτημένης εργασίας από την παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών, τη σύμβαση μίσθωσης έργου, από τη σχέση εντολής, μεσιτείας και εμπορικής αντιπροσωπίας και άλλες συγγενείς σχέσεις. Κατά την έννοια, που αποδέχεται λοιπόν τόσο η θεωρία (Ντάσιος, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, τ.1, σελ 58 επ.) όσο και η νομολογία (ΑΠ 1356/1992, ΕΕΔ 52 270, ΑΠ 947/1992, ΕΕΔ 52 890, ΑΠ 1984/1990, ΕΕΔ 50 795, ΑΠ 1822/1990, ΕΕΔ 50 535, ΑΠ 1172/1991, ΕΕΔ 52 157, ΑΠ 329/1990, ΔΕΝ 47 283, ΑΠ 1898/1987, ΔΕΝ 44 1195, ΑΠ 107/1987, ΕλλΔνη 29 294, ΑΠ 740/1984, ΔΕΝ 41 502), εξαρτημένη είναι η εργασία, ανεξάρτητα με τον τρόπο πληρωμής της αμοιβής, η οποία παρέχεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, σύμφωνα με τις οδηγίες και εντολές του εργοδότη, ως προς τον τρόπο χρόνο και τόπο της παροχής της και υπό την εποπτεία και έλεγχό του. Ο μισθωτός με την άνω έννοια είναι υποχρεωμένος να υπακούει σ’ αυτές και να δέχεται τον έλεγχο, χωρίς να έχει την ευθύνη για την επίτευξη του αποτελέσματος.Με την προρρηθείσα έννοια υποβαθμίζεται το στοιχείο της πρωτοβουλίας του μισθωτού, που είναι απαραίτητη μέσα στην εκμετάλλευση, αφού ο εργαζόμενος αποτελεί οργανική μονάδα της. Έγινε όμως δεκτό ότι η προσωπική ή νομική εξάρτηση δεν αποκλείει την ύπαρξη κάθε πρωτοβουλίας του εργαζομένου στην εκτέλεση της εργασίας του (ΑΠ 1026/1990, ΕΕΔ 50 320, ΑΠ 660/1970, ΕΕΔ 30 88, ΑΠ 82/1988, ΕΕΔ 48 166, ΑΠ 460/1986, ΕΕΔ 46 167, ΑΠ 525/1987, ΔΕΝ 44 297, ΕφΠειρ. 810/1992, ΕΕΔ 52 151) και ιδίως όταν αυτή επιβάλλεται από τη φύση και το είδος της εργασίας. Ωστόσο την περιορίζει μέσα στα όρια που καθορίζει ο εργοδότης ή που είναι αναγκαία στα καθήκοντα τα οποία ανατέθηκαν στον εργαζόμενο ή αρμόζουν στη θέση που εντάχθηκε (ΑΠ 1494/1991, ΕΕΔ 52 159, ΑΠ 528/1971, ΕΕΔ 30 1505, ΑΠ 351/1970, ΕΕΔ 29 1370). Από την έκταση της πρωτοβουλίας δίνεται και ο βαθμός της εξάρτησης, ο οποίος διαφέρει κατά περίπτωση.Απαραίτητο στοιχείο της εξαρτημένης εργασίας είναι η ρητή ή σιωπηρή συμφωνία για την πληρωμή από τον εργοδότη αμοιβής (ΑΠ 422/1994, ΕΕΔ 54 934), η οποία αν δεν συμφωνήθηκε τεκμαίρεται κατ’ άρθρο 649 ΑΚ, όχι όμως και ο τρόπος καταβολής του μισθού, αν δηλαδή προσδιορίζεται κατά χρονική περίοδο ή κατά μονάδα εργασία, κατ’ αποκοπή, με φιλοδωρήματα των πελατών ή αν καταβάλλεται αμοιβή σε είδος. Δεν ασκεί επίσης επίδραση το γεγονός ότι δε συμφωνήθηκε ή δεν υπάρχει νόμιμος μισθός, καθοριζόμενος από συλλογική σύμβαση ή άλλη κανονιστική διάταξη, γιατί στην περίπτωση αυτή οφείλεται ο συνηθισμένος μισθός κατ’ άρθρο 653 ΑΚ. Συνεπώς αν ο εργοδότης αρνείται την καταβολή μισθού αρνείται και την ύπαρξη εργασιακής σχέσης.Ως εργοδότης από το νόμο χαρακτηρίζεται, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου και του δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ, το οποίο χρησιμοποιεί με αμοιβή την εργασία άλλων φυσικών προσώπων (μισθωτών), με σχέση εργασία ιδιωτικού δικαίου. Ο εργοδότης είναι ο αντισυμβαλλόμενος του μισθωτού στη σχέση εργασίας. Υπό την άνω έννοια εργοδότες είναι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις – συμπεριλαμβανομένων και των ατομικών – ή δημοσίου δικαίου (Οργανισμοί, ιδρύματα κ.ο.κ), το Δημόσιο και οι ΟΤΑ.

Ο εργοδότης, κατ’ άρθρο 662 ΑΚ, έχει υποχρέωση να διατηρεί σε καλή κατάσταση τους χώρους εργασίας και διαμονής των εργαζομένων καθώς επίσης και τις εγκαταστάσεις σύμφωνα με τις απαιτήσεις της τεχνικής, τα μηχανήματα, τα εργαλεία κλπ, κατά τέτοια τρόπο ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία τους. Έχει επίσης υποχρέωση να αποδέχεται την εργασία που συμφωνήθηκε να παρέχει ο μισθωτός, δηλαδή να απασχολεί πραγματικά το μισθωτό στην εργασία για την οποία έχει προσληφθεί καθώς και να τηρεί την αρχή της ίσης μεταχείρισης κατ’ άρθρο 200 και 280.

Η σχέση μαθητείας αντίθετα με τα προαναφερθέντα έχει ως προέχον στοιχείο την επαγγελματική τεχνική εκπαίδευση, η δε παροχή εργασίας είναι δευτερεύον στοιχείο, οποία εκτελείται για την πρακτική άσκηση των μαθητών. Ο μαθητευόμενος φοιτά στην επαγγελματική σχολή και για την πρακτική εφαρμογή των διδασκόμενων απασχολείται στο εργαστήρι της σχολής ή σε αντίστοιχη με το επάγγελμα εκμετάλλευση (Ολομ. Α.ΟΠ 19/1987, ΕΕΔ 46/818, Α.Π 1268/1988, ΔΕΝ45,603, Εφετ. Θες. 333/1989, ΕΕΔ 48,477).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση εμείς εργαζόμεθα με συγκεκριμένο ωράριο σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, λαμβάνοντας εντολές από τους προϊστάμενους μας, δεχόμενοι δε ταυτοχρόνως και τον έλεγχο  και στην εποπτεία σχετικά με την παρουσία μας ή μη στους χώρους εργασίας μας αλλά και όσον αφορά την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών μας . Σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσε η εργασία μας συμπλήρωση της επαγγελματικής μας θεωρητικής εκπαίδευσης, ή έστω δευτερεύον στοιχείο στη σχέση μας με τους εναγόμενους. Αντιθέτως η μόνη σχέση που μας συνέδεε με τους εναγομένους ήταν  αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου ότι εμείς η μόνη υποχρέωση που είχαμε ήταν η παροχή της εργασίας μας αυτής καθ’ εαυτής και οι εναγόμενοι μοναδική υποχρέωση απέναντί μας είχαν την καταβολή του μισθού μας. Σε αυτήν την εργασία αυτή καθ’ εαυτή απέβλεψαν οι αντίδικοι και ουχί στην «επιμόρφωσή» μας, ήτις αποτέλεσε ένα νομότυπο πρόσχημα για την άμεση και κατά παρέκκλιση των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας περί προσλήψεων προσωπικού στο Δημόσιο, απασχόλησή μας ως φύλακες σχολικών κτιρίων και αλήθεια σύμφωνα με τα διδάγματα της πείρας και την κοινή λογική, πόση και ποιά επιμόρφωση και μαθητεία χρειάζεται να λάβει κάποιος για να φυλάει/ επιτηρεί ένα σχολικό συγκρότημα?  .

Τα δώρα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) θεωρούνται σύμφωνα με την πάγια νομολογία τακτικές αποδοχές (Ολ.ΑΠ 1139/1974, ΕΕΔ 34 9, Ολ.ΑΠ 32/1962, ΕΕΔ 21 200, ΑΠ 639/1967, ΕΕΔ 27 22). Πριν από το Ν. 1082/1980 η καταβολή του Δώρου Εορτών ρυθμιζόταν κάθε φορά με Υπουργική Απόφαση, η οποία εκδιδόταν σύμφωνα με την εξουσιοδότηση των α.ν 28/1945 και 1777/1951, που κυρώθηκε με το Ν. 1901/1951, δίχως να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της παροχής ως συμβατικής. Οι Υπουργικές Αποφάσεις ρύθμιζαν απλώς τον τρόπο καταβολής και δε δημιουργούσαν δικαίωμα, οπότε αν παραλειπόταν η έκδοση της σχετικής Υ.Α τα δώρα οφείλονταν κατά τον ίδιο τρόπο καταβολής και στην ίδια έκταση, που καταβλήθηκαν και τα προηγούμενα χρόνια. Ο συμβατικός χαρακτήρας των δώρων εορτών προϋπόθεταν έγκυρη σύμβαση εργασίας. Αν η σύμβαση ήταν άκυρη, υπήρχε αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 525/1977, ΔΕΝ 33 628, ΑΠ 413/1980, ΔΕΝ 36 644, ΜΠΑ 3305/1975, ΕΕΔ 35 73).

Με την έκδοση του Ν. 1082/1982 άλλαξε το νομικό καθεστώς των δώρων, τα οποία μετονομάστηκαν σε «επιδόματα» έκτακτων οικονομικών ενισχύσεων, που παρέχονται με την ευκαιρία των εορτών των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Ο αυτός νόμος καθόρισε επίσης και τα γενικά πλαίσια προσδιορισμού του ύψους και του χρόνου της καταβολής τους, με αποτέλεσμα το δικαίωμα να απορρέει από το νόμο, ανεξάρτητα από το αν η σύμβαση εργασίας είναι έγκυρη ή άκυρη. Μολαταύτα η νομολογία, παρά τη θεμελίωση της άνω αξιώσεως στο νόμο, εξακολουθεί να τη θεμελιώνει στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αν η σύμβαση είναι άκυρη.

Τα δώρα εορτών δικαιούνται όλοι οι εργαζόμενοι, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία σε οποιοδήποτε εργοδότη ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, ανεξαρτήτως από το αν η σύμβαση εργασίας είναι έγκυρη ή άκυρη, δηλ. αν απασχολείται κάποιος με καθεστώς σύμβασης εργασίας ή έστω απλής εργασιακής σχέσης, γιατί αν και αποτελούν συμβατική παροχή, πηγάζουν από το νόμο (ΑΠ 141/1989, ΔΕΝ 46 21).   

Δυνάμει του Ν. 1082/1982, τα επιδόματα καταβάλλονται ακέραια, εφόσον η εργασιακή σχέση του μισθωτού έχει διαρκέσει σ’ όλη τη χρονική περίοδο, για το μεν δώρο Πάσχα από 1η Ιανουαρίου έως και 30η Απριλίου, για το δε δώρο Χριστουγέννων από 1η Μαΐου έως 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Αν η εργασιακή σχέση δεν διαρκέσει σ’ όλο το χρονικό διάστημα καταβάλλεται τμήμα του δώρου εορτών, ανάλογα με τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης (αναλογία δώρου Χριστουγέννων ή Πάσχα). Βάσει δε της υπ’ αριθμ. 19040/1981 κοινής Υ.Α των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, με την οποία το δώρο Χριστουγέννων καθορίστηκε για τους αμειβόμενους με μισθό σ’ ένα μισθό και για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο σε 25 ημερομίσθια. Το δε δώρο Πάσχα σε μισό μισθό ή σε δεκαπέντε ημερομίσθια αντίστοιχα. Το άρθρο 3 της άνω Κ.Υ.Α ορίζει ότι ο υπολογισμός των δώρων εορτών γίνεται βάσει των πράγματι καταβαλλομένων αποδοχών τη 10η Δεκεμβρίου και την 15η ημέρα πριν από το Πάσχα αντίστοιχα μισθών ή ημερομισθίων. Ως καταβαλλόμενος μισθός ή ημερομίσθιο λογίζεται το σύνολο των τακτικών αποδοχών του μισθωτού.

Την κανονική ετήσια άδεια ανάπαυσης του α.ν 539/1945, όπως αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει ως σήμερα δικαιούνται κατά κανόνα άπαντες οι εργαζόμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιοδήποτε εργοδότη ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ανεξάρτητα από τη φύση της εργασίας, τον τρόπο πληρωμής της αμοιβής (άρθρο 8 α.ν. 549/1977) και το χαρακτήρα της εργασιακής σχέσης ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου (ΑΠ 374/1965, ΕΕΔ 24 854, ΑΠ 371/1962, ΕΕΔ 21 851) ή της εγκυρότητας ή μη της σύμβασης εργασίας, καθόσον πρόκειται για μέτρο πρόνοιας (ΟλΑΠ 218/1977, ΕΕΔ 36 339, ΑΠ 413/1980, ΔΕΝ 36 644, ΑΠ 993/1973, ΕΕΔ 33 196, ΑΠ 96/1977, ΔΕΝ 33 468, Εφ.Αθ 9176/1992, ΕΕΔ 53 925).

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 α.ν 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 1346/1946, για να αποκτήσει ο εργαζόμενος το δικαίωμα της πρώτης ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές, χρειάζονται δύο βασικές προϋποθέσεις: Η ύπαρξη σχέσης εξαρτημένης εργασίας και η συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχόλησης στον υπόχρεο εργοδότη, που θεωρείται βασικός χρόνος ίδρυσης του δικαιώματος. Για την άδεια των επόμενων ημερολογιακών ετών δεν απαιτείται δωδεκάμηνη συνεχής απασχόληση από τότε που του χορηγήθηκε η προηγούμενη άδεια, αρκεί και μόνο η απασχόληση του μισθωτού στον ίδιο εργοδότη ή στο διάδοχό του και συνεπώς η άδεια μπορεί να του χορηγηθεί οποτεδήποτε μέσα στη διάρκεια του ημερολογιακού έτους.

Ο εργοδότης κατά την έναρξη της αδείας οφείλει να προκαταβάλει τις αποδοχές ολόκληρου του χρονικού διαστήματος της αδείας καθώς και το επίδομα αδείας, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3 παρ. 16 ν. 4504/66 και καθορίζεται σε μισό μισθό για τους μισθωτούς. Τόσο οι αποδοχές αδείας (αποζημίωση αδείας), όσο και το επίδομα αδείας υπολογίζονται μα βάση τις τακτικές αποδοχές (α.ν 539/45), ήτοι ταυτόσημες με τις τακτικές αποδοχές που λαμβάνονται για τον υπολογισμό των Δώρων Εορτών (Πάσχα και Χριστουγέννων) και τις οποίες θα δικαιούνταν ο μισθωτός αν απασχολούνταν κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του.

Το άρθρο 5 παρ. 4 και 5 α.ν 539/45 προέβλεπε την πλήρωση των αποδοχών αδείας και στους μισθωτούς των οποίων η εργασιακή σχέση και στους μισθωτούς των οποίων η καταγγελλόταν από τον εργοδότη πριν του χορηγηθεί η άδεια του ημερολογιακού έτους. Η υποχρέωση αυτή επεκτάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 1 ν.549/77 και στους μισθωτούς των οποίων η εργασιακή σχέση λύθηκε με οποιονδήποτε τρόπο , έστω και με οικειοθελή αποχώρηση ή λόγω συνταξιοδότησης, πριν πάρουν την ετήσια άδεια αναψυχής τους και του επιδόματος αδείας, μέσα στο ημερολογιακό έτος αποχώρησής τους από την εργασία τους.

……………………………….
ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΝΥΚΤΑΣ

Σχετικά με την πρόσθετη αμοιβή που καταβάλλεται στους μισθωτούς που απασχολούνται κατά τις νυχτερινές ώρες η 18310/1946 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών ορίζει τα εξής: «στους πάσης φύσεως μισθωτούς των επιχειρήσεων και εργασιών γενικά, συνεχούς ή μη λειτουργίας, εάν απασχολούνται κατά τις νυχτερινές ώρες (δηλαδή από τη 10η βραδινή μέχρι την 6η πρωινή), καταβάλλονται οι εκάστοτε κανονικές αποδοχές τους αυξημένες κατά 25%». Η προσαύξηση αυτή καταβάλλεται σε όλους τους εργαζόμενους κατά τις νυκτερινές ώρες, άσχετα αν η εργασία τους παρέχεται καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα της νύκτας ή μόνο σε μέρος αυτού και ασχέτως της εγκυρότητας ή μη της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού καθόσον κι αυτή η αξίωση προβλέπεται αυθέως εκ του νόμου. .
ΑΜΟΙΒΗ ΓΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΘ΄ ΗΜΕΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΡΓΙΑ Η ΕΞΑΙΡΕΤΕΑΌσον αφορά στην απασχόληση του μισθωτού καθ’ ημέρα Κυριακή, σύμφωνα με την υπ’αριθ.8900/46 Υ.Α. Υπουργού Εργασίας, όπως συμπληρώθηκε και ερμηνεύθηκε με την υπ’αριθμ.25825/1995 Υ.Α. Υπουργού Εργασίας και το άρθρο 2 Ν.435/76 «..οι μισθωτοί που απασχολούνται σε ημέρα Κυριακή/αργία/εξαιρετέα δικαιούνται πέρα από το νόμιμο ή συμβατικό ημερομίσθιο και πρόσθετη αμοιβή ίση με το 75% του νομίμου ημερομισθίου τους..».

Ο υπολογισμός του ημερομισθίου, όταν οι αποδοχές του μισθωτού είναι οι ελάχιστες νόμιμες, δηλαδή αυτές που καθορίζονται από την εκάστοτε ισχύουσα και εφαρμοζομένη σ.σ.ε./δ.α. γίνεται επί τη βάσει των συνολικών τακτικών αποδοχών του μισθωτού, με όλα τα επιδόματα, παροχές σε χρήμα ή είδος (τρόφιμα, κατοικία κ.ο.κ ) (Α.Π. 2107/83 ΔΕΝ 40 1127).
Επειδή οι διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας (Υ.Α. 8900/46 και άρθρο 2 Ν.435/76 κ.λπ) που αφορούν την αμοιβή των μισθωτών που παρέχεται σε ημέρα Κυριακής/αργίας ή εξαιρετέας είναι δημόσιας τάξεως, συνεπώς δεν μπορεί να συμφωνηθεί ή μη εφαρμογή τους (Α.Π. 433/76, ΕΕΔ 35, 6863, ΑΠ 782/76 ΕΕΔ 35, 824, ΑΠ 1275/74 ΕΕΔ 34, 462, ΑΠ 436/70 ΕΕΔ 29, 88).ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΠΟΔΟΧΩΝ

Α) Τα επιδόματα είναι πρόσθετες αποδοχές, οι οποίες αυξάνουν το βασικό μισθό. Η χορήγησή τους από τον εργοδότη εξαρτάται από γενικότερους όρους και συνθήκες του μισθωτού (λ.χ. προσωπική κατάσταση, επαγγελματική ευθύνη, αρχαιότητα, επίπεδο σπουδών) που ορίζονται κανονιστικά με νόμο, συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση, κανονισμό, πρακτική είτε και με ατομική σύμβαση εργασίας. Έχουν μεγάλη σημασία για τον υπολογισμό των συνολικών αποδοχών του μισθωτού. Το οικογενειακό επίδομα (γάμου και παιδιών) χορηγείται στους μισθωτούς με οικογενειακά βάρη (σύζυγο, παιδιά). Μπορεί να είναι ποσοστό στον βασικό μισθό ή και σε ευρύτερη βάση ή ορισμένο ποσό. Ο μισθωτός για να λάβει το οικογενειακό επίδομα είναι απαραίτητο να γνωστοποιήσει και να αποδείξει στον εργοδότη ότι έχει τις προϋποθέσεις χορηγήσεώς του, εκτός αν ήδη ο τελευταίος το γνωρίζει. Κατά το άρ. 4 του Ν. 1414/1984 δικαιούχος των επιδομάτων γάμου είναι η οικογένεια (παρ. 4) και των παιδιών τα παιδιά. Χορηγούνται σε κάθε μισθωτό, σύζυγο ή γονέα, ανεξάρτητα από φύλο (παρ. 5). Αν εργάζονται αμφότεροι οι σύζυγοι τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μόνο στον ένα, τον οποίο οι σύζυγοι υποδεικνύουν με κοινή δήλωσή τους στον αντίστοιχο εργοδότη (άρ. 13, παρ. 1, εδ. α) ή αν δεν κάνουν τέτοια δήλωση από 50% στον καθένα από τον εργοδότη του (άρ. 13, παρ. 1, εδ. β). Τα οικογενειακά επιδόματα έχουν γενικευθεί ως θεσμός και έχουν αποκτήσει το χαρακτήρα «κοινωνικού μισθού» μέσω των μηχανισμών της κοινωνικής ασφαλίσεως. Επιπλέον, με το επίδομα προϋπηρεσίας αμείβεται κατά κάποιον τρόπο η συνολική αρχαιότητα του μισθωτού στο επάγγελμα ή την επιχείρηση. Όμως και όταν για τη χορήγησή του λαμβάνεται υπόψιν μόνο η προϋπηρεσία του μισθωτού στον ίδιο εργοδότη, συχνά συνυπολογίζεται και η προϋπηρεσία του σε ορισμένες συναφείς επιχειρήσεις γενικά ή σε καθήκοντα παρεμφερή και ανάλογα με αυτά της θέσεως που κατέχει.
Επιπλέον, το ζήτημα της ίσης μεταχείρισης μεταξύ εργαζομένων με συμβάσεις και σχέσεις εργασίας (ως οι δικές μας) (ορισμένου) χρόνου και εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου χρόνου, για την παροχή ίδιας εργασίας ίσης αξίας οι οποίοι προσφέρουν ίδια ποιοτικά και ποσοτικά εργασία κατά τα ίδια χρονικά διαστήματα ρυθμίζεται και στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Οδηγία 99/70 (ρήτρα 4) όπου ορίζεται ότι «.. Όσον αφορά στους όρους απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνο του λόγου ότι η σύμβαση ή σχέση εργασίας τους είναι ορισμένου χρόνου να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους «συγκρίσιμους εργαζομένους αορίστου χρόνου».Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται διαφορετική αντιμετώπιση, οσάκις συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι την δικαιολογούν…». Επομένως και σύμφωνα με την Οδηγία 99/70, ήτις έχει καταστεί  εσωτερικό δίκαιο της πατρίδας μας από 28.7.02 ότε παρήλθε ή παρήλθε η ταχθείσα υπό της Ε.Ε προθεσμίας εναρμόνισης της πατρίδας μας με την άνω Οδηγία, άλλως από 8.4.03 ότε δημοσιεύθηκε (ΦΕΚ Α 77 20030402) το π.δ. 81/03   και είναι δυνατή η επίκλησή της από κάθε Έλληνα πολίτη αδιακρίτως προς δικαστική του προστασία, απαγορεύεται οποιαδήποτε διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων που παρέχουν την ίδια ποιοτικά και ποσοτικά εργασία σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Άλλωστε ο νομοθέτης  στο ΠΔ 81/2003, όπως αυτό τροποποιημένο ισχύει με το Π.Δ.164/04 (ΦΕΚ Α 13420040719) , μετέφερε αυτούσια την Κοινοτική Οδηγία τόσο ως προς το πνεύμα όσο και ως προς το γράμμα και  αναφέρει στο άρθρο 4:
1.«Όσον αφορά στους όρους  απασχόλησης, οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνου του λόγου ότι σύμβαση ή σχέση εργασίας τους είναι ορισμένου χρόνου να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους «συγκρίσιμους εργαζόμενους αορίστου χρόνου».Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται διαφορετική αντιμετώπιση, οσάκις συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι την δικαιολογούν».2. «Όταν τα δικαιώματα του εργαζόμενου εξαρτώνται από τη διάρκεια της υπηρεσίας του στον ίδιο ή σε άλλο εργοδότη δεν χωρεί διάκριση με το κριτήριο το χαρακτηρισμό των συμβάσεων ως ορισμένου χρόνου ή αορίστου χρόνου, εκτός εάν για αντικειμενικούς λόγους δικαιολογείται διαφορετική μεταχείριση».3. «Η απαιτούμενη περίοδος προϋπηρεσίας σε σχέση με ιδιαίτερες συνθήκες απασχόλησης είναι ίδια τόσο για τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου όσο και για τους εργαζόμενους αορίστου χρόνου, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία για αντικειμενικούς λόγους δικαιολογείται διαφορετική διάρκεια της περιόδου προϋπηρεσίας».

Η ρήτρα 4  της υπ’ αριθ. 99/70 οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ενσωματώθηκε στο εσωτερικό μας δίκαιο με το άρθρο 4 του Π.Δ 81/2003, όπως αυτό τροποποιημένο ισχύει με το άρθρο 4 του Π.Δ.164/04 , επιτάσσει (ασχέτως του αν μια σύμβαση ή σχέση ορισμένου χρόνου δύναται να μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου τοιαύτη) την απαγόρευση της διαφοροποίησης της αμοιβής έναντι της εργασίας ενός υπαλλήλου του ιδίου εργοδότη από αυτή του άλλου όταν μοναδικό κριτήριο διαφοροποίησης τυγχάνει το αν η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου ή αορίστου χρόνου