Κυρ 9 Απρ 2017 06:57:23 μμ

Δικαιοσύνη για όλους

Δικηγορικό Γραφείο Γιώργου Κ. Παναγόπουλου και Ιουλίας Γ. Εξαρχάκου

Δικηγορικό Γραφείο Γιώργου Κ. Παναγόπουλου και Ιουλίας Γ. Εξαρχάκου

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...

ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ

Με τη με αριθμό 34100/99 (Φ.Ε.Κ. 2131 Β΄/99) απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε μετά  τη με αριθμό 2701/16.11.99 απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. και σε εφαρμογή των όσων προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 20 &...

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...

Μετάδοση σε τηλεοπτική εκπομπή στιγμιοτύπων ληφθέντων με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας»

Απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως εταιρίας που εκμεταλλεύεται ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό εθνικής εμβέλειας κατά αποφάσεως του Ε.Σ.Ρ., με την οποία επιβλήθηκαν στο σταθμό, λόγω μεταδόσεως κατά τη διάρκεια δύο εκπομπών στιγμιοτύπων που είχαν ληφθεί με τη μέθ...

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...

Επίκαιρη Νομοθεσία
Επίκαιρη Νομοθεσία

Επίκαιρη Νομοθεσία (37)

 

ΝΟΜΟΣ 4406/ΦΕΚ Α 133/26.07.2016

Αναλογική εκπροσώπηση των πολιτικών κομμάτων, διεύρυνση του δικαιώματος εκλέγειν και άλλες διατάξεις περί εκλογής Βουλευτών.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο 1

Ηλικία κτήσης δικαιώματος εκλέγειν

Η παρ. 1 του άρθρου 4 του Π.δ. 26/2012 (Α'57) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Το δικαίωμα του εκλέγειν έχουν οι πολίτες Έλληνες και Ελληνίδες που συμπλήρωσαν το δέκατο έβδομο (17ο) έτος της ηλικίας τους».

Άρθρο 2

Καθιέρωση της αναλογικής εκπροσώπησης των κομμάτων

1. α) Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 3231/2004 (Α'45), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3636/2008 (Α'11) και κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 99 παρ. 2 του Π.δ. 26/2012 (Α'57), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Για τον καθορισμό των εδρών που δικαιούται κάθε εκλογικός σχηματισμός, το σύνολο των ψήφων που συγκέντρωσε στην Επικράτεια πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό 300».

β) Το τελευταίο εδάφιο της ως άνω παραγράφου αντικαθίσταται ως εξής:

«Αν το άθροισμα των ως άνω ακέραιων μερών των πηλίκων υπολείπεται του αριθμού 300, τότε παραχωρείται, κατά σειρά, ανά μία έδρα και ως τη συμπλήρωση αυτού του αριθμού στους σχηματισμούς, των οποίων τα πηλίκα εμφανίζουν τα μεγαλύτερα δεκαδικά υπόλοιπα.»

2. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 6 του Ν. 3231/ 2004 (Α' 45), όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 του Ν. 3636/2008 (Α' 11) και κωδικοποιήθηκαν στο άρθρο 99 παράγραφοι 3 και 4, αντίστοιχα, του Π.δ. 26/2012 (Α' 57), καταργούνται.

3. α) Ο τίτλος του άρθρου 8 του Ν. 3231/2004 (Α'45), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3636/2008 (Α'11), αντικαθίσταται ως εξής:

«Κατανομή εδρών στις εκλογικές περιφέρειες».

β) Αντιστοίχως, ο τίτλος του άρθρου 100 του Π.δ. 26/2012 (Α'57) αντικαθίσταται ως εξής:

«Κατανομή εδρών επικρατείας - Κατανομή εδρών στις εκλογικές περιφέρειες».

Άρθρο 3

Λοιπές διατάξεις περί εκλογής βουλευτών

1. Η παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν. 3231/2004 (Α' 45), όπως κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 100 παρ. 7 του Π.δ. 26/ 2012 (Α'57), αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Τυχόν αδιάθετες έδρες διεδρικών και τριεδρικών εκλογικών περιφερειών διατίθενται, κατά σειρά και ανά μία, στον εκλογικό σχηματισμό που εμφανίζει σε καθεμία από αυτές τα μεγαλύτερα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα ψήφων. Εάν σε κάποιο εκλογικό σχηματισμό διατεθούν συνολικά περισσότερες έδρες από όσες δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 6 του παρόντος νόμου, οι πλεονάζουσες αφαιρούνται, ανά μία, από τις τριεδρικές περιφέρειες και αν υπάρξει ανάγκη από τις διεδρικές, στις οποίες ο συνδυασμός αυτός κατέλαβε έδρα, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, εμφανίζοντας τα μικρότερα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα ψήφων».

2. Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν. 3231/2004 (Α'45), όπως κωδικοποιήθηκαν στο άρθρο 100 παρ. 8 του Π.δ. 26/2012 (Α'57), αντικαθίστανται ως εξής:

«5. Οι εκλογικές περιφέρειες που εξακολουθούν να έχουν αδιάθετες έδρες διατάσσονται κατά φθίνουσα σειρά, με βάση τα μετά την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου εναπομείναντα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα ψήφων του εκλογικού σχηματισμού με το μικρότερο αριθμό εγκύρων ψηφοδελτίων στην επικράτεια που δικαιούται έδρα, σύμφωνα με το άρθρο 5. Στον εκλογικό αυτό σχηματισμό παραχωρείται ανά μία έδρα από καθεμία από αυτές τις εκλογικές περιφέρειες και ως τη συμπλήρωση του αριθμού των εδρών που αυτός δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 6».

Άρθρο 4

Καταργούμενες διατάξεις

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Ν. 3636/2008 (ΑΊ1), καθώς και κάθε γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος ή ρυθμίζει τα θέματα αυτά με άλλον τρόπο.

Άρθρο 5

Έναρξη ισχύος

Πλην του άρθρου 1, του οποίου η ισχύς αρχίζει σε κάθε περίπτωση από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει επίσης από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αυτός εφαρμόζεται από τις αμέσως επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές, οποτεδήποτε και αν αυτές διεξαχθούν, τηρουμένων των προϋποθέσεων της παρ. 1 του άρθρου 54 του Συντάγματος, ήτοι της υπερψήφισης του παρόντος άρθρου από την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους.

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 75/ΦΕΚ Α 138/1.8.2016

Ρύθμιση θεμάτων προσωπικού Ελληνικής Αστυνομίας

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 περ. δ; στ' και θ' του Ν.1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α' 152), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.1590/1986 (Α' 49).

2. Τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν.2800/2000 «Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α' 41).

3. Τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 του Ν.4249/2014 «Αναδιοργάνωση της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, αναβάθμιση Υπηρεσιών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και ρύθμιση λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη» (Α' 73).

4. Τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 3103/2003 «Έκδοση διαβατηρίων από την Ελληνική Αστυνομία και άλλες διατάξεις» (Α'23).

5. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του Π.δ. 63/2005 (Α' 98).

6. Τις διατάξεις του Π.δ. 24/2015 «Σύσταση και μετονομασία Υπουργείων, μεταφορά της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (Α' 20).

7. Την υπ' αριθ. Υ6 από 25-9-2015 απόφαση του Πρωθυπουργού «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Αναπληρωτή Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης Νικόλαο Τόσκα» (Β' 2109).

8. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.

9. Την υπ' αριθ. 8000/1/2016/29-α' από 06-04-2016 εισήγηση της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού.

10. Την υπ' αριθμ. 115/2016 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, αποφασίζουμε:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

Τροποποίηση διατάξεων του Π.δ. 100/2003 «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και λοιπές μετακινήσεις αστυνομικού προσωπικού» (Α' 94)

Άρθρο 1

1. Οι περιπτώσεις α, β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Π.δ. 100/2003, όπως η περίπτωση γ' τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 Π.δ. 85/2011 (Α' 207), αντικαθίστανται ως εξής:

«α. Του τόπου γέννησης του ιδίου ή της συζύγου του ή του πλησιέστερου προς αυτόν τόπου της αυτής περιοχής μετάθεσης.

β. Του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο ίδιος.

γ. Του τόπου στον οποίο έχει ιδιόκτητη κατοικία ο ίδιος, ο/η σύζυγός του ή οι γονείς του ιδίου».

2. Στο άρθρο 2 του Π.δ. 100/2003 προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής:

«8. Ως δυσίατα νοσήματα θεωρούνται οι νοσηρές καταστάσεις και τα νοσήματα, που απαιτούν μακροχρόνια νοσηλεία ή θεραπεία, προσβάλλουν ένα ή περισσότερα όργανα και χαρακτηρίζονται από εξάρσεις ή υφέσεις».

Άρθρο 2

1. Τα δύο τελευταία εδάφια της περίπτωσης α' της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Π.δ. 100/2003, όπως το πρώτο εδάφιο τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Π.δ. 85/2011 και το δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 1του Π.δ. 107/2012 (Α' 185) και τροποποιήθηκε με την παράγραφο 7 του άρθρου 39 του Ν. 4249/2014 (Α'73), τροποποιούνται ως εξής:

«Ο χρόνος απόσπασης αστυνομικού στο εξωτερικό, ο χρόνος μετάθεσης για φοίτηση στη Σχολή Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας και στο Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων (Τ.Ε.Μ.Α.), ο χρόνος υπηρεσίας αστυνομικού στις Υπηρεσίες των εδαφίων γ' και δ' του άρθρου 4 του παρόντος, εφόσον αυτός μετακινήθηκε στις τελευταίες από Υπηρεσία εκτός της περιοχής μετάθεσης που ευρίσκεται η έδρα των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και ο χρόνος απόσπασης - μετακίνησης αστυνομικού με αίτησή του στον τόπο συμφερόντων του, εξαιρουμένων των αποσπάσεων της παρ. 8 του άρθρου 19 του παρόντος, λογίζεται για το διάστημα αυτό, ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του.

Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται για το αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται ή μετακινείται σε Υπηρεσίες των Διευθύνσεων Αστυνομίας Αλεξανδρούπολης, Ορεστιάδας, Λέσβου, Σάμου, Χίου, Α' Δωδεκανήσου και Β' Δωδεκανήσου. Επίσης, δεν εφαρμόζεται για το αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται ή μετακινείται για τη διαχείριση μεταναστευτικών ροών καθώς και για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων, έκτακτων και απρόβλεπτων φυσικών καταστροφών ευρείας κλίμακας, όταν η ενίσχυση διενεργείται κατόπιν πρωτοβουλίας της Υπηρεσίας».

2. Στην υποπερίπτωση 4 της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Π.δ. 100/2003, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 2 του Π.δ. 85/2011, προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Η υποβολή αίτησης για τον ως άνω σκοπό επιτρέπεται και στην περίπτωση που δεν έχουν προκηρυχθεί προς κάλυψη κενές θέσεις του βαθμού τους για τη συγκεκριμένη περιοχή μετάθεσης ανεξαρτήτως αν συντρέχουν οι αναφερόμενες στην παράγραφο 4 του άρθρου 12 του παρόντος διατάγματος προϋποθέσεις».

3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 3 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με τις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 2 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Στη σειρά προτεραιότητας για τις μεταθέσεις με αντικειμενικά κριτήρια (μόρια), προηγούνται οι αστυνομικοί που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση τον τόπο συμφερόντων τους».

4. Η παράγραφος 4 του άρθρου 3 του Π.δ. 100/2003 αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Τα μόρια που λαμβάνει ο αστυνομικός λόγω αποστάσεως από τον τόπο συμφερόντων του ή τον τόπο κατοικίας λόγω εργασίας ή ασκήσεως επαγγέλματος της συζύγου του, διαγράφονται μετά την κοινοποίηση της διαταγής μετάθεσής του στην περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων του, καθώς και μετά την τυχόν ακύρωση της μετάθεσής του, κατόπιν ευδοκίμησης της προσφυγής του άρθρου 18 παράγραφος 1 του παρόντος διατάγματος. Μετά την ακύρωση της μετάθεσης, τα ανωτέρω τυχόν δικαιούμενα μόρια, προσμετρούνται από την Σεπτεμβρίου του έτους ακύρωσης της μετάθεσης».

Άρθρο 3

Η παράγραφος 3 του άρθρου 5 του Π.δ. 100/2003 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Η υποβολή δήλωσης αλλαγής τόπου συμφερόντων μεταβάλει τον αριθμό μορίων που συγκεντρώθηκαν με βάση τον προηγούμενο τόπο συμφερόντων. Τα μόρια που αναλογούν σε κάθε ενδιαφερόμενο υπολογίζονται σύμφωνα με το νέο τόπο συμφερόντων, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος».

Άρθρο 4

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 7 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Π.δ. 138/2006 (Α'155), το άρθρο 5 του Π.δ. 85/2011, την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του Π.δ. 132/2011 (Α' 261), την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Π.δ. 107/2012 και το άρθρο 1 του Π.δ. 172/2013 (Α' 274), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας προκηρύσσονται οι θέσεις που θα πληρωθούν από τους νεοεξερχόμενους Αστυφύλακες οι οποίες είναι αυτές που δεν καλύφθηκαν από τις εκκρεμείς αιτήσεις από τον πίνακα των τακτικών μεταθέσεων, συμπεριλαμβανομένων και όσων δημιουργούνται κατόπιν ευδοκίμησης των προσφυγών του άρθρου 18 παράγραφος 1 του παρόντος διατάγματος, λαμβάνοντας υπόψη και τον αριθμό των κενών οργανικών θέσεων που δημιουργήθηκαν από τους μετατιθέμενους από αυτές τις Διευθύνσεις, εξαιρουμένης της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, της οποίας οι θέσεις μπορούν να υπερβαίνουν τον αριθμό των κενών θέσεων που προκύπτουν από τις τακτικές μεταθέσεις.

Η απόφαση αυτή κοινοποιείται ένα (1) μήνα τουλάχιστον προ της εξόδου, στη Σχολή Αστυφυλάκων και στις Υπηρεσίες που θα τοποθετηθούν. Οι Υπηρεσίες αυτές οφείλουν μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση να αναφέρουν στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας τις συγκεκριμένες Υπηρεσίες δικαιοδοσίας τους που θα τοποθετήσουν τους νέους Αστυφύλακες, που κατανέμονται με απόφαση του Αρχηγού ανάλογα με τη σειρά εξόδου και προτίμησής τους, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

Όσοι έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν τοποθέτηση, τον τόπο συμφερόντων τους καθώς και όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις συνυπηρέτησης με συζύγους δικαστικούς λειτουργούς, συνοριακούς φύλακες, ειδικούς φρουρούς, στρατιωτικούς, αστυνομικούς, λιμενικούς και πυροσβεστικούς υπαλλήλους, τοποθετούνται στις προκηρυχθείσες θέσεις κατά προτεραιότητα και εφόσον έχουν υποβληθεί στην Υπηρεσία τα απαραίτητα πιστοποιητικά, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου».

2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του Π.δ. 138/2006 και με το άρθρο 5 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι νεοεξερχόμενοι Αστυφύλακες τοποθετούνται υποχρεωτικά και δεν μετακινούνται για οποιοδήποτε λόγο για δύο (2) τουλάχιστον έτη, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 12 του παρόντος, σε Αστυνομικά Τμήματα και Αστυνομικούς Σταθμούς. Οι νεοεξερχόμενοι Αστυφύλακες δύνανται να τοποθετούνται στις προαναφερόμενες Υπηρεσίες του τόπου συμφερόντων τους, με την προϋπόθεση ότι οι προκηρυχθείσες θέσεις των τακτικών μεταθέσεων δεν καλύφθηκαν. Η προϋπόθεση αυτή δεν απαιτείται για τις τοποθετήσεις στην περιοχή της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής».

3. Η παράγραφος 6 του άρθρου 7 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του Π.δ. 138/2006 και με το άρθρο 5 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Τα Συμβούλια Μεταθέσεων των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης τοποθετούν αυτούς που κατανέμονται σ' αυτές, σε κενές θέσεις των υφιστάμενων Διευθύνσεών τους, με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος».

4. Στην παράγραφο 7 του άρθρου 7 του Π.δ. 100/2003 η φράση «παράγραφο 2» αντικαθίσταται με τη φράση «παράγραφο 1».

Άρθρο 5

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του Π.δ. 85/2011, την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 132/2011 και την παράγραφο 2 του άρθρου 2 του Π.δ. 107/2012, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας καθορίζεται ο αριθμός των κενών οργανικών θέσεων που ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες θα πληρωθούν από τους νεοεξερχόμενους Υπαστυνόμους Β, κατά Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής και Θεσσαλονίκης, καθώς και κατά Αστυνομικό Τμήμα των Διευθύνσεων Αστυνομίας των Γενικών Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων Βορείου και Νοτίου Αιγαίου.

Για τον υπολογισμό των ως άνω κενών θέσεων δεν λαμβάνονται υπόψη οι θέσεις που θα πληρωθούν, αφενός από τους κατώτερους αξιωματικούς κατά τις τακτικές μεταθέσεις και αφετέρου από νέους Υπαστυνόμους που εμπίπτουν στην εξαίρεση της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στους ενδιαφερόμενους, μέσω της Σχολής Αξιωματικών».

2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Π.δ. 138/2006 και την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι νεοεξερχόμενοι από τη Σχολή Αξιωματικών Υπαστυνόμοι Β' τοποθετούνται υποχρεωτικά και δεν μετακινούνται για οποιοδήποτε λόγο για δύο (2) τουλάχιστον έτη, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 12 του παρόντος, σε Αστυνομικά Τμήματα.

Οι νεοεξερχόμενοι Υπαστυνόμοι Β' δύνανται να τοποθετούνται στις προαναφερόμενες Υπηρεσίες του τόπου συμφερόντων τους, με την προϋπόθεση ότι για την περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων τους, κατά τις τακτικές μεταθέσεις του έτους αποφοίτησής τους, προκηρύχθηκαν κενές θέσεις προς κάλυψη και οι θέσεις αυτές δεν καλύφθηκαν. Η προϋπόθεση αυτή δεν απαιτείται για τις τοποθετήσεις στις περιοχές μετάθεσης των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης. Εξαιρείται ποσοστό 5% των νεοεξερχομένων, που προηγείται στη σειρά εξόδου, οι οποίοι μπορεί να τοποθετούνται στις ανωτέρω Υπηρεσίες των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης καθώς και των Διευθύνσεων Αστυνομίας των Γενικών Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων Βορείου και Νοτίου Αιγαίου, της προτίμησής τους, προηγούμενοι των λοιπών ομοταξίων συναδέλφων τους, τηρουμένης της προϋπόθεσης των δύο προηγούμενων εδαφίων».

3. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003 η φράση «παραγράφου αντικαθίσταται με τη φράση «παραγράφου 2».

4. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 6 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«Όσοι έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν τοποθέτηση, τον τόπο συμφερόντων τους καθώς και όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις συνυπηρέτησης με συζύγους δικαστικούς λειτουργούς, συνοριακούς φύλακες, στρατιωτικούς, αστυνομικούς, λιμενικούς και πυροσβεστικούς υπαλλήλους, τοποθετούνται στις προκηρυχθείσες θέσεις με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, κατά προτεραιότητα με βάση την ως άνω αναγραφόμενη σειρά και εφόσον έχουν υποβληθεί στην Υπηρεσία τα απαραίτητα πιστοποιητικά».

5. Η παράγραφος 5 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 Π.δ. 138/2006 και την παράγραφο 3 του άρθρου 6 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Τα Συμβούλια Μεταθέσεων των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης τοποθετούν τους Υπαστυνόμους Β' που κατανέμονται σ' αυτές σε κενές θέσεις των υφιστάμενων Διευθύνσεών τους, με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο. Στη συνέχεια, τα Συμβούλια Μεταθέσεων των Διευθύνσεων των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης τοποθετούν αυτούς σε κενές θέσεις των Υπηρεσιών τους, με τα ίδια ως άνω κριτήρια».

Άρθρο 6

Στο τέλος του άρθρου 10 του Π.δ. 100/2003 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Όσοι από τους μετατασσόμενους σε υπηρεσία γραφείου τοποθετήθηκαν σε άλλη περιοχή μετάθεσης κατ' εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου και στη συνέχεια επανέρχονται στην ενεργό υπηρεσία, τοποθετούνται υποχρεωτικά σε υπηρεσία της ίδιας περιοχής μετάθεσης στην οποία υπηρετούσαν κατά το χρόνο μετάταξής τους σε υπηρεσία γραφείου».

Άρθρο 7

Η παράγραφος 8 του άρθρου 12 του Π.δ. 100/2003, όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με την παρ.2 του άρθρου 7 του Π.δ. 85/2011 (Α'207), αντικαθίσταται ως εξής:

«8. Οι αστυνομικοί δύνανται, με εξαίρεση τους νεοπροαχθέντες Αρχιφύλακες (άρθρο 15), να υποβάλουν αιτήσεις μετάθεσης, ακόμα και όταν δεν έχουν προκηρυχθεί κενές, προς κάλυψη, θέσεις του βαθμού τους με αντικειμενικά κριτήρια (μόρια), για την περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων τους, ανεξάρτητα εάν έχουν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, εφόσον υπάγονται σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:

α. πολύτεκνοι,

β. έχοντες μέλος της ιδίας οικογένειας με αναπηρία 67% τουλάχιστον ή με αναπηρία Α.ΜΕ.Α. γ. έχοντες τρία (3) τέκνα.

Επί των αιτήσεων αυτών αποφαίνεται το αρμόδιο όργανο, βάσει κοινωνικών και υπηρεσιακών κριτηρίων. Οι αιτούντες αστυνομικοί δύνανται να μετατεθούν κάνοντας χρήση των διατάξεων της παρούσας παραγράφου μόνο μία φορά».

Άρθρο 8

Η περίπτωση ε' της παραγράφου 4 του άρθρου 14 του Π.δ. 100/2003, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 8 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«ε. Το Β' δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου κάθε έτους το αρμόδιο Συμβούλιο Μεταθέσεων, εκτιμώντας τις υπηρεσιακές ανάγκες, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί από τις τελευταίες τακτικές μεταθέσεις καταρτίζει αριθμητικούς πίνακες κατά Διεύθυνση Αστυνομίας ή άλλη εξομοιούμενη με αυτή Υπηρεσία κενών οργανικών θέσεων σε Ανθυπαστυνόμους - Αρχιφύλακες - Αστυφύλακες που πρέπει να πληρωθούν κατά το Γ' δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου, λαμβάνοντας υπόψη και τις αιτήσεις ακυρώσεως που προέκυψαν από τις τακτικές μεταθέσεις. Οι θέσεις θα καλύπτονται από Ανθυπαστυνόμους - Αρχιφύλακες - Αστυφύλακες που ζητούσαν μετάθεση για τις Υπηρεσίες αυτές και μνημονεύονται στους πίνακες των τακτικών μεταθέσεων.

Σε περίπτωση που οι ως άνω θέσεις Αστυφυλάκων δεν καλύπτονται από τις εκκρεμείς αιτήσεις του πίνακα τακτικών μεταθέσεων, καλύπτονται με τοποθετήσεις νεοεξερχόμενων Αστυφυλάκων».

Άρθρο 9

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 15 του Π.δ. 100/2003, όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του Π.δ.107/2012, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Οι προαγόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.δ. 82/2006 (Α' 86) στο βαθμό του Αρχιφύλακα γενικών καθηκόντων μετατίθενται υποχρεωτικά και δε μετακινούνται για οποιοδήποτε λόγο για ένα (1) τουλάχιστον έτος σε Αστυνομικά Τμήματα και Αστυνομικούς Σταθμούς, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3. Οι προαναφερόμενοι παραμένουν στις Υπηρεσίες τους μέχρι την περίοδο των τακτικών μεταθέσεων, οπότε μετατίθενται με τη διαδικασία των επομένων παραγράφων».

2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 15 του Π.δ. 100/2003 όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 Π.δ. 138/2006, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Το πρώτο 10ήμερο του μηνός Ιουλίου με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας καθορίζονται οι κενές οργανικές θέσεις, κατά Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής και Θεσσαλονίκης και Διεύθυνση Αστυνομίας Νομού, που πρέπει να καλυφθούν από τους νεοπροαχθέντες Αρχιφύλακες. Οι ανωτέρω θέσεις υποχρεωτικά προκηρύσσονται στις Διευθύνσεις Αστυνομίας όπου σε οργανικές θέσεις Ανθυπαστυνόμων - Αρχιφυλάκων, δεν υπάρχουν επιλαχόντες με τόπο συμφερόντων από τους πίνακες των τακτικών μεταθέσεων του ιδίου έτους, με εξαίρεση τη Γ.Α.Δ. Αττικής. Κατά το δεύτερο 10ήμερο Ιουλίου οι Αρχιφύλακες αυτοί καλούνται να υποβάλουν υποχρεωτικά δήλωση προτίμησης όλων των ανωτέρω Υπηρεσιών, μετατίθενται δε σ' αυτές με βάση τη σειρά προτεραιότητας του άρθρου 3 του παρόντος και τη σειρά προτίμησης. Δεν επιτρέπεται να καθορισθούν θέσεις προς πλήρωση σε Υπηρεσίες για τις οποίες δεν είχαν καθορισθεί θέσεις προς κάλυψη κατά τις τακτικές μεταθέσεις του ιδίου έτους. Οι μεταθέσεις κοινοποιούνται με διαταγή του Προϊσταμένου Κλάδου Διοικητικής Υποστήριξης και Ανθρώπινου Δυναμικού μέχρι τέλους Ιουλίου. Οι μετατιθέμενοι στις Γ.Α.Δ. Αττικής ή Θεσσαλονίκης κατανέμονται από το οικείο Συμβούλιο Μεταθέσεων στις Διευθύνσεις δικαιοδοσίας τους. Η περαιτέρω τοποθέτηση στις επιμέρους Υπηρεσίες των Διευθύνσεων γίνεται από το οικείο Συμβούλιο Μεταθέσεων με υπηρεσιακά και κοινωνικά κριτήρια και η χορήγηση του Φύλλου Πορείας πραγματοποιείται μέχρι την 31η Αυγούστου. Για την παρούσα μετάθεση λαμβάνονται υπόψη τα μόρια που συγκεντρώνονται με βάση τα κριτήρια των εδαφίων β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος, καθώς και τα μόρια με βάση τη σειρά επιτυχίας κατά τις προαγωγικές εξετάσεις, ως εξής:

(1) Από 1-10% των επιτυχόντων 10 μόρια

(2) Από 11-20% « 9 μόρια

(3) Από 21-30% « 8 μόρια

(4) Από 31-40% « 7 μόρια

(5) Από 41-50% « 6 μόρια

(6) Από 51-60% « 5 μόρια

(7) Από 61-70% « 4 μόρια

(8) Από 71-80% « 3 μόρια

(9) Από 81-90% « 2 μόρια

(10) Από 91-100% « 1 μόριο».

3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 15 του Π.δ. 100/2003 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Οι νεοπροαγόμενοι Αρχιφύλακες που ασκούν καθήκοντα πυροτεχνουργών, συνοδών σκύλων και εκγυμναστών αυτών και προγραμματιστών - αναλυτών - χειριστών μηχανών εισαγωγής στοιχείων και χειριστών του κεντρικού συστήματος Η/Υ της Δ/νσης Πληροφορικής του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, επικεφαλείς χειριστών περιφερειακών συστημάτων (TOP USERS), οι υπηρετούντες στη Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, εφόσον είναι κάτοχοι πτυχίων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με αντικείμενο συναφές προς εκείνο της Υπηρεσίας αυτής, στην Ειδική Κατασταλτική Αντιτρομοκρατική Μονάδα (Ε.Κ.Α.Μ.), στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, καθώς και όσοι υπηρετούν στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών και ασκούν εξειδικευμένα καθήκοντα ή εργαστηριακές εξετάσεις ή έχουν υποστεί ειδικές εκπαιδεύσεις και είναι κάτοχοι πτυχίων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με αντικείμενο συναφές προς εκείνο της Υπηρεσίας αυτής, παραμένουν στις Υπηρεσίες τους, εφόσον υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις και σχετική πρόταση των Υπηρεσιών τους. Επίσης παραμένουν στην ίδια περιοχή μετάθεσης, ανεξαρτήτως ύπαρξης κενών οργανικών θέσεων, οι πολύτεκνοι, οι έχοντες μέλος της ιδίας οικογένειας με αναπηρία 67% τουλάχιστον ή με αναπηρία Α.Μ.Ε.Α., οι έχοντες τρία τέκνα, καθώς και όσοι εμπίπτουν στις περιπτώσεις του εδαφίου ιδ' παρ. 1 άρθρου 17 του παρόντος διατάγματος, καθώς και εκείνοι που μετατέθηκαν με αντικειμενικά κριτήρια στον τόπο συμφερόντων τους και όσοι τοποθετήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του παρόντος διατάγματος».

Άρθρο 10

1. Η περίπτωση δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«δ. Σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή τέκνου ή πάθησης από δυσίατο νόσημα, όπως αυτό ορίζεται στην υπ' αριθμ. Υ1/Γ.Π./οικ.16884 από 12-10-2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (Β'1386), όπως ισχύει, του αστυνομικού ή μέλους της ίδιας οικογένειάς του, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου στην Υπηρεσία του και έκδοση σχετικής γνωμάτευσης από την Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή (Α.Υ.Ε.) της Ελληνικής Αστυνομίας.

Με την αίτηση συνυποβάλλονται: α) αντίγραφο του ατομικού δελτίου ασθενειών, εφόσον η πάθηση αφορά τον ίδιο, β) πλήρες ιστορικό της νόσου από τον θεράποντα ιατρό, γ) αντίγραφο των σχετικών προς την επικαλούμενη πάθηση εντολών υγειονομικής περίθαλψης και συνταγογραφούμενων φαρμάκων, από τα ατομικά βιβλιάρια νοσηλείας και συνταγολογίου, δ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου, ειδικού επί της παθήσεως και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με την πάθηση, όπως εξιτήριο Νοσοκομείου ή Κλινικής, γνωματεύσεις Υγειονομικών Επιτροπών ή άλλων ειδικών επί της παθήσεως ιατρών, αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων κ.λπ., προς διευκόλυνση του ιδίου και των αρμοδίων Υπηρεσιών και ε) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου του τόπου για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος, στην οποία να αναφέρεται ότι ο έχων την περιγραφόμενη πάθηση θα δύναται να παρακολουθείται για το πρόβλημά του στον τόπο αυτό ή προσκόμιση αντίστοιχης γνωμάτευσης ιατρού, ειδικού επί της παθήσεως, του τόπου για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος.

Η Υπηρεσία του ενδιαφερομένου υποβάλλει την αίτηση και τα συνημμένα δικαιολογητικά στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και αυτή στη συνέχεια παραπέμπει τον πάσχοντα αστυνομικό ή το πάσχον μέλος της ιδίας οικογένειάς του ενώπιον της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής, διαβιβάζοντας αυτή όλη τη σχετική αλληλογραφία. Η αυτοπρόσωπη παρουσίαση στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή του πάσχοντος μέλους της ιδίας οικογένειας του αστυνομικού δεν απαιτείται σε περίπτωση που συντρέχουν σοβαροί λόγοι αδυναμίας μετακίνησής του, που προκύπτουν από γνωμάτευση του εκτελούντος χρέη υπηρεσιακού ιατρού στον τόπο διαμονής του ενδιαφερομένου.

Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή στη συνέχεια εξετάζει τους παραπεμπόμενους και γνωματεύει σχετικά. Σε περίπτωση που η γνωμάτευσή της αφορά αστυνομικό που πάσχει από δυσίατο νόσημα προχωρεί σε κρίση της σωματικής του ικανότητας, από υγειονομικής πλευράς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Στην ίδια γνωμάτευσή της η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή θα αποφαίνεται: α) αν πληρούνται οι προϋποθέσεις επαρκούς ιατρικής παρακολούθησης του έχοντος το δυσίατο νόσημα αιτούντος αστυνομικού ή μέλους της ιδίας οικογένειάς του στον τόπο για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος και β) αν η κατάστασή του επιτρέπει την ασφαλή μετακίνησή του».

2. Η περίπτωση ια' της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του Π.δ. 85/2011, τροποποιείται ως εξής:

«ια. Ύστερα από αίτηση αμοιβαίας μετάθεσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι υπηρετούν σε Υπηρεσίες της αυτής περιοχής μετάθεσης. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η υποβολή αίτησης αμοιβαίας μετάθεσης για άλλη περιοχή μετάθεσης, για τους αστυνομικούς μέχρι το βαθμό του Αστυνόμου Β. Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να υποβάλει αίτημα αμοιβαίας μετάθεσης με τον πρώτο επιλαχόντα των πινάκων των τακτικών μεταθέσεων του τρέχοντος έτους της αντίστοιχης περιοχής στην οποία επιθυμεί να μετατεθεί. Σε περίπτωση μη επιθυμίας του πρώτου επιλαχόντα, με μέριμνα του ενδιαφερομένου θα κινείται η ίδια διαδικασία με τον δεύτερο επιλαχόντα και ούτω καθεξής.

Η μη δήλωση επιθυμίας των επιλαχόντων, θα προκύπτει από υπεύθυνη δήλωσή τους, την οποία θα προσκομίζει μαζί με το αίτημα αμοιβαίας μετάθεσης ο ενδιαφερόμενος. Δε γίνεται δεκτή η αίτηση για αμοιβαία μετάθεση των νεοεξερχομένων των Σχολών και νεοπροαχθέντων αρχιφυλάκων, πριν την παρέλευση τριετίας από την τοποθέτηση ή μετάθεσή τους αντίστοιχα. Οι διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 12 του παρόντος έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή. Οι αμοιβαίες μεταθέσεις ενεργούνται μεταξύ κατεχόντων ίδια οργανική θέση».

3. Η περίπτωση ιδ' της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Π.δ. 100/2003, αντικαθίσταται ως εξής:

«ιδ. Για λόγους συνυπηρέτησης με σύζυγο δικαστικό λειτουργό, συνοριακό φύλακα ή ειδικό φρουρό ή στρατιωτικό ή αστυνομικό ή λιμενικό ή πυροσβεστικό υπάλληλο. Στις τέσσερις τελευταίες περιπτώσεις, ο κατά βαθμό κατώτερος ακολουθεί τον ανώτερο. Στην περίπτωση συνυπηρέτησης με σύζυγο αστυνομικό και εφόσον οι υπηρεσιακές ανάγκες το επιτρέπουν, μέχρι το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου δύναται να μην ισχύει ο προαναφερόμενος περιορισμός. Επιπλέον, για συνυπηρέτηση αστυνομικού με σύζυγο Ειδικό Φρουρό επιτρέπεται μετάθεση μέχρι και το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου.

Εάν παύσουν να υφίστανται οι λόγοι για τους οποίους πραγματοποιήθηκε η μετάθεση, πριν την παρέλευση πενταετίας από την εκτέλεση αυτής και εφόσον δεν έχει αποκτηθεί από το γάμο αυτό τέκνο, ο αστυνομικός μετατίθεται υποχρεωτικά σε Υπηρεσία της περιοχής μετάθεσης από την οποία είχε μετατεθεί για λόγους συνυπηρέτησης. Η ενημέρωση της Υπηρεσίας για έλλειψη των λόγων συνιστά υποχρέωση του ιδίου του αστυνομικού ο οποίος οφείλει να υποβάλει άμεσα σχετική αναφορά. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα».

4. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του Π.δ. 85/2011, προστίθεται περίπτωση κγ' ως εξής:

«κγ. Σε περίπτωση θανάτου γονέα ή αδελφού, ο οποίος υπηρετούσε στην Ελληνική Αστυνομία και τραυματίστηκε θανάσιμα κατά την εκτέλεση του καθήκοντος».

Άρθρο 11

1. Η περίπτωση θ' της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Π.δ. 100/2003, αντικαθίσταται ως εξής:

«θ. Για τη διευκόλυνση των καθηκόντων του Προέδρου και του Γραμματέα των Δευτεροβαθμίων Συνδικαλιστικών Οργανώσεων καθώς και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου τα οποία κατέχουν θέση στο Προεδρείο ή στην Εκτελεστική Γραμματεία των ως άνω οργανώσεων, ύστερα από αίτησή τους, εφόσον υπηρετούν σε Υπηρεσία που εδρεύει εκτός της περιοχής μετάθεσης της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής. Στην περίπτωση αυτή, οι μεν Πρόεδροι και Γραμματείς αποσπώνται στη Διεύθυνση Εσωτερικών Λειτουργιών του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους, οι δε λοιποί αποσπώνται σε Υπηρεσίες που εδρεύουν στην περιοχή μετάθεσης της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, κατόπιν αιτιολογημένης πρότασης των ως άνω οργανώσεων και για το χρονικό διάστημα που χρειάζεται για την άσκηση των καθηκόντων τους κατά τη διάρκεια της θητείας τους».

2. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 11 του Π.δ. 85/2011 και την παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Π.δ. 132/2011, προστίθενται περιπτώσεις ιε’ ιστ' και ιζ' ως εξής:

«ιε. Σε περίπτωση διορισμού ως δικαστικού συμπαραστάτη από το αρμόδιο δικαστήριο σε γονείς ή αδέλφια που πάσχουν από δυσίατο νόσημα, όπως αυτό ορίζεται στην υπ' αριθμ. Υ1/Γ.Π./οικ.16884 από 12-10-2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (Β'1386), όπως ισχύει, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου στην Υπηρεσία του και έκδοση σχετικής γνωμάτευσης από την Ανωτάτη Υγειονομική Επιτροπή της Ελληνικής Αστυνομίας. Με την αίτηση συνυποβάλλονται α) πλήρες ιστορικό της νόσου από τον θεράποντα ιατρό, β) αντίγραφο των σχετικών προς την επικαλούμενη πάθηση εντολών υγειονομικής περίθαλψης και συνταγογραφούμενων φαρμάκων, από τα ατομικά βιβλιάρια νοσηλείας και συνταγολογίου, γ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου, ειδικού επί της παθήσεως και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με την πάθηση, όπως εξιτήριο Νοσοκομείου ή Κλινικής, γνωματεύσεις Υγειονομικών Επιτροπών ή άλλων ειδικών επί της παθήσεως ιατρών, αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων κ.λπ., προς διευκόλυνση του ιδίου και των αρμοδίων Υπηρεσιών και δ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου του τόπου για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος, στην οποία να αναφέρεται ότι ο έχων την περιγραφόμενη πάθηση θα δύναται να παρακολουθείται για το πρόβλημά του στον τόπο αυτό ή προσκόμιση αντίστοιχης γνωμάτευσης ιατρού, ειδικού επί της παθήσεως, του τόπου για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος.

Η Υπηρεσία του ενδιαφερομένου υποβάλλει την αίτηση και τα συνημμένα δικαιολογητικά στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και αυτή στη συνέχεια παραπέμπει το πάσχον μέλος της οικογένείας του ενώπιον της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής, διαβιβάζοντας αυτή όλη τη σχετική αλληλογραφία. Η αυτοπρόσωπη παρουσίαση στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή του πάσχοντος μέλους της οικογένειάς του αστυνομικού δεν απαιτείται σε περίπτωση που συντρέχουν σοβαροί λόγοι αδυναμίας μετακίνησής του, που προκύπτουν από γνωμάτευση του εκτελούντος χρέη υπηρεσιακού ιατρού στον τόπο διαμονής του ενδιαφερομένου.

Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή στη συνέχεια εξετάζει τους παραπεμπόμενους και γνωματεύει σχετικά. Στην ίδια γνωμάτευση, η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή αποφαίνεται αν πληρούνται οι προϋποθέσεις επαρκούς ιατρικής παρακολούθησης του έχοντος το δυσίατο νόσημα μέλους της οικογένειας του αστυνομικού στον τόπο για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος. Η διάρκεια της απόσπασης είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κατ' έτος εφόσον ο αστυνομικός αποδεικνύει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις οποίες αρχικά χορηγήθηκε. Ο χρόνος απόσπασης λογίζεται ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του και δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης.

ιστ. Σε περίπτωση διάζευξης αστυνομικού και στον οποίο έχει ανατεθεί η επιμέλεια του ανήλικου τέκνου του. Η διάρκεια της απόσπασης είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κατ' έτος εφόσον ο αστυνομικός αποδεικνύει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις οποίες αρχικά χορηγήθηκε, υποβάλοντας πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο. Η ενημέρωση της Υπηρεσίας για τυχόν μεταβολή της οικογενειακής κατάστασης συνιστά υποχρέωση του ίδιου του αστυνομικού ο οποίος οφείλει να υποβάλει άμεσα σχετική αναφορά. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χρόνος απόσπασης λογίζεται ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του και δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης.

ιζ. Για τους νεοεξερχόμενους Αστυφύλακες και Υπαστυνόμους Β' από τη Σχολή Αξιωματικών, καθώς και για τους νεοπροαχθέντες Αρχιφύλακες, σε Αστυνομικά Τμήματα των Διευθύνσεων Αστυνομίας Αλεξανδρούπολης, Ορεστιάδας, Λέσβου, Σάμου, Χίου, Α' Δωδεκανήσου και Β' Δωδεκανήσου, μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από την τοποθέτηση ή μετάθεσή τους αντίστοιχα. Επίσης, οι νεοεξερχόμενοι Υπαστυνόμοι Β' από τη Σχολή Αξιωματικών δύνανται να αποσπούνται κατ' εφαρμογή του άρθρου 19 παρ. 2 περίπτ. σε Αστυνομικά Τμήματα ή Αστυνομικούς Σταθμούς της αυτής περιοχής μετάθεσης, μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από την τοποθέτησή τους, εφόσον δεν είναι δυνατή η απόσπαση έτερου Αξιωματικού για την αναπλήρωση κωλυομένου Υπαστυνόμου που διοικεί αυτοτελή Υπηρεσία».

Άρθρο12

Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του Π.δ. 100/2003, προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Δύναται να ανανεωθεί για ακόμη δύο (2) μήνες, χωρίς τη συναίνεση του μετακινούμενου. Δεν επιτρέπεται νέα προσωρινή μετακίνηση εφόσον έχει συμπληρωθεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και δεν έχει παρέλθει έτος από τη λήξη της προηγούμενης προσωρινής μετακίνησης. Δυνατότητα περαιτέρω ανανέωσής της χωρίς τις προαναφερόμενες χρονικές προϋποθέσεις, θα υφίσταται μόνο με τη συναίνεση του μετακινούμενου».

Άρθρο 13

Η περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του Π.δ. 100/2003, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής: «α. Από την προκήρυξη των εκλογών (Ευρωεκλογές -Βουλευτικές - Νομαρχιακές - Δημοτικές) ή δημοψηφίσματος και μέχρι την πέμπτη ημέρα από την ημερομηνία διεξαγωγής της ψηφοφορίας».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

Τροποποίηση διατάξεων του Π.δ. 211/2005 «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετακινήσεις συνοριακών φυλάκων και ειδικών φρουρών» (Α' 254)

Άρθρο 14

1. Οι περιπτώσεις α, β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίστανται ως εξής:

«α. Του τόπου γέννησης του ιδίου ή του συζύγου του ή του πλησιέστερου προς αυτόν τόπου της αυτής περιοχής μετάθεσης,

β. Του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο ίδιος και γ. Του τόπου στον οποίο έχει ιδιόκτητη κατοικία ο ίδιος, ο/η σύζυγός του ή οι γονείς του ιδίου».

2. Στο άρθρο 2 του Π.δ. 211/2005 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:

«6. Ως δυσίατα νοσήματα θεωρούνται οι νοσηρές καταστάσεις και τα νοσήματα, που απαιτούν μακροχρόνια νοσηλεία ή θεραπεία, προσβάλλουν ένα ή περισσότερα όργανα και χαρακτηρίζονται από εξάρσεις ή υφέσεις».

Άρθρο 15

1. Η υποπερίπτωση (4) της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«(4) Οι έγγαμοι ειδικοί φρουροί για κάθε πλήρες έτος μετάθεσης μακράν του τόπου κατοικίας του/της συζύγου του/της λόγω εργασίας ή ασκήσεως επαγγέλματος, που πιστοποιείται με βεβαίωση του αρμοδίου ασφαλιστικού φορέα και βεβαίωση διαμονής του οικείου Δήμου, εφόσον ο τόπος αυτός ανήκει σε άλλη περιοχή μετάθεσης και απέχει τουλάχιστον τριάντα (30) χιλιόμετρα από την έδρα της Υπηρεσίας τους και υποβάλλουν κατ' έτος αίτηση μετάθεσης για τον τόπο αυτό, λαμβάνουν ένα (1) μόριο για απόσταση από 30 έως 200 χλμ, τρία (3) μόρια για απόσταση από 201 έως 400 χλμ και πέντε (5) μόρια για απόσταση πέραν των 401 χλμ. Η υποβολή αίτησης για τον ως άνω σκοπό επιτρέπεται και στην περίπτωση που δεν έχουν προκηρυχθεί προς κάλυψη κενές θέσεις της κατηγορίας τους για τη συγκεκριμένη περιοχή μετάθεσης ανεξαρτήτως αν συντρέχουν οι χρονικές προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 12».

2. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Π.δ. 211/2005, προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Ο χρόνος απόσπασης - μετακίνησης ειδικού φρουρού με αίτησή του στον τόπο συμφερόντων του, εξαιρουμένων των αποσπάσεων - μετακινήσεων που διατάσσονται για ενίσχυση αστυνομικών Υπηρεσιών αεροδρομίων και αστυνομικών Υπηρεσιών σε περιοχές αυξημένου τουριστικού ενδιαφέροντος, λογίζεται για το διάστημα αυτό, ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του.

Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται για τους ειδικούς φρουρούς που αποσπώνται ή μετακινούνται σε Υπηρεσίες των Διευθύνσεων Αστυνομίας Αλεξανδρούπολης, Ορεστιάδας, Λέσβου, Σάμου, Χίου, Α' Δωδεκανήσου και Β' Δωδεκανήσου. Επίσης, δεν εφαρμόζεται για τους ειδικούς φρουρούς που αποσπώνται ή μετακινούνται για τη διαχείριση μεταναστευτικών ροών καθώς και για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων, έκτακτων και απρόβλεπτων φυσικών καταστροφών ευρείας κλίμακας, όταν η ενίσχυση διενεργείται κατόπιν πρωτοβουλίας της Υπηρεσίας».

3. Η παράγραφος 4 του άρθρου 3 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Στη σειρά προτεραιότητας για τις μεταθέσεις με αντικειμενικά κριτήρια (μόρια) προηγούνται οι ειδικοί φρουροί που έχουν στην περιοχή, για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».

4. Η παράγραφος 5 του άρθρου 3 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Τα μόρια που λαμβάνει ο ειδικός φρουρός λόγω αποστάσεως από τον τόπο συμφερόντων του ή τον τόπο κατοικίας λόγω εργασίας ή ασκήσεως επαγγέλματος της συζύγου του διαγράφονται μετά την κοινοποίηση της διαταγής μετάθεσής του στην περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων του, καθώς και μετά την τυχόν ακύρωση της μετάθεσής του σε οποιαδήποτε περιοχή μετάθεσης. Μετά την ακύρωση της μετάθεσης, τα ανωτέρω τυχόν δικαιούμενα μόρια, προσμετρούνται από την Σεπτεμβρίου του έτους ακύρωσης της μετάθεσης».

Άρθρο 16

1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 4 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Η υποβολή δήλωσης αλλαγής τόπου συμφερόντων μεταβάλει τον αριθμό μορίων που συγκεντρώθηκαν με βάση τον προηγούμενο τόπο συμφερόντων. Τα μόρια που αναλογούν σε κάθε ενδιαφερόμενο υπολογίζονται σύμφωνα με το νέο τόπο συμφερόντων, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 3».

2. Η παράγραφος 4 του άρθρου 6 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Η Σχολή Αστυφυλάκων, κοινοποιεί στους συνοριακούς φύλακες, ένα μήνα πριν την αποφοίτησή τους, την απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας περί κατανομής των οργανικών θέσεων της κατηγορίας τους και τους καλεί να υποβάλουν αιτήσεις στις οποίες δηλώνουν υποχρεωτικά όλες τις Υπηρεσίες που αναφέρονται στην απόφαση, κατά σειρά προτίμησής τους. Όσοι υπάγονται στην κατηγορία της παραγράφου 6, υποβάλλουν και αντίγραφα των σχετικών πιστοποιητικών. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας τουλάχιστον 15 ημέρες πριν την αποφοίτησή τους».

3. Η παράγραφος 5 του άρθρου 6 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Στις τοποθετήσεις που αφορούν την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου προηγούνται οι συνοριακοί φύλακες που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».

Άρθρο 17

1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του Π.δ. 211/2005, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Π.δ. 161/2008 (Α'221), αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας καθορίζεται ο αριθμός των κενών οργανικών θέσεων που, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες, θα πληρωθούν από τους αποφοιτούντες ειδικούς φρουρούς, κατά Διεύθυνση Αστυνομίας ή ισότιμη Υπηρεσία. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται ένα μήνα τουλάχιστον πριν από την αποφοίτησή τους στις Διευθύνσεις Αστυνομίας ή ισότιμες Υπηρεσίες στις οποίες θα τοποθετηθούν και στη Σχολή Αστυφυλάκων. Οι Υπηρεσίες αυτές οφείλουν, μέσα σε 10 ημέρες από την κοινοποίηση, να αναφέρουν στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας τις συγκεκριμένες Υπηρεσίες δικαιοδοσίας τους που θα τοποθετήσουν τους ειδικούς φρουρούς που κατανέμονται με την απόφαση του Αρχηγού. Η Σχολή Αστυφυλάκων κοινοποιεί αμέσως την απόφαση αυτή στους ειδικούς φρουρούς, οι οποίοι δηλώνουν υποχρεωτικά με αίτησή τους όλες τις Υπηρεσίες που αναφέρονται σ' αυτή, κατά σειρά προτίμησής τους, με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας τουλάχιστον 15 ημέρες πριν την αποφοίτησή τους».

2. Η παράγραφος 4 του άρθρου 7 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Στις τοποθετήσεις προηγούνται οι ειδικοί φρουροί που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».

Άρθρο 18

Η παράγραφος 2 του άρθρου 8 του Π.δ. 211/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι μετατασσόμενοι σε υπηρεσία γραφείου τοποθετούνται με διαταγή του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, αποκλειστικά για την άσκηση καθηκόντων διοικητικής υποστήριξης.

Όσοι από τους μετατασσόμενους σε υπηρεσία γραφείου τοποθετήθηκαν σε άλλη περιοχή μετάθεσης κατ' εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου και στη συνέχεια επανέρχονται στην ενεργό υπηρεσία, τοποθετούνται υποχρεωτικά σε υπηρεσία της ίδιας περιοχής μετάθεσης στην οποία υπηρετούσαν κατά το χρόνο μετάταξής τους σε υπηρεσία γραφείου».

Άρθρο 19

Η παράγραφος 3 του άρθρου 11 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Οι αιτήσεις για μεταθέσεις εντός της ίδιας περιοχής μετάθεσης υποβάλλονται το πρώτο 15νθήμερο του Μαΐου. Οι μεταθέσεις διατάσσονται το δεύτερο 15νθήμερο του Ιουλίου και πραγματοποιούνται μέχρι 31 Αυγούστου κάθε έτους. Στη σειρά προτεραιότητας προηγούνται οι συνοριακοί φύλακες που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».

Άρθρο 20

1. Η παράγραφος 6 του άρθρου 12 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Στη σειρά προτεραιότητας προηγούνται οι ειδικοί φρουροί που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».

2. Η παράγραφος 8 του άρθρου 12 του Π.δ. 211/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«8. Οι ειδικοί φρουροί, δύνανται να υποβάλουν αιτήσεις μετάθεσης με αντικειμενικά κριτήρια (μόρια), ακόμα και όταν δεν έχουν προκηρυχθεί κενές, προς κάλυψη, θέσεις της κατηγορίας τους, για την περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων τους, ανεξάρτητα εάν έχουν την προϋπόθεση της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, εφόσον υπάγονται στις ακόλουθες κατηγορίες:

α. πολύτεκνοι

β. έχοντες μέλος της ιδίας οικογένειας με αναπηρία 67% τουλάχιστον ή με αναπηρία Α.ΜΕ.Α.

γ. έχοντες τρία (3) τέκνα.

Επί των αιτήσεων αυτών αποφαίνεται το αρμόδιο όργανο, βάσει κοινωνικών και υπηρεσιακών κριτηρίων. Οι αιτούντες ειδικοί φρουροί δύνανται να μετατεθούν κάνοντας χρήση των διατάξεων της παρούσας παραγράφου μόνο μία φορά».

3. Η παράγραφος 9 του άρθρου 12 του Π.δ. 211/2005, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 166/2007 και τροποποιήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 36/2011 (Α' 95), αντικαθίσταται ως εξής:

«9. Το Γ' δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου κάθε έτους, ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, εκτιμώντας τις υπηρεσιακές ανάγκες, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί από τις τελευταίες τακτικές μεταθέσεις καταρτίζει αριθμητικούς πίνακες κατά Διεύθυνση Αστυνομίας ή άλλη εξομοιούμενη με αυτή Υπηρεσία κενών οργανικών θέσεων σε ειδικούς φρουρούς που πρέπει να πληρωθούν κατά το Γ' δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου, λαμβάνοντας υπόψη και τις αιτήσεις ακυρώσεως που προέκυψαν από τις τακτικές μεταθέσεις. Οι θέσεις θα καλύπτονται από ειδικούς φρουρούς που ζητούσαν μετάθεση για τις Υπηρεσίες αυτές και μνημονεύονται στους πίνακες των τακτικών μεταθέσεων».

4. Στο τέλος του άρθρου 12 του Π.δ. 211/2005, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του Π.δ. 161/2008, τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 166/2007 και την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 36/2011, προστίθεται παράγραφος 10 ως εξής:

«10. Ειδικοί φρουροί που μετατίθενται για λόγους πειθαρχίας σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13, δεν επιτρέπεται για οποιοδήποτε λόγο να μετατεθούν εκ νέου σε Υπηρεσίες της περιοχής από την οποία μετατέθηκαν πριν την παρέλευση δεκαετίας».

Άρθρο 21

1. Η περίπτωση γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«γ. Όταν υποβαθμίζεται ή καταργείται Υπηρεσία ή ιδρύεται νέα. Στην τελευταία περίπτωση και εφόσον στη νέα Υπηρεσία μετατίθεται προσωπικό από άλλη περιοχή μετάθεσης, αυτό προέρχεται από τους οικείους πίνακες τακτικών μεταθέσεων κατά σειρά προτεραιότητας. Σε περίπτωση που οι θέσεις δεν καλύπτονται από τους παραπάνω πίνακες καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλλουν σχετική αίτηση, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 11 και 12 του παρόντος διατάγματος».

2. Η περίπτωση ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«ε. Σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή τέκνου ή πάθησης από δυσίατο νόσημα, όπως αυτό ορίζεται στην υπ' αριθμ. Υ1/Γ.Π./οικ.16884 από 12-10-2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (Β'1386), όπως ισχύει, του ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα ή μέλους της ίδιας οικογένειάς του, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου στην Υπηρεσία του και έκδοση σχετικής γνωμάτευσης από την Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή (Α.Υ.Ε.) της Ελληνικής Αστυνομίας.

Με την αίτηση συνυποβάλλονται: α) αντίγραφο του ατομικού δελτίου ασθενειών, εφόσον η πάθηση αφορά τον ίδιο, β) πλήρες ιστορικό της νόσου από τον θεράποντα ιατρό, γ) αντίγραφο των σχετικών προς την επικαλούμενη πάθηση εντολών υγειονομικής περίθαλψης και συνταγογραφούμενων φαρμάκων, από τα ατομικά βιβλιάρια νοσηλείας και συνταγολογίου, δ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου, ειδικού επί της παθήσεως και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με την πάθηση, όπως εξιτήριο Νοσοκομείου ή Κλινικής, γνωματεύσεις Υγειονομικών Επιτροπών ή άλλων ειδικών επί της παθήσεως ιατρών, αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων κ.λπ., προς διευκόλυνση του ιδίου και των αρμοδίων Υπηρεσιών και ε) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου του τόπου για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος, στην οποία να αναφέρεται ότι ο έχων την περιγραφόμενη πάθηση θα δύναται να παρακολουθείται για το πρόβλημά του στον τόπο αυτό ή προσκόμιση αντίστοιχης γνωμάτευσης ιατρού, ειδικού επί της παθήσεως, του τόπου για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος.

Η Υπηρεσία του ενδιαφερομένου υποβάλλει την αίτηση και τα συνημμένα δικαιολογητικά στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και αυτή στη συνέχεια παραπέμπει τον πάσχοντα ειδικό φρουρό ή συνοριακό φύλακα ή το πάσχον μέλος της ιδίας οικογένειάς του ενώπιον της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής, διαβιβάζοντας σ' αυτή όλη τη σχετική αλληλογραφία. Η αυτοπρόσωπη παρουσίαση στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή του πάσχοντος μέλους της ιδίας οικογένειας του ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα δεν απαιτείται σε περίπτωση που συντρέχουν σοβαροί λόγοι αδυναμίας μετακίνησής του, που προκύπτουν από γνωμάτευση του εκτελούντος χρέη υπηρεσιακού ιατρού στον τόπο διαμονής του ενδιαφερομένου.

Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή στη συνέχεια εξετάζει τους παραπεμπόμενους και γνωματεύει σχετικά. Σε περίπτωση που η γνωμάτευσή της αφορά ειδικό φρουρό ή συνοριακό φύλακα που πάσχει από δυσίατο νόσημα προχωρεί σε κρίση της σωματικής του ικανότητας, από υγειονομικής πλευράς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Στην ίδια γνωμάτευσή της η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή θα αποφαίνεται: α) αν πληρούνται οι προϋποθέσεις επαρκούς ιατρικής παρακολούθησης του έχοντος το δυσίατο νόσημα αιτούντος ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα ή μέλους της ιδίας οικογένειάς του στον τόπο για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος και β) αν η κατάστασή του επιτρέπει την ασφαλή μετακίνησή του».

3. Η περίπτωση στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«στ. Ύστερα από αίτηση αμοιβαίας μετάθεσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι υπηρετούν σε Υπηρεσίες της αυτής περιοχής μετάθεσης. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η υποβολή αίτησης αμοιβαίας μετάθεσης για άλλη περιοχή μετάθεσης. Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να υποβάλει αίτημα αμοιβαίας μετάθεσης με τον πρώτο επιλαχόντα των πινάκων των τακτικών μεταθέσεων του τρέχοντος έτους της αντίστοιχης περιοχής στην οποία επιθυμεί να μετατεθεί. Σε περίπτωση μη επιθυμίας του πρώτου επιλαχόντα, με μέριμνα του ενδιαφερομένου θα κινείται η ίδια διαδικασία με τον δεύτερο επιλαχόντα και ούτω καθεξής. Η μη δήλωση επιθυμίας των επιλαχόντων, θα προκύπτει από υπεύθυνη δήλωσή τους, την οποία θα προσκομίζει μαζί με το αίτημα αμοιβαίας μετάθεσης ο ενδιαφερόμενος. Οι διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 12 του παρόντος έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή».

4. Η περίπτωση ζ' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«ζ. Για λόγους συνυπηρέτησης με σύζυγο αστυνομικό ή συνοριακό φύλακα ή ειδικό φρουρό ή πυροσβεστικό υπάλληλο ή στρατιωτικό ή λιμενικό ή δικαστικό λειτουργό. Σε περίπτωση που ο σύζυγος του συνοριακού φύλακα υπηρετεί σε περιοχή που δεν έχουν κατανεμηθεί οργανικές θέσεις της κατηγορίας του δύναται να υπηρετήσει στην πλησιέστερη Διεύθυνση Αστυνομίας, που υπάρχουν οργανικές θέσεις.

Εάν παύσουν να υφίστανται οι λόγοι για τους οποίους πραγματοποιήθηκε η μετάθεση, πριν την παρέλευση πενταετίας από την εκτέλεση αυτής και εφόσον δεν έχει αποκτηθεί από το γάμο αυτό τέκνο, ο ειδικός φρουρός-συνοριακός φύλακας μετατίθεται υποχρεωτικά σε Υπηρεσία της περιοχής μετάθεσης από την οποία είχε μετατεθεί για λόγους συνυπηρέτησης. Η ενημέρωση της Υπηρεσίας για έλλειψη των λόγων συνιστά υποχρέωση του ιδίου του ειδικού φρουρού ο οποίος οφείλει να υποβάλει άμεσα σχετική αναφορά. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα».

5. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, προστίθεται περίπτωση η' ως εξής:

«η. Σε περίπτωση θανάτου γονέα ή αδελφού, ο οποίος υπηρετούσε στην Ελληνική Αστυνομία και τραυματίστηκε θανάσιμα κατά την εκτέλεση του καθήκοντος».

Άρθρο 22

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 15 του Π.δ. 211/2005 προστίθενται περιπτώσεις γ; δ; ε' και στ' ως εξής:

«γ. Για την άσκηση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 93 του Ν.3852/2010 (Α' 87), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του Ν.4071/2012 (Α' 85) και ισχύει. Καθ' όλη τη διάρκεια της απόσπασης τους λογίζεται ότι υπηρετούν στον τόπο συμφερόντων τους και ο χρόνος αυτός δεν θεμελιώνει δικαίωμα αίτησης μετάθεσης.

δ. Σε περίπτωση σπουδών σε Σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για την απόκτηση πρώτου πτυχίου. Η αίτηση απόσπασης ή ανανέωσης αυτής υποβάλλεται το πρώτο 15νθήμερο του μηνός Οκτωβρίου εκάστου έτους, για την περιοχή μετάθεσης, όπου εδρεύει η Σχολή και διαρκεί μέχρι 31 Οκτωβρίου του επόμενου έτους. Η απόσπαση αυτή ανανεώνεται για όσα χρόνια προβλέπεται φοίτηση στη Σχολή, συν δύο (2) έτη, εφόσον ο ειδικός φρουρός-συνοριακός φύλακας προσκομίζει βεβαίωση της οικείας Σχολής από την οποία να προκύπτει ότι έλαβε προαγωγικό βαθμό σε ποσοστό τουλάχιστον 40% των μαθημάτων και των δύο εξαμήνων, στα οποία προστίθενται και τα τυχόν μεταφερόμενα από προηγούμενα εξάμηνα. Ο ειδικός φρουρός- συνοριακός φύλακας στην περίπτωση αυτή λογίζεται, ότι υπηρετεί καθ' όλη τη διάρκεια της απόσπασής του στον τόπο συμφερόντων του. Ο χρόνος απόσπασής του δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση του δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης.

ε. Σε περίπτωση διορισμού ως δικαστικού συμπαραστάτη από το αρμόδιο δικαστήριο σε γονείς ή αδέλφια που πάσχουν από δυσίατο νόσημα, όπως αυτό ορίζεται στην υπ' αριθμ. Υ1/Γ.Π./οικ.16884 από 12-10-2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (Β'1386), όπως ισχύει, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου στην Υπηρεσία του και έκδοση σχετικής γνωμάτευσης από την Ανωτάτη Υγειονομική Επιτροπή της Ελληνικής Αστυνομίας. Με την αίτηση συνυποβάλλονται α) πλήρες ιστορικό της νόσου από τον θεράποντα ιατρό, β) αντίγραφο των σχετικών προς την επικαλούμενη πάθηση εντολών υγειονομικής περίθαλψης και συνταγογραφούμενων φαρμάκων, από τα ατομικά βιβλιάρια νοσηλείας και συνταγολογίου, γ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου, ειδικού επί της παθήσεως και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με την πάθηση, όπως εξιτήριο Νοσοκομείου ή Κλινικής, γνωματεύσεις Υγειονομικών Επιτροπών ή άλλων ειδικών επί της παθήσεως ιατρών, αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων κ.λπ., προς διευκόλυνση του ιδίου και των αρμοδίων Υπηρεσιών και δ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου του τόπου για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος, στην οποία να αναφέρεται ότι ο έχων την περιγραφόμενη πάθηση θα δύναται να παρακολουθείται για το πρόβλημά του στον τόπο αυτό ή προσκόμιση αντίστοιχης γνωμάτευσης ιατρού, ειδικού επί της παθήσεως, του τόπου για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος.

Η Υπηρεσία του ενδιαφερομένου υποβάλλει την αίτηση και τα συνημμένα δικαιολογητικά στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και αυτή στη συνέχεια παραπέμπει το πάσχον μέλος της οικογένείας του ενώπιον της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής, διαβιβάζοντας αυτή όλη τη σχετική αλληλογραφία. Η αυτοπρόσωπη παρουσίαση στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή του πάσχοντος μέλους της οικογένειάς του ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα δεν απαιτείται σε περίπτωση που συντρέχουν σοβαροί λόγοι αδυναμίας μετακίνησής του, που προκύπτουν από γνωμάτευση του εκτελούντος χρέη υπηρεσιακού ιατρού στον τόπο διαμονής του ενδιαφερομένου.

Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή στη συνέχεια εξετάζει τους παραπεμπόμενους και γνωματεύει σχετικά. Στην ίδια γνωμάτευση, η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή αποφαίνεται αν πληρούνται οι προϋποθέσεις επαρκούς ιατρικής παρακολούθησης του έχοντος το δυσίατο νόσημα μέλους της οικογένειας του ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα στον τόπο για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος. Η διάρκεια της απόσπασης είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κατ' έτος εφόσον ο ειδικός φρουρός ή συνοριακός φύλακας αποδεικνύει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις οποίες αρχικά χορηγήθηκε. Ο χρόνος απόσπασης λογίζεται ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του και δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης.

στ. Σε περίπτωση διάζευξης και ανάθεσης επιμέλειας ανήλικου τέκνου. Η διάρκεια της απόσπασης είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κατ' έτος εφόσον ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις οποίες αρχικά χορηγήθηκε, υποβάλλοντας πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο. Η ενημέρωση της Υπηρεσίας για τυχόν μεταβολή της οικογενειακής κατάστασης συνιστά υποχρέωση του ίδιου του Ειδικού Φρουρού -Συνοριακού Φύλακα ο οποίος οφείλει να υποβάλει άμεσα σχετική αναφορά. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χρόνος απόσπασης λογίζεται ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του και δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης».

Άρθρο 23

Στο τέλος του άρθρου 16 του Π.δ. 211/2005 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Δύναται να ανανεωθεί για ακόμη δύο (2) μήνες, χωρίς τη συναίνεση του μετακινούμενου. Δεν επιτρέπεται νέα προσωρινή μετακίνηση εφόσον έχει συμπληρωθεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και δεν έχει παρέλθει έτος από τη λήξη της προηγούμενης προσωρινής μετακίνησης. Δυνατότητα περαιτέρω ανανέωσής της χωρίς τις προαναφερόμενες χρονικές προϋποθέσεις, θα υφίσταται μόνο με τη συναίνεση του μετακινούμενου».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

Τροποποίηση Π.δ. 27/1986 «Άδειες Προσωπικού Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Τάξης του Υπουργείου Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης» (Α'11)

Άρθρο 24

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του Π.δ. 27/1986, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Π.δ. 12/1994 (Α'10) και το άρθρο 2 του Π.δ. 66/2000 (Α'57), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Η άδεια μητρότητας των γυναικών αστυνομικών χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52 του Ν. 3528/2007 «Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ». (Α'26). Στους άνδρες αστυνομικούς χορηγείται άδεια με αποδοχές, διάρκειας τριών (3) ημερών, σε περίπτωση γέννησης τέκνου τους, κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη γέννηση. Στους αστυνομικούς που υιοθετούν τέκνο χορηγείται με τους ίδιους όρους η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 52 του Ν. 3528/2007 άδεια».

2. Η παράγραφος 5 του άρθρου 10 του Π.δ. 27/1986 αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Γονείς που έχουν ανήλικα τέκνα, τα οποία είναι μαθητές στοιχειώδους, μέσης, γενικής ή τεχνικής εκπαίδευσης δικαιούνται να απουσιάζουν ορισμένες ώρες ή ολόκληρη την ημέρα από την εργασία τους για να επισκεφθούν το σχολείο των παιδιών τους προς παρακολούθηση της σχολικής τους επίδοσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις που εφαρμόζονται για τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους».

3. Στο τέλος της παραγράφου 11 του άρθρου 10 του Π.δ. 27/1986, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1του Π.δ. 13/2007 (Α'9), προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να αιτηθούν αντί του μειωμένου ωραρίου, τη χορήγηση, ανά ημερολογιακό έτος και ανά περίπτωση πάσχοντος, άδειας απουσίας διάρκειας είκοσι (20) ημερών, με αποδοχές. Οι διευκολύνσεις της παρούσας παραγράφου χορηγούνται από τους αρμόδιους κατά περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 14. Κατ' εξαίρεση, για το προσωπικό που αναφέρεται στις περιπτώσεις η', ιε' και ιζ' του άρθρου 14, οι ως άνω διευκολύνσεις χορηγούνται από τους αρμόδιους για τη χορήγηση αδειών των περιπτώσεων ζ, ιδ' και ιστ' του ιδίου άρθρου, αντίστοιχα.

4. Στο άρθρο 10 του Π.δ. 27/1986 προστίθενται παράγραφοι 12, 13 και 14 ως εξής:

«12. Στις γυναίκες αστυνομικούς που υποβάλλονται σε διαδικασία ιατρικά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, χορηγείται άδεια απουσίας μίας (1) ημέρας κατά την ημέρα της ωοληψίας και άδεια απουσίας δεκαπέντε (15) ημερών από την εμβρυομεταφορά, με αποδοχές. Στους άνδρες αστυνομικούς χορηγείται άδεια απουσίας μίας (1) ημέρας, κατά την ημέρα της ωοληψίας, καθώς και άδεια απουσίας μίας (1) ημέρας, κατά την ημέρα της εμβρυομεταφοράς της συζύγου του, με αποδοχές.

Αρμόδιοι για την έγκριση χορήγησης των προβλεπόμενων από την παρούσα παράγραφο αδειών είναι οι οριζόμενοι στο άρθρο 14 και για τη χορήγηση τους απαιτείται η προσκόμιση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων του δημόσιου ή ιδιωτικού κέντρου πραγματοποίησης της διαδικασίας ιατρικά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

13. Στο αστυνομικό προσωπικό χορηγείται άδεια, με αποδοχές, διάρκειας πέντε (5) ημερών σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή συγγενούς έως και β' βαθμού εξ αίματος ή έως και α' βαθμού εξ αγχιστείας, κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την επέλευση του θανάτου.

Αρμόδιοι για την έγκριση χορήγησης της προβλεπόμενης από την παρούσα παράγραφο άδειας είναι οι οριζόμενοι στο άρθρο 14 και για τη χορήγησή της απαιτείται η προσκόμιση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων.

14. Το αστυνομικό προσωπικό που πάσχει από νόσημα, το οποίο απαιτεί τακτικές μεταγγίσεις αίματος ή χρήζει περιοδικής νοσηλείας χορηγείται ειδική άδεια απουσίας με αποδοχές έως είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες το χρόνο. Η ως άνω άδεια χορηγείται και στους αστυνομικούς των οποίων οι σύζυγοι ή τα τέκνα πάσχουν από νόσημα, το οποίο απαιτεί τακτικές μεταγγίσεις αίματος ή χρήζουν περιοδικής νοσηλείας, ανά περίπτωση πάσχοντος. Τα νοσήματα που απαιτούν περιοδική νοσηλεία καθορίζονται στις διατάξεις της υπ' αριθ. Φ.400/39/5521 Σχ. 149 από 19.2.1998 απόφασης Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Υγείας και Πρόνοιας (Β'235), όπως εκάστοτε ισχύει.

Η εν λόγω άδεια χορηγείται από τους αρμόδιους κατά περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 14. Κατ' εξαίρεση, για το προσωπικό που αναφέρεται στις περιπτώσεις η', ιε' και ιζ' του άρθρου 14, η εν λόγω άδεια χορηγείται από τους αρμόδιους για τη χορήγηση αδειών των περιπτώσεων ζ', ιδ' και ιστ' του ιδίου άρθρου, αντίστοιχα.

Άρθρο 25

1. Μετά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 10Α του Π.δ. 27/1986, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 του Π.δ. 70/2011 (Α'169), προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Ειδικά, η άδεια εννέα (9) μηνών με αποδοχές για ανατροφή παιδιού χορηγείται άπαξ και εξαντλείται μέχρι το παιδί να συμπληρώσει το έκτο (6ο) έτος της ηλικίας του».

2. Στο τέλος του άρθρου 10Α του Π.δ. 27/1986, προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Για τους γονείς μονογονεϊκών οικογενειών, τους γονείς μετά από διαζύγιο ή ακύρωση γάμου, οι οποίοι έχουν τη γονική μέριμνα του τέκνου, καθώς και στην περίπτωση που ο ένας εκ των δύο γονέων πάσχει από ψυχική, νοητική ή σωματική αναπηρία με ποσοστό 67% και άνω, η άδεια ανατροφής του τέκνου αυξάνεται κατά ένα (1) μήνα. Το ως άνω διάστημα αυξάνεται κατά δεκαπέντε (15) ημέρες για κάθε επιπλέον τέκνο».

Άρθρο 26

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς των διατάξεων των Κεφαλαίων Α' και Β' αρχίζει από την 01-09-2016, ενώ η ισχύς των διατάξεων του Κεφαλαίου Γ' από τη δημοσίευση του παρόντος διατάγματος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Στον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.

 

ΝΟΜΟΣ 4411/ΦΕΚ Α 142/3.8.2016

Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο και του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της, σχετικά με την ποινικοποίηση πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης, που διαπράττονται μέσω Συστημάτων Υπολογιστών - Μεταφορά στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 2013/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις επιθέσεις κατά συστημάτων πληροφοριών και την αντικατάσταση της απόφασης - πλαισίου 2005/222/ΔΕΥ του Συμβουλίου, ρυθμίσεις σωφρονιστικής και αντεγκληματικής πολιτικής και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟΝ ΚΥΒΕΡΝΟΧΩΡΟ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΤΗΣ, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΑΞΕΩΝ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΦΟΒΙΚΗΣ ΦΥΣΗΣ, ΠΟΥ ΔΙΑΠΡΑΤΤΟΝΤΑΙ

ΜΕΣΩ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ

Άρθρο πρώτο

Κυρώνεται και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο που υπογράφηκε στη Βουδαπέστη στις 23 Νοεμβρίου 2001 και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο αυτής αναφορικά με την ποινικοποίηση πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης που διαπράττονται μέσω συστημάτων υπολογιστών που υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 28 Ιανουαρίου 2003, το κείμενο των οποίων σε πρωτότυπο στην αγγλική και γαλλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική έχει ως εξής:

(ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΑΓΓΛΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΒΛΕΠΕ ΟΙΚΕΙΟ ΦΕΚ Α’ 142/3.8.2016).

(Βλέπε: Σύμβαση 23.11.2001 του 2001 ΦΕΚ Α 142/3.8.2016).

Βλέπε: Πρωτόκολλο 28.1.2003 του 2003 ΦΕΚ Α 142/3.8.2016).

Σύμβαση για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο, Βουδαπέστη 23.11.2001

Τα Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και τα άλλα Κράτη που υπογράφουν το παρόν,

Θεωρώντας ότι ο στόχος του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι να επιτύχει μεγαλύτερη ενότητα μεταξύ των μελών του,

Αναγνωρίζοντας την αξία της προώθησης της συνεργασίας με τα άλλα κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας Σύμβασης,

Πεπεισμένα για την ανάγκη να επιδιωχθεί κατά προτεραιότητα μία κοινή αντεγκληματική πολιτική που θα στοχεύει στην προστασία της κοινωνίας από το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, κυρίως με την υιοθέτηση της κατάλληλης νομοθεσίας και την ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας.

Έχοντας επίγνωση των θεμελιωδών αλλαγών που επέφερε η ψηφιοποίηση, η σύγκλιση και η συνεχιζόμενη παγκοσμιοποίηση των δικτύων υπολογιστών.

Εκφράζοντας την ανησυχία τους για τον κίνδυνο χρησιμοποίησης των δικτύων υπολογιστών και ηλεκτρονικών πληροφοριών για την διάπραξη εγκλημάτων και αποθήκευσης και μεταφοράς των αποδεικτικών στοιχείων που αφορούν στα εγκλήματα αυτά δια μέσου των δικτύων αυτών.

Αναγνωρίζοντας την ανάγκη για συνεργασία μεταξύ των κρατών του Δημοσίου και του Ιδιωτικού τομέα στην καταπολέμηση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο και την ανάγκη να προστατευθούν τα θεμιτά συμφέροντα στην χρήση και την ανάπτυξη της τεχνολογίας της πληροφορικής.

Πιστεύοντας ότι η αποτελεσματική μάχη κατά του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο απαιτεί αυξημένη, ταχεία και καλά συντονισμένη διεθνή συνεργασία σε θέματα ποινικού ενδιαφέροντος.

Πεπεισμένα ότι η παρούσα Σύμβαση είναι αναγκαία για να αποτρέψει τις ενέργειες που στρέφονται κατά του απορρήτου, της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των συστημάτων υπολογιστών, των δικτύων υπολογιστών και των ηλεκτρονικών δεδομένων καθώς και την μη νόμιμη χρήση αυτών των συστημάτων, δικτύων και δεδομένων, με την ποινικοποίηση αυτής, όπως περιγράφεται στην παρούσα Σύμβαση, και την υιοθέτηση μέτρων για την αποτελεσματική καταπολέμηση αυτών των εγκληματικών πράξεων, διευκολύνοντας τον εντοπισμό, την έρευνα και την δίωξη τους ,τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο και προβλέποντας ρυθμίσεις για ταχεία και αξιόπιστη διεθνή συνεργασία.

Έχοντας κατά νου την ανάγκη διασφάλισης της σωστής ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων της επιβολής του νόμου και του σεβασμού των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυτά προστατεύονται από την Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1950 για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, την Διεθνή Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1966 για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα, και τις άλλες ισχύουσες συμβάσεις προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες επιβεβαιώνουν το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να έχει την γνώμη του χωρίς παρεμβάσεις καθώς και το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο περιλαμβάνεται και η ελευθερία της αναζήτησης, λήψης και διανομής πληροφοριών και ιδεών παντός είδους, ανεξαρτήτως συνόρων, καθώς και τα δικαιώματα που αφορούν τον σεβασμό του απορρήτου.

Έχοντας επίσης κατά νου το δικαίωμα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτό ορίζεται για παράδειγμα στην Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 για την Προστασία του Ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα.

Έχοντας υπ' όψη την Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1989 για τα Δικαιώματα του Παιδιού και την Σύμβαση του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας του 1999 για τις Χειρότερες Μορφές Παιδικής Εργασίας.

Λαμβάνοντας υπ' όψη τις υφιστάμενες συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης για την συνεργασία στον ποινικό τομέα, καθώς και παρεμφερείς συνθήκες που υφίστανται μεταξύ των Κρατών Μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλων Κρατών και τονίζοντας ότι η παρούσα Σύμβαση έχει ως στόχο να συμπληρώσει αυτές τις συμβάσεις ώστε να καταστήσει περισσότερο αποτελεσματικές τις ποινικές έρευνες και τις διώξεις για εγκληματικές πράξεις που σχετίζονται με συστήματα και δεδομένα υπολογιστών και να καταστήσει δυνατή τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή για εγκληματικές πράξεις.

Επιδοκιμάζοντας τις πρόσφατες εξελίξεις οι οποίες περαιτέρω προάγουν τη διεθνή συνεννόηση και συνεργασία στην καταπολέμηση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο, συμπεριλαμβανομένων των ενεργειών του ΟΗΕ, του ΟΟΣΑ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των G8.

Έχοντας υπόψη τις Συστάσεις της Επιτροπής Υπουργών No. R (85) 10 σχετικά με την πρακτική εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Αμοιβαία Συνδρομή σε Ποινικές Υποθέσεις, όσον αφορά τις αιτήσεις δικαστικής συνδρομής για την άρση απορρήτου τηλεπικοινωνιών, No. R (88) 2 σχετικά με την πειρατεία στον τομέα των πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων, No. R (87) 15 που ρυθμίζει την χρήση προσωπικών δεδομένων στον αστυνομικό τομέα, No. R (95) 4 σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, με ιδιαίτερη αναφορά στις τηλεφωνικές υπηρεσίες, καθώς και No. R (89) 9 σχετικά με το έγκλημα που σχετίζεται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, όπου υπάρχουν οδηγίες για τις εθνικές νομοθεσίες σχετικά με τους ορισμούς ορισμένων εγκλημάτων σχετιζόμενων με υπολογιστές, και No. R (95) 13 που αφορά προβλήματα της ποινικής Οικονομίας σε σχέση με την τεχνολογία της πληροφορικής.

Λαμβάνοντας υπ' όψη την υπ' αριθ. 1 Απόφαση που ελήφθη από τους Υπουργούς Δικαιοσύνης της Ευρώπης στην 21η Διάσκεψη τους (Πράγα, 10 και 11 Ιουνίου 1997), η οποία εισηγήθηκε στην Επιτροπή Υπουργών να υποστηρίξει το έργο σχετικά με το έγκλημα στον κυβερνοχώρο που επιτελεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC) με σκοπό να επιτευχθεί προσέγγιση των διατάξεων των εγχώριων ποινικών δικαίων και να καταστεί δυνατή η χρήση αποτελεσματικών μέσων έρευνας των εγκλημάτων αυτών , καθώς και την υπ' αριθ. 3 Απόφαση που ελήφθη από τους Υπουργούς Δικαιοσύνης της Ευρώπης στην 23η Διάσκεψη τους (Λονδίνο, 8 και 9 Ιουνίου 2000), η οποία ενθάρρυνε τα διαπραγματευόμενα μέρη να συνεχίσουν τις προσπάθειες τους με σκοπό να βρεθούν οι κατάλληλες λύσεις ώστε να καταστεί δυνατόν να προσχωρήσει στην Σύμβαση μεγαλύτερος αριθμός Κρατών και αναγνώρισε την ανάγκη ύπαρξης ενός γρήγορου και αποτελεσματικού συστήματος διεθνούς συνεργασίας, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπ' όψη του τις συγκεκριμένες απαιτήσεις της καταπολέμησης του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο.

Έχοντας επίσης υπ' όψη το Σχέδιο Δράσης που υιοθέτησαν οι Αρχηγοί Κρατών και Κυβερνήσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης με την ευκαιρία της Δεύτερης Διάσκεψης Κορυφής (Στρασβούργο, 10 και 11 Οκτωβρίου 1997) για την αναζήτηση κοινά αποδεκτών λύσεων στην ανάπτυξη της τεχνολογίας της πληροφορικής με βάση τα πρότυπα και τις αξίες του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Συμφώνησαν τα εξής:

Κεφάλαιο I – Ορολογία

Άρθρο 1

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης:

α. "σύστημα υπολογιστή" σημαίνει μία συσκευή ή ένα σύνολο διασυνδεδεμένων ή σχετιζόμενων συσκευών, μία ή περισσότερες από τις οποίες πραγματοποιεί αυτόματη επεξεργασία δεδομένων βάσει ενός προγράμματος.

β. "δεδομένα υπολογιστών" σημαίνει αναπαράσταση γεγονότων, πληροφοριών ή εννοιών σε μορφή κατάλληλη για να υποστούν επεξεργασία σε ένα σύστημα υπολογιστή, περιλαμβανομένου και ενός προγράμματος κατάλληλου για να προκαλέσει την εκτέλεση μιας λειτουργίας από ένα σύστημα υπολογιστή.

γ. "πάροχος υπηρεσιών" σημαίνει:

ι. κάθε δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας που παρέχει στους χρήστες των υπηρεσιών του την δυνατότητα να επικοινωνούν μέσω ενός συστήματος υπολογιστή, και

ιι. κάθε άλλος φορέας που επεξεργάζεται ή αποθηκεύει δεδομένα υπολογιστών είτε για λογαριασμό αυτής της υπηρεσίας επικοινωνίας, είτε των χρηστών αυτής της υπηρεσίας.

δ. "δεδομένα κίνησης" σημαίνει τα δεδομένα υπολογιστών που σχετίζονται με μία επικοινωνία μέσω ενός συστήματος υπολογιστή, δημιουργούμενα από ένα σύστημα υπολογιστή που αποτελούσε τμήμα της αλυσίδας επικοινωνίας, τα οποία καταδεικνύουν την προέλευση, τον προορισμό, το δρομολόγιο, το χρόνο, την ημερομηνία, το μέγεθος, τη διάρκεια ή τον τύπο της υφιστάμενης υπηρεσίας της επικοινωνίας.

Κεφάλαιο II - Μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε εθνικό επίπεδο

Τμήμα 1 - Ουσιαστικό ποινικό δίκαιο

Τίτλος 1 - Εγκλήματα κατά της εμπιστευτικότητας, ακεραιότητας και διαθεσιμότητας των δεδομένων και συστημάτων υπολογιστών

Άρθρο 2

Παράνομη πρόσβαση

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η άνευ δικαιώματος πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος ενός συστήματος υπολογιστή, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση διάπραξης του εγκλήματος την παραβίαση μέτρων ασφαλείας, με την πρόθεση να αποκτηθούν δεδομένα υπολογιστή ή με άλλη αθέμιτη πρόθεση, ή σε σχέση με ένα σύστημα υπολογιστή που είναι συνδεδεμένο με ένα άλλο σύστημα υπολογιστή.

Άρθρο 3

Υποκλοπή

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η υποκλοπή δια τεχνικών μέσων μη δημοσίων διαβιβάσεων δεδομένων υπολογιστή από και προς ή εντός ενός συστήματος υπολογιστή, περιλαμβανομένων και των ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών από ένα σύστημα υπολογιστή στο οποίο ευρίσκονται αυτά τα δεδομένα υπολογιστών, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση της διάπραξης του εγκλήματος την αθέμιτη πρόθεση, ή την επίτευξη σύνδεσης ενός συστήματος υπολογιστή με ένα άλλο σύστημα υπολογιστή.

Άρθρο 4

Παρεμβολές σε δεδομένα

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η άνευ δικαιώματος βλάβη, διαγραφή, φθορά, αλλοίωση ή καταστολή δεδομένων υπολογιστών, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση.

2. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρήσει το δικαίωμα να θέσει ως προϋπόθεση ύπαρξης εγκλήματος για την συμπεριφορά που περιγράφεται στην παρ . 1 την πρόκληση σοβαρής ζημίας.

Άρθρο 5

Παρεμβολές σε συστήματα

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η άνευ δικαιώματος σοβαρή παρακώλυση της λειτουργίας ενός συστήματος υπολογιστή δια της εισαγωγής, διαβίβασης, βλάβης, διαγραφής, φθοράς, αλλοίωσης ή καταστολής δεδομένων υπολογιστή, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση.

Άρθρο 6

Κακή χρήση συσκευών

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η άνευ δικαιώματος και από πρόθεση διάπραξη των κάτωθι:

α. Παραγωγή, πώληση, προμήθεια προς χρήση, εισαγωγή, διανομή ή άλλως διάθεση:

ι. μιας συσκευής, περιλαμβανομένου και ενός προγράμματος υπολογιστή, σχεδιασμένης ή προσαρμοσμένης πρωτίστως με σκοπό τη διάπραξη κάποιου εκ των εγκλημάτων που περιγράφονται στα ως άνω Άρθρα 2 έως 5,

ιι. ενός συνθηματικού ή κωδικού πρόσβασης, ή άλλου παρεμφερούς δεδομένου, με την χρήση του οποίου είναι δυνατόν να αποκτηθεί πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος ενός συστήματος υπολογιστή, με πρόθεση να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό της διάπραξης κάποιου εκ των εγκλημάτων που περιγράφονται στα ως άνω Άρθρα 2 έως 5, και

β. Κατοχή ενός αντικειμένου από τα αναφερόμενα στις παραγράφους α.ι και α.ιι ανωτέρω, με σκοπό τη διάπραξη κάποιου εκ των εγκλημάτων που περιγράφονται στα ως άνω Άρθρα 2 έως 5. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση να υπάρχει κατοχή ενός αριθμού τέτοιων αντικειμένων πριν θεμελιωθεί ποινική ευθύνη.

2. Το παρόν άρθρο δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι δημιουργεί ποινική ευθύνη σε περίπτωση που η παραγωγή, πώληση, προμήθεια προς χρήση, εισαγωγή, διανομή ή άλλως διάθεση ή κατοχή όπως περιγράφεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν γίνεται με σκοπό τη διάπραξη κάποιου εκ των εγκλημάτων που περιγράφονται στα Άρθρα 2 έως 5 της παρούσης Σύμβασης, όπως π.χ. για την πραγματοποίηση επιτρεπτών δοκιμών ή για την προστασία ενός συστήματος υπολογιστή.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρήσει το δικαίωμα να μην εφαρμόσει την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, υπό τον όρο ότι η επιφύλαξη αυτή δεν θα αφορά στην πώληση, στην διανομή ή άλλως στη διάθεση των αντικειμένων που περιγράφονται στην παράγραφο 1 α.ιι του παρόντος άρθρου.

Τίτλος 2 - Εγκλήματα σχετικά με υπολογιστές

Άρθρο 7

Πλαστογραφία σχετική με υπολογιστές

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η από πρόθεση και άνευ δικαιώματος εισαγωγή, αλλοίωση, διαγραφή ή καταστολή δεδομένων υπολογιστή, που έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή μη αυθεντικών δεδομένων, με σκοπό να θεωρηθούν αυτά αυθεντικά ή να γίνουν ενέργειες με βάση αυτά ωσάν να είναι αυθεντικά για νόμιμους σκοπούς, ασχέτως του εάν αυτά τα δεδομένα είναι ή όχι άμεσα αναγνώσιμα ή αντιληπτά. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση θεμελίωσης ποινικής ευθύνης την ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης ή παρόμοιας αθέμιτης πρόθεσης.

Άρθρο 8

Απάτη σχετική με υπολογιστές

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η από πρόθεση και άνευ δικαιώματος πρόκληση απώλειας ξένης περιουσίας δια της

α. εισαγωγής, αλλοίωσης, διαγραφής ή καταστολής δεδομένων υπολογιστή,

β. παρέμβασης στη λειτουργία ενός συστήματος υπολογιστή

με δόλια ή αθέμιτη πρόθεση όπως, άνευ δικαιώματος, προσπορισθεί οικονομικό όφελος για τον ίδιο ή για άλλο πρόσωπο.

Τίτλος 3 - Εγκλήματα σχετικά με το περιεχόμενο

Άρθρο 9

Εγκλήματα σχετικά με την παιδική πορνογραφία

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθούν στο εσωτερικό δίκαιο του οι ακόλουθες συμπεριφορές, όταν διαπράττονται από πρόθεση και άνευ δικαιώματος:

α. παραγωγή παιδικής πορνογραφίας με σκοπό την διανομή της μέσω ενός συστήματος υπολογιστή,

β. προσφορά ή διάθεση παιδικής πορνογραφίας μέσω ενός συστήματος υπολογιστή,

γ. διανομή ή μετάδοση παιδικής πορνογραφίας μέσω ενός συστήματος υπολογιστή,

δ. προμήθεια παιδικής πορνογραφίας μέσω ενός συστήματος υπολογιστή για ιδία χρήση ή για άλλο πρόσωπο,

ε. κατοχή παιδικής πορνογραφίας σε ένα σύστημα υπολογιστή ή σε ένα μέσο αποθήκευσης δεδομένων υπολογιστή.

2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 ανωτέρω, ο όρος "παιδική πορνογραφία" περιλαμβάνει πορνογραφικό υλικό που απεικονίζει οπτικά:

α. ένα ανήλικο να εμπλέκεται σε σαφώς σεξουαλική συμπεριφορά

β. ένα πρόσωπο που φαίνεται ότι είναι ανήλικο να συμμετέχει σε σαφώς σεξουαλική συμπεριφορά,

γ. ρεαλιστικές εικόνες που απεικονίζουν ένα ανήλικο να εμπλέκεται σε σαφώς σεξουαλική συμπεριφορά.

3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 ανωτέρω, ο όρος "ανήλικος" περιλαμβάνει όλα τα πρόσωπα κάτω των 18 ετών. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, παρά ταύτα, να ορίσει χαμηλότερο όριο ηλικίας, το οποίο δεν μπορεί να είναι κάτω των 16 ετών.

4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να μην εφαρμόσει εν όλω ή εν μέρει τις παραγράφους 1, υποπαραγράφους δ και ε και 2 και τις υποπαραγράφους β και γ.

Τίτλος 4- Εγκλήματα σχετικά με παραβιάσεις δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων

Άρθρο 10

Εγκλήματα σχετικά με παραβιάσεις δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό δίκαιο του η παραβίαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) όπως αυτά ορίζονται στο δίκαιο αυτού του Συμβαλλομένου Μέρους, σε εκτέλεση των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει από την Πράξη του Παρισιού της 24 Ιουλίου 1971 που αναθεώρησε την Σύμβαση της Βέρνης για την Προστασία των Λογοτεχνικών και Καλλιτεχνικών Έργων (the Bern Convention for the Protection of Literary and Artistic Works), την Συμφωνία για τις Εμπορικές Πτυχές των Δικαιωμάτων Διανοητικής Ιδιοκτησίας (the Agreement on Trade-Related Aspects of Intellectual Property Rights) και την Συνθήκη του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας WIPO για την πνευματική ιδιοκτησία (the WIPO Copyright Treaty), με εξαίρεση τα ηθικά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που παρέχονται από αυτές τις συμβάσεις, στην περίπτωση που αυτές οι πράξεις διαπράττονται από πρόθεση, σε εμπορική κλίμακα και με την χρήση ενός συστήματος υπολογιστή.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό δίκαιο του η παραβίαση των συγγενικών δικαιωμάτων, όπως αυτά ορίζονται στο δίκαιο αυτού του Συμβαλλομένου Μέρους, σε εκτέλεση των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει από τη Σύμβαση για την Προστασία των Ερμηνευτών ή Εκτελεστών Καλλιτεχνών, των Παραγωγών Φωνογραφικών και Ραδιοτηλεοπτικών Οργανισμών (Σύμβαση της Ρώμης) (the International Convention for the Protection of Performers, Producers of Phonograms and Broadcasting Organisations - Rome Convention), την Συμφωνία για τις Εμπορικές Πτυχές των Δικαιωμάτων Διανοητικής Ιδιοκτησίας (the Agreement on Trade-Related Aspects of Intellectual Property Rights) και την Σύμβαση για τις Ερμηνείες / Εκτελέσεις και τα Φωνογραφήματα (the WIPO Performances and Phonograms Treaty), με εξαίρεση τα ηθικά δικαιώματα που παρέχονται από αυτές τις συμβάσεις, όταν αυτές οι πράξεις διαπράττονται από πρόθεση, σε εμπορική κλίμακα και με την χρήση ενός συστήματος υπολογιστή.

3. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να μην προβεί σε ποινικοποίηση σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου σε περιορισμένες περιπτώσεις, υπό τον όρο ότι διαθέτει άλλα αποτελεσματικά, προς τούτο, ένδικα βοηθήματα και ότι αυτή η επιφύλαξη δεν μειώνει τις διεθνείς υποχρεώσεις του Συμβαλλομένου Μέρους, όπως αυτές αναφέρονται στα διεθνή νομικά κείμενα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

Τίτλος 5 - Εξαρτημένη ευθύνη και κυρώσεις

Άρθρο 11

Απόπειρα και συμμετοχή

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό δίκαιο του η συνδρομή ή εξώθηση στη διάπραξη οποιουδήποτε εκ των εγκλημάτων που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 2 έως 10 της παρούσης Σύμβασης, όταν αυτά διαπράττονται από πρόθεση.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό δίκαιο του η απόπειρα διάπραξης οιουδήποτε εκ των εγκλημάτων που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 5, 7, 8 και 9.1α και γ της παρούσης Σύμβασης, όταν η απόπειρα αυτή γίνεται από πρόθεση.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να μην εφαρμόσει εν όλω ή εν μέρει την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 12

Ευθύνη Νομικών Προσώπων

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίσει ότι θα θεμελιούται ευθύνη των νομικών προσώπων για ποινικά εγκλήματα που ποινικοποιούνται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, όταν αυτά διαπράττονται προς όφελος των νομικών προσώπων από ένα φυσικό πρόσωπο που ενεργεί είτε ατομικώς ή ως μέλος ενός οργάνου του νομικού προσώπου και έχει ιθύνουσα θέση εντός αυτού του νομικού προσώπου, δυνάμει:

- εξουσιοδότησης να εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο, ή

- εξουσίας να λαμβάνει αποφάσεις για λογαριασμό του νομικού προσώπου, ή

-εξουσίας να ασκεί έλεγχο εντός του νομικού προσώπου.

2. Πέραν των περιπτώσεων που έχουν ήδη προβλεφθεί στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να θεμελιώνεται ευθύνη ενός νομικού προσώπου, όταν η έλλειψη επίβλεψης ή ελέγχου από ένα φυσικό πρόσωπο όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, κατέστησε δυνατή την διάπραξη ενός ποινικού αδικήματος που ποινικοποιείται από την παρούσα Σύμβαση, προς όφελος του νομικού προσώπου από ένα φυσικό πρόσωπο που ενεργεί υπό τον έλεγχο του .

3. Τηρουμένων των νομικών αρχών των Συμβαλλομένων Μερών, η ευθύνη ενός νομικού προσώπου μπορεί να είναι ποινική, αστική ή διοικητική.

4. Η εν λόγω ευθύνη δεν αποκλείει την θεμελίωση ποινικής ευθύνης των φυσικών προσώπων που διέπραξαν το αδίκημα.

Άρθρο 13

Κυρώσεις και μέτρα

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να εξασφαλίσει ότι τα ποινικά αδικήματα που καθιερώνονται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 τιμωρούνται με αποτελεσματικές, αναλογικές, αποτρεπτικές ποινικές ή μη κυρώσεις ή μέτρα, περιλαμβανομένων των χρηματικών κυρώσεων.

Τμήμα 2 - Δικονομικό Δίκαιο

Τίτλος 1 - Κοινές διατάξεις

Άρθρο 14

Πλαίσιο των δικονομικών διατάξεων

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να θεσπίσει τις αρμοδιότητες και τις διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν τμήμα για τους σκοπούς συγκεκριμένων ποινικών ερευνών ή διώξεων.

2. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που ρητά προβλέπονται στο Άρθρο 21, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος εφαρμόζει τις αρμοδιότητες και τις διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου:

α. Στα ποινικά εγκλήματα που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 της παρούσας Σύμβασης,

β. Στα ποινικά εγκλήματα που διαπράττονται με την χρήση ενός συστήματος υπολογιστή και

γ. Στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή ενός ποινικού αδικήματος.

3. α. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να επιφυλαχθεί να εφαρμόσει τα μέτρα που αναφέρονται στο Άρθρο 20 μόνον για εγκλήματα ή κατηγορίες εγκλημάτων που θα προσδιορισθούν στην επιφύλαξη, υπό τον όρο ότι το εύρος αυτών των εγκλημάτων ή των κατηγοριών εγκλημάτων δεν θα είναι περισσότερο περιορισμένο από το εύρος των εγκλημάτων στο οποίο (κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος) θα εφαρμόζει τα μέτρα που αναφέρονται στο Άρθρο 21. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος προσπαθεί να περιορίσει αυτήν την επιφύλαξη ώστε να παρέχεται η δυνατότητα της ευρύτερης δυνατής εφαρμογής του μέτρου που αναφέρεται στο Άρθρο 20.

β. Όταν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος, εξ αιτίας περιορισμών στην ισχύουσα νομοθεσία του κατά τον χρόνο υιοθέτησης της παρούσης Σύμβασης, δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει τα μέτρα που αναφέρονται στα Άρθρα 20 και 21 στις επικοινωνίες που διαβιβάζονται εντός ενός συστήματος υπολογιστή ενός παρόχου υπηρεσιών, το οποίο σύστημα:

ι λειτουργεί προς όφελος μιας κλειστής ομάδας χρηστών,

και

ιι δεν χρησιμοποιεί δίκτυο δημοσίων επικοινωνιών και δεν είναι συνδεδεμένο σε άλλο σύστημα υπολογιστή, δημόσιο ή ιδιωτικό, το Συμβαλλόμενο Μέρος αυτό μπορεί να επιφυλαχθεί να μην εφαρμόσει αυτά τα μέτρα σε αυτές τις επικοινωνίες. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος προσπαθεί να περιορίσει αυτήν την επιφύλαξη ώστε να παρέχεται η δυνατότητα της ευρύτερης δυνατής εφαρμογής των μέτρων που αναφέρονται στα Άρθρα 20 και 21.

Άρθρο 15

Όροι και διασφαλίσεις

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος εξασφαλίζει ότι η θέσπιση, εκτέλεση και εφαρμογή των αρμοδιοτήτων και διαδικασιών που προβλέπονται στο παρόν τμήμα υπόκειται στους όρους και τις διασφαλίσεις που προβλέπονται από το εγχώριο δίκαιο του, οι οποίες προβλέπουν επαρκή προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, περιλαμβανομένων και των δικαιωμάτων που δημιουργούνται από τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει δυνάμει της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1950, της Διεθνούς Σύμβασης για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα του 1966 του ΟΗΕ, και των λοιπών ισχυουσών διεθνών συμφωνιών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, και οι οποίες ενσωματώνουν την αρχή της αναλογικότητας.

2. Ανάλογα με το είδος της αρμοδιότητας ή της διαδικασίας, αυτοί οι όροι και οι διασφαλίσεις περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων δικαστική ή άλλη ανεξάρτητη επίβλεψη, τους λόγους που δικαιολογούν την εφαρμογή, τον περιορισμό του αντικειμένου και της διάρκειας αυτής της αρμοδιότητας ή διαδικασίας.

3. Στο βαθμό που συμβαδίζει με το δημόσιο συμφέρον και ειδικότερα με την ορθή απονομή δικαιοσύνης, το κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος εξετάζει την επίπτωση που έχουν οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες του παρόντος τμήματος επί των δικαιωμάτων, ευθυνών και θεμιτών συμφερόντων των τρίτων.

Τίτλος 2 - Κατεπείγουσα διατήρηση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστών

Άρθρο 16

Κατεπείγουσα διατήρηση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστών

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να μπορούν οι αρμόδιες αρχές να διατάξουν ή ομοίως να διασφαλίσουν την κατεπείγουσα διατήρηση συγκεκριμένων δεδομένων υπολογιστή, περιλαμβανομένων των στοιχείων κίνησης που έχουν αποθηκευθεί σε ένα σύστημα υπολογιστή, ιδίως όταν πιθανολογείται ότι τα δεδομένα του υπολογιστή είναι ιδιαιτέρως ευάλωτα σε απώλεια ή τροποποίηση.

2. Στην περίπτωση που ένα Συμβαλλόμενο Μέρος υλοποιεί την παράγραφο 1 ανωτέρω με την εντολή προς ένα πρόσωπο να διατηρήσει συγκεκριμένα αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή που βρίσκονται στην κατοχή ή τον έλεγχο του, το Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να υποχρεώσει αυτό το πρόσωπο να διατηρήσει και να διαφυλάξει την ακεραιότητα των εν λόγω δεδομένων υπολογιστή για το χρονικό διάστημα που απαιτείται έως ότου μπορέσουν οι αρμόδιες αρχές να ζητήσουν την χορήγηση τους, διάστημα που δεν θα υπερβαίνει τις 90 ημέρες. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ορίσει ότι η διαταγή αυτή ανανεώνεται.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να υποχρεωθεί ο κάτοχος ή άλλο πρόσωπο που έχει στην φύλαξη του τα δεδομένα υπολογιστή, να τηρεί εχεμύθεια σχετικά με αυτές τις διαδικασίες για το χρονικό διάστημα που ορίζεται από το εσωτερικό δίκαιο του.

4. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο αφορούν στα Άρθρα 14 και 15.

Άρθρο 17

Κατεπείγουσα διατήρηση και μερική αποκάλυψη στοιχείων κίνησης

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα απαραίτητα νομοθετικά και άλλα μέτρα σε σχέση με τα στοιχεία κίνησης που πρέπει να διατηρηθούν δυνάμει του Άρθρου 16, για:

α. να εξασφαλισθεί ότι η κατεπείγουσα διατήρηση των στοιχείων κίνησης θα είναι διαθέσιμη ανεξαρτήτως της συμμετοχής ενός ή περισσοτέρων παροχών υπηρεσιών στη διαβίβαση αυτών των επικοινωνιών και

β. να εξασφαλισθεί η κατεπείγουσα αποκάλυψη προς την αρμόδια αρχή του Συμβαλλόμενου Μέρους, ή προς ένα πρόσωπο διορισμένο από αυτήν την αρχή, επαρκούς ποσότητας στοιχείων κίνησης ώστε το Συμβαλλόμενο Μέρος να είναι σε θέση να εντοπίσει τους παρόχους υπηρεσιών και την διαδρομή μέσω της οποίας διαβιβάσθηκε αυτή η επικοινωνία.

2. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.

Τίτλος 3 - Διαταγή επίδειξης

Άρθρο 18

Διαταγή επίδειξης

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να διατάξουν:

α. ένα πρόσωπο που βρίσκεται στην Επικράτεια του να υποβάλλει συγκεκριμένα δεδομένα υπολογιστή που βρίσκονται υπό τον έλεγχο αυτού του προσώπου και τα οποία είναι αποθηκευμένα σε ένα σύστημα υπολογιστή ή σε ένα μέσον αποθήκευσης δεδομένων υπολογιστή και

β. έναν πάροχο υπηρεσιών που προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Επικράτεια του Συμβαλλόμενου Μέρους, να υποβάλει πληροφορίες για συνδρομητές σε σχέση με τις υπηρεσίες αυτές, πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του εν λόγω παρόχου υπηρεσιών,

2. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.

3. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος "πληροφορίες για συνδρομητές" σημαίνει κάθε πληροφορία υπό μορφή δεδομένων υπολογιστή ή υπό οιανδήποτε άλλη μορφή, η οποία φυλάσσεται από έναν πάροχο υπηρεσιών και αφορά τους συνδρομητές των υπηρεσιών του, με εξαίρεση τα στοιχεία κίνησης ή περιεχομένου, από την οποία μπορεί να εξακριβωθεί:

α. ο τύπος της χρησιμοποιούμενης υπηρεσίας επικοινωνιών, οι τεχνικές προδιαγραφές της και η περίοδος υπηρεσίας,

β. η ταυτότητα του συνδρομητή, η ταχυδρομική ή η γεωγραφική διεύθυνση, το τηλέφωνο και άλλοι αριθμοί πρόσβασης, τα στοιχεία χρέωσης και πληρωμής που είναι διαθέσιμα με βάση τη σύμβαση ή συμφωνία παροχής υπηρεσιών,

γ. κάθε άλλη πληροφορία σχετική με τον τόπο εγκατάστασης του εξοπλισμού επικοινωνίας, που είναι διαθέσιμη με βάση την σύμβαση ή συμφωνία παροχής υπηρεσιών,

Τίτλος 4 - Έρευνα και κατάσχεση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή

Άρθρο 19

Έρευνα και κατάσχεση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να δοθεί η δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές του να ερευνούν ή ομοίως να έχουν πρόσβαση:

α. σε ένα σύστημα υπολογιστή ή σε μέρος αυτού και στα δεδομένα υπολογιστή που είναι αποθηκευμένα σε αυτόν, και

β. σε ένα μέσο αποθήκευσης δεδομένων υπολογιστή στο οποίο υπάρχουν αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή μέσα στην επικράτεια του.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίσει ότι σε περίπτωση που οι αρχές του ερευνούν ή έχουν πρόσβαση σε ένα συγκεκριμένο σύστημα υπολογιστή ή σε μέρος αυτού σε εκτέλεση της παραγράφου Ι.α και πιθανολογείται ότι τα αναζητούμενα δεδομένα είναι αποθηκευμένα σε άλλο σύστημα υπολογιστή ή μέρος αυτού μέσα στην επικράτεια του, και αυτά τα δεδομένα είναι νομίμως προσιτά ή διαθέσιμα στο αρχικό σύστημα, οι αρχές έχουν την δυνατότητα να επεκτείνουν ταχέως την έρευνα ή παρόμοια πρόσβαση προς το άλλο σύστημα.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να κατάσχουν ή ομοίως να εξασφαλίζουν τα δεδομένα υπολογιστή στα οποία απέκτησαν πρόσβαση σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν την εξουσία:

α. να κατάσχουν ή ομοίως να ασφαλίζουν ένα σύστημα υπολογιστή ή μέρος αυτού ή ένα μέσον αποθήκευσης δεδομένων υπολογιστή,

β. να παράγουν και να διατηρούν ένα αντίγραφο αυτών των δεδομένων υπολογιστή,

γ. να διατηρούν την ακεραιότητα των σχετικών αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή,

δ. να καθιστούν απρόσιτα ή να αφαιρούν αυτά τα δεδομένα υπολογιστή από το εξεταζόμενο σύστημα υπολογιστή.

4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία ώστε να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να διατάξουν οποιοδήποτε πρόσωπο έχει γνώση περί της λειτουργίας του συστήματος υπολογιστή ή των μέτρων που ισχύουν για την προστασία των δεδομένων υπολογιστή που υπάρχουν σε αυτό, να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να καταστεί δυνατή η άσκηση των μέτρων που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2.

5. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.

Τίτλος 5 - Συλλογή δεδομένων υπολογιστή σε πραγματικό χρόνο

Άρθρο 20

Συλλογή δεδομένων κίνησης σε πραγματικό χρόνο

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να:

α. συλλέγουν ή καταγράφουν με την εφαρμογή τεχνικών μέσων στην επικράτεια αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους, και

β. αναγκάζουν έναν πάροχο υπηρεσιών με την υφιστάμενη τεχνική ικανότητα του:

ι να συλλέγει ή καταγράφει με την εφαρμογή τεχνικών

μέσων στην επικράτεια αυτή του Συμβαλλόμενου Μέρους, ή

ιι να συνεργάζεται και να βοηθά τις αρμόδιες αρχές στην συλλογή ή καταγραφή, δεδομένων κίνησης, σε πραγματικό χρόνο, σε σχέση με συγκεκριμένες επικοινωνίες στην επικράτεια του που διαβιβάζονται μέσω ενός συστήματος υπολογιστή.

2. Στην περίπτωση που ένα Συμβαλλόμενο Μέρος λόγω των πάγιων αρχών του εσωτερικού νομικού συστήματος του δεν μπορεί να λάβει τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο Ι.α μπορεί άντ' αυτών να λάβει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίσει ότι θα γίνεται συλλογή ή καταγραφή σε πραγματικό χρόνο δεδομένων κίνησης που σχετίζονται με τις συγκεκριμένες επικοινωνίες που διαβιβάζονται στην επικράτεια του, δια της εφαρμογής τεχνικών μέσων σε αυτήν την επικράτεια.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξαναγκασθεί ένας πάροχος υπηρεσιών να τηρήσει εχεμύθεια ως προς το γεγονός της εκτέλεσης κάποιας δικαιοδοσίας που προβλέπεται στο παρόν άρθρο και κάθε πληροφορίας που σχετίζεται με αυτήν.

4. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.

Άρθρο 21

Άρση του απορρήτου των δεδομένων περιεχομένου

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία σε σχέση με ένα φάσμα σοβαρών εγκλημάτων που θα καθοριστούν από το εσωτερικό δίκαιο, ώστε να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να:

α. συλλέγουν ή καταγράφουν με την εφαρμογή τεχνικών μέσων στην επικράτεια αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους, και

β. αναγκάζουν έναν πάροχο υπηρεσιών με την υφιστάμενη τεχνική ικανότητα του:

ι να συλλέγει ή καταγράφει με την εφαρμογή τεχνικών

μέσων στην επικράτεια αυτή του Συμβαλλόμενου Μέρους, ή

ιι να συνεργάζεται και να βοηθά τις αρμόδιες αρχές στη συλλογή ή καταγραφή, δεδομένων περιεχομένου, σε πραγματικό χρόνο, σε σχέση με συγκεκριμένες επικοινωνίες στην επικράτεια του που διαβιβάζονται μέσω ενός συστήματος υπολογιστή.

2. Στην περίπτωση που ένα Συμβαλλόμενο Μέρος λόγω των πάγιων αρχών του εσωτερικού νομικού συστήματος του δεν μπορεί να λάβει τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 .α μπορεί αντ' αυτών να λάβει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίζει ότι θα γίνεται συλλογή ή καταγραφή σε πραγματικό χρόνο δεδομένων περιεχομένου για συγκεκριμένες επικοινωνίες που διαβιβάζονται στην επικράτεια του, δια της εφαρμογής τεχνικών μέσων σε αυτήν την επικράτεια.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξαναγκασθεί ένας πάροχος υπηρεσιών να τηρεί εχεμύθεια ως προς το γεγονός της εκτέλεσης κάποιας εξουσίας που προβλέπεται στο παρόν άρθρο και κάθε πληροφορίας που σχετίζεται με αυτήν.

4. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.

Τμήμα 3 - Δικαιοδοσία

Άρθρο 22

Δικαιοδοσία

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να θεμελιωθεί η δικαιοδοσία επί κάθε εγκλήματος που ποινικοποιείται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 της παρούσας Σύμβασης, όταν τα εγκλήματα αυτά διαπράττονται:

α. εντός της επικράτειας του ή

β. επί ενός πλοίου που φέρει την σημαία του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους, ή

γ. επί ενός αεροσκάφους που είναι καταχωρημένο σύμφωνα με τους νόμους του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους, ή

δ. από ένα πολίτη του, εάν το έγκλημα τιμωρείται από το ποινικό δίκαιο στον τόπο που διαπράχθηκε ή εάν το έγκλημα διαπράχθηκε εκτός της εδαφικής δικαιοδοσίας ενός κράτους.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να επιφυλαχθεί να εφαρμόσει μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις υπό συγκεκριμένες συνθήκες τους κανόνες περί δικαιοδοσίας που αναφέρονται στις παραγράφους Ι.β έως Ι.δ του παρόντος Άρθρου ή μέρους αυτού.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα μέτρα που είναι αναγκαία για να θεμελιωθεί δικαιοδοσία επί των εγκλημάτων που αναφέρονται στο Άρθρο 24 παράγραφος 1, της παρούσας Σύμβασης, σε περιπτώσεις όπου ο φερόμενος ως εγκληματίας είναι παρών μέσα στην επικράτεια του και δεν τον εκδίδει σε άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος αποκλειστικώς και μόνον με βάση την εθνικότητα του, κατόπιν αίτησης έκδοσης.

4. Η παρούσα Σύμβαση δεν αποκλείει την άσκηση ποινικής δικαιοδοσίας από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του.

5. Όταν περισσότερα από ένα Συμβαλλόμενα Μέρη διεκδικούν δικαιοδοσία επί ενός εγκλήματος που ποινικοποιείται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, τα εμπλεκόμενα μέρη θα διαβουλευθούν, όπου αυτό απαιτείται, με σκοπό να προσδιορισθεί η καταλληλότερη δικαιοδοσία για να ασκηθεί δίωξη.

Κεφάλαιο III - Διεθνής συνεργασία

Τμήμα 1 - Γενικές αρχές

Τίτλος 1 - Γενικές αρχές σχετικά με την διεθνή συνεργασία

Άρθρο 23

Γενικές αρχές σχετικές με την διεθνή συνεργασία

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη συνεργάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου και με την εφαρμογή των σχετικών διεθνών συμφωνιών διεθνούς συνεργασίας σε ποινικά θέματα, των ρυθμίσεων που έχουν γίνει με βάση την ενιαία ή αμοιβαία νομοθεσία, και τους εσωτερικούς νόμους, στη μέγιστη δυνατή έκταση για την πραγματοποίηση ερευνών ή την άσκηση διώξεων για ποινικά αδικήματα σχετιζόμενα με συστήματα υπολογιστών και δεδομένα, ή για την συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή που αφορούν ποινικά αδικήματα.

Τίτλος 2 - Αρχές σχετικά με την έκδοση

Άρθρο 24

Έκδοση

1. α. Το παρόν άρθρο αφορά εκδόσεις μεταξύ Συμβαλλόμενων Μερών για τα αδικήματα που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 της παρούσας Σύμβασης, υπό τον όρο ότι αυτά τιμωρούνται βάσει των νόμων αμφοτέρων των Συμβαλλόμενων Μερών με στερητική της ελευθερίας ποινή της οποίας το μέγιστο ύψος είναι τουλάχιστον ένα έτος, ή με ακόμη βαρύτερη ποινή.

β. Όταν μια διαφορετική ελαχίστη ποινή ισχύει δυνάμει μιας ρύθμισης η οποία έχει συμφωνηθεί με βάση την ενιαία ή αμοιβαία νομοθεσία ή μια συνθήκη περί έκδοσης, περιλαμβανομένης και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης (ΕΤ8 No. 24), που ισχύει μεταξύ δύο ή περισσότερων Συμβαλλόμενων Μερών, τότε ισχύει η ελαχίστη ποινή που προβλέπεται δυνάμει της εν λόγω ρύθμισης.

2. Τα ποινικά αδικήματα που περιγράφονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου θεωρούνται ότι αποτελούν εγκλήματα για το οποία επιτρέπεται η έκδοση σε κάθε συνθήκη έκδοσης που ισχύει μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν να συμπεριλάβουν τα εν λόγω εγκλήματα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση, σε κάθε συνθήκη έκδοσης που θα συνάψουν μεταξύ τους.

3. Εάν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος έχει ως προϋπόθεση για την έκδοση την ύπαρξη συνθήκης, και αυτό το Συμβαλλόμενο Μέρος λάβει ένα αίτημα έκδοσης από άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος με τον οποίο δεν έχει συνάψει σύμβαση έκδοσης, μπορεί να θεωρήσει την παρούσα Σύμβαση ως την νομική βάση για την έκδοση σε σχέση με οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

4. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη που δεν έχουν ως προϋπόθεση για την έκδοση την ύπαρξη σύμβασης, θα αναγνωρίζουν τα ποινικά αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ως αδικήματα μεταξύ των.

5. Η έκδοση υπόκειται στις προϋποθέσεις που προβλέπει το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, ή οι ισχύουσες συμβάσεις περί έκδοσης, συμπεριλαμβανομένων και των λόγων για τους οποίους το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, μπορεί να αρνηθεί την έκδοση.

6. Εάν η έκδοση για ένα ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου απορριφθεί μόνο με βάση την υπηκοότητα του εκζητούμενου προσώπου ή επειδή το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, θεωρεί ότι έχει δικαιοδοσία επί του εγκλήματος, τότε το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, παραπέμπει την υπόθεση κατόπιν αιτήματος του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους στις αρμόδιες αρχές του με σκοπό να ασκηθεί ποινική δίωξη και θα αναφέρει την τελική έκβαση στο αιτούν μέρος σε εύθετο χρόνο. Οι εν λόγω αρχές εκδίδουν την απόφαση τους, διεξάγουν τις έρευνες τους και ασκούν την δίωξη τους με τον ίδιο τρόπο όπως και για οποιοδήποτε άλλο έγκλημα παρεμφερούς φύσης σύμφωνα με τον νόμο του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους.

7. α. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, την στιγμή της υπογραφής ή όταν καταθέτει το έγγραφο κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, γνωστοποιεί στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης το όνομα και την διεύθυνση κάθε αρχής που είναι υπεύθυνη για την έκδοση και λήψη αιτημάτων έκδοσης ή προσωρινής σύλληψης σε περίπτωση μη ύπαρξης σύμβασης.

β. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης δημιουργεί και ενημερώνει ένα μητρώο των αρχών που θα γνωστοποιηθούν κατ' αυτόν τον τρόπο από τα Συμβαλλόμενα Μέρη. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος διασφαλίζει ότι τα στοιχεία που υπάρχουν στο μητρώο είναι πάντοτε ακριβή.

Τίτλος 3 - Γενικές αρχές σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή

Άρθρο 25

Γενικές αρχές σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη παρέχουν την ευρύτερη δυνατή αμοιβαία συνδρομή μεταξύ τους για την πραγματοποίηση ερευνών ή την άσκηση διώξεων σε περιπτώσεις ποινικών αδικημάτων σχετιζόμενων με συστήματα υπολογιστή και δεδομένων, ή για την συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή που αφορούν σε ένα ποινικό αδίκημα.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει επίσης τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που καθορίζονται στα άρθρα 27 έως 35.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, σε επείγουσες περιστάσεις, μπορεί να απευθύνει αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής ή σχετικά μηνύματα με γρήγορα μέσα επικοινωνίας όπως τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο υπό την προϋπόθεση ότι τα μέσα αυτά εξασφαλίζουν τα απαραίτητα επίπεδα ασφάλειας και γνησιότητας (συμπεριλαμβανομένης και της χρήσης κρυπτογραφίας στις περιπτώσεις που απαιτείται), και ότι θα επακολουθεί επίσημη επιβεβαίωση, όταν αυτή ζητείται από το μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, αποδέχεται και απαντά στο αίτημα με οποιοδήποτε από τα γρήγορα μέσα επικοινωνίας.

4. Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά σε άρθρα του παρόντος κεφαλαίου, η αμοιβαία συνδρομή υπόκειται στις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τους νόμους του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, ή από τις ισχύουσες συμβάσεις περί αμοιβαίας συνδρομής, περιλαμβανόμενων των λόγων για τους οποίους το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, μπορεί να αρνηθεί τη συνεργασία. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, δεν ασκεί το δικαίωμα άρνησης της αμοιβαίας συνδρομής για τα εγκλήματα που αναφέρονται στα άρθρα 2 έως 11 με μόνη αιτιολογία ότι το αίτημα αφορά ένα έγκλημα το οποίο θεωρεί ως φορολογικό.

5. Στην περίπτωση που σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, έχει το δικαίωμα να θέσει ως προϋπόθεση για την παροχή αμοιβαίας συνδρομής την ύπαρξη διττού αξιόποινου, η προϋπόθεση αυτή θα θεωρείται ότι εκπληρώνεται, ασχέτως εάν οι νόμοι του κατατάσσουν το έγκλημα στην ίδια κατηγορία εγκλημάτων ή εάν περιγράφουν το έγκλημα με την ίδια ορολογία με το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, εάν η περιγραφόμενη συμπεριφορά για την οποία ζητείται η συνδρομή, αποτελεί ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους δικούς του νόμους.

Άρθρο 26

Αυθόρμητη ενημέρωση

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, μέσα στα όρια του εσωτερικού του δικαίου και χωρίς προηγουμένως να του ζητηθεί, μπορεί να αποστείλει σε άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος πληροφορίες που έχει λάβει στα πλαίσια των δικών του ερευνών, όταν κρίνει ότι η γνωστοποίηση των πληροφοριών αυτών θα μπορούσε να βοηθήσει το Συμβαλλόμενο Μέρος, που λαμβάνει τις πληροφορίες, να ξεκινήσει ή να διενεργήσει έρευνες ή να ασκήσει διώξεις για ποινικά αδικήματα που θεμελιώνονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση ή που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αίτημα συνεργασίας από εκείνο το Συμβαλλόμενο Μέρος δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου.

2. Πριν χορηγήσει τις πληροφορίες αυτές, το παρέχον Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ζητήσει να τηρηθεί εμπιστευτικότητα ως προς αυτές ή να χρησιμοποιηθούν αυτές υπό όρους. Εάν το λαμβάνον Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να συμμορφωθεί με το αίτημα αυτό, πρέπει να ειδοποιεί σχετικά το παρέχον τις πληροφορίες Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο στη συνέχει θα κρίνει εάν οι πληροφορίες αυτές πρέπει να δοθούν Εάν το λαμβάνον Συμβαλλόμενο Μέρος αποδεχθεί τις πληροφορίες με τους όρους αυτούς, τότε θα δεσμεύεται από αυτούς.

Τίτλος 4 Διαδικασίες που αφορούν τις αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής ελλείψει ισχυουσών διεθνών συμφωνιών

ΑΡΘΡΟ 27

Διαδικασίες που αφορούν τις αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής ελλείψει ισχυουσών διεθνών συμβάσεων

1.Σε περίπτωση που μεταξύ του αιτούντος και του Συμβαλλόμενου Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν υπάρχει σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής στην βάση της ενιαίας ή αμοιβαίας νομοθεσίας, ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 9 του παρόντος άρθρου. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν ισχύουν στην περίπτωση που υφίσταται τέτοιου είδους σύμβαση, ρύθμιση ή νομοθεσία, εκτός εάν τα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφωνήσουν να εφαρμόσουν αντ’ αυτών σύνολο ή μέρος του υπόλοιπου του παρόντος άρθρου.

2.α. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος ορίζει μία (ή περισσότερες) κεντρική αρχή που είναι υπεύθυνη για την αποστολή και την απάντηση αιτήσεων, αμοιβαίας συνδρομής, για την εκτέλεση των αιτήσεων αυτών ή για την διαβίβασή τους προς τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εκτέλεσή τους.

β. Οι κεντρικές αρχές επικοινωνούν απ’ ευθείας μεταξύ τους.

γ. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, κατά το χρόνο της υπογραφής ή όταν καταθέτει τα έγγραφα κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, γνωστοποιεί στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης τα ονόματα και τις διευθύνσεις των αρχών που ορίζονται σε εκτέλεση της παρούσας παραγράφου.

δ. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης δημιουργεί και ενημερώνει ένα μητρώο των κεντρικών αρχών που θα οριστούν από τα Συμβαλλόμενα Μέρη. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος διασφαλίζει ότι τα στοιχεία που υπάρχουν στο μητρώο είναι πάντοτε ακριβή.

3. Οι αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής δυνάμει του παρόντος άρθρου εκτελούνται σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται από τον αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, εκτός εάν είναι ασύμβατες με το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση.

4. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, πέραν των λόγων άρνησης που ορίζονται στο Άρθρο 25, παράγραφος 4, μπορεί να αρνηθεί τη συνδρομή εάν:

α. η αίτηση αφορά ένα έγκλημα το οποίο το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, θεωρεί πολιτικό έγκλημα ή έγκλημα σχετιζόμενο με ένα πολιτικό έγκλημα, ή

β. θεωρεί ότι η εκτέλεση της αίτησης είναι πιθανόν να θίξει την κυριαρχία, την ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή άλλα ουσιαστικά δικαιώματα του.

5. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, μπορεί να αναβάλει να ενεργήσει επί μιας αίτησης εάν η ενέργεια αυτή θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τις ποινικές έρευνες ή διώξεις που διενεργούνται από τις αρχές του.

6. Πριν αρνηθεί ή αναβάλει τη συνδρομή, το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, εξετάζει, εάν χρειάζεται, κατόπιν διαβούλευσης με το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος εάν η αίτηση μπορεί να γίνει δεκτή μερικώς ή υπό τους όρους που εκείνο θα θεωρήσει αναγκαίους.

7. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, ενημερώνει αμέσως το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος για την έκβαση της εκτέλεσης της αίτησης συνδρομής. Σε περίπτωση άρνησης ή αναβολής της αίτησης συνδρομής θα αναφέρονται οι λόγοι. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, ενημερώνει επίσης το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος για τους τυχόν λόγους που καθιστούν αδύνατη την εκτέλεση της αίτησης ή που πιθανώς θα την καθυστερήσουν σημαντικά.

8. Το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ζητήσει από το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, να τηρήσει εμπιστευτικότητα ως προς το γεγονός της υποβολής μιας αίτησης δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου, καθώς και για το αντικείμενο αυτής, εκτός εάν τούτο απαιτείται για την εκτέλεση της. Εάν το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν μπορεί να συμμορφωθεί με το αίτημα εμπιστευτικότητας, ειδοποιεί αμέσως το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο, στη συνέχεια κρίνει εάν μολαταύτα η αίτηση θα πρέπει να εκτελεστεί.

9.α. Σε περίπτωση επείγοντος, οι αιτήσεις για αμοιβαία συνδρομή ή οι σχετικές επικοινωνίες αποστέλλονται απ' ευθείας από τις δικαστικές αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους προς τις αντίστοιχες αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση. Σε κάθε τέτοια περίπτωση, αποστέλλεται ταυτοχρόνως ένα

αντίγραφο στην κεντρική αρχή του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, μέσω της κεντρικής αρχής του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους.

β. Κάθε αίτηση ή επικοινωνία σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο μπορεί να γίνει μέσω του Διεθνούς Ποινικού Αστυνομικού Οργανισμού (Ιντερπόλ).

γ. Όταν υποβάλλεται μία αίτηση σύμφωνα με την υποπαράγραφο α του παρόντος άρθρου και η αρχή δεν είναι αρμόδια να επιληφθεί της αίτησης, διαβιβάζει την αίτηση στην αρμοδία εθνική αρχή και ενημερώνει απ' ευθείας σχετικώς το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος.

δ. Οι αιτήσεις ή οι επικοινωνίες, που γίνονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο και δεν συνεπάγονται εξαναγκασμό σε ενέργεια, μπορούν να διαβιβάζονται απ' ευθείας από τις αρμόδιες αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους προς τις αρμόδιες αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση.

ε. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος κατά το χρόνο της υπογραφής ή όταν καταθέτει το έγγραφο κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, μπορεί να δηλώσει στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης ότι για λόγους αποτελεσματικότητας, οι αιτήσεις δυνάμει της παρούσας παραγράφου θα απευθύνονται στην κεντρική αρχή του.

Άρθρο 28

Εμπιστευτικότητα και περιορισμοί

1. Όταν δεν υφίσταται σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής με βάση ενιαία ή αμοιβαία ισχύουσα νομοθεσία μεταξύ του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους και του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος άρθρου. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν έχουν εφαρμογή όταν υφίσταται τέτοια συνθήκη, ρύθμιση ή νομοθεσία, εκτός εάν τα ενδιαφερόμενα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφωνήσουν να εφαρμόζουν το σύνολο ή το υπόλοιπο του παρόντος άρθρου αντ' αυτών.

2. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, μπορεί να θέσει προϋποθέσεις για την παροχή πληροφοριών ή υλικού σε απάντηση μιας αίτησης, υπό τον όρο ότι:

α. οι πληροφορίες θα τηρηθούν εμπιστευτικές σε περίπτωση που η αίτηση για αμοιβαία δικαστική συνδρομή δεν μπορεί να εκτελεστεί χωρίς την προϋπόθεση αυτή, ή

β. δεν θα χρησιμοποιηθούν για έρευνες ή διώξεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στην αίτηση.

3. Εάν το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να συμμορφωθεί με μία προϋπόθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, ενημερώνει αμέσως το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο στη συνέχεια κρίνει εάν οι πληροφορίες πρέπει να δοθούν. Εάν το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος αποδεχθεί αυτόν τον όρο, τότε θα δεσμεύεται από αυτόν.

4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος που παρέχει πληροφορίες ή υλικό, υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, μπορεί να ζητήσει από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος να εξηγήσει σχετικά με την προϋπόθεση αυτή πως χρησιμοποίησε αυτές τις πληροφορίες ή το υλικό.

Τμήμα 2-Ειδικές διατάξεις

Τίτλος I — Αμοιβαία συνδρομή σχετικά με προληπτικά μέτρα

Άρθρο 29

Κατεπείγουσα διατήρηση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστών

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να, ζητήσει από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος να διατάξει ή με άλλο τρόπο εξασφαλίσει την κατεπείγουσα διατήρηση δεδομένων που είναι αποθηκευμένα σε ένα σύστημα υπολογιστή, το οποίο ευρίσκεται στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλομένου Μέρους, για τα οποία το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος προτίθεται να υποβάλει αίτηση αμοιβαίας συνδρομής με σκοπό την έρευνα ή με παρόμοιο τρόπο πρόσβαση, κατάσχεση, εξασφάλιση ή αποκάλυψη των δεδομένων.

2. Κάθε αίτηση διατήρησης που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 πρέπει να αναφέρει:

α. την αρχή που ζητεί την διατήρηση,

β. το έγκλημα που αποτελεί το αντικείμενο της ποινικής έρευνας ή δίωξης και συνοπτική περιγραφή των συναφών πραγματικών περιστατικών,

γ. τα προς διατήρηση αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή και την σχέση τους με το έγκλημα,

δ. κάθε διαθέσιμη πληροφορία που ταυτοποιεί τον κατέχοντα τα αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή ή τη θέση του συστήματος υπολογιστή,

ε. την αναγκαιότητα της διατήρησης και

στ. ότι το Συμβαλλόμενο Μέρος προτίθεται να υποβάλει αίτηση αμοιβαίας συνδρομής για την έρευνα ή με παρόμοιο τρόπο πρόσβαση, κατάσχεση, εξασφάλιση ή αποκάλυψη των αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή.

3. Με την λήψη της αίτησης από Συμβαλλόμενο Μέρος, το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την κατεπείγουσα διατήρηση των συγκεκριμένων δεδομένων, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο. Για τους σκοπούς της ανταπόκρισης στην αίτηση, δεν απαιτείται η ύπαρξη διττού αξιόποινου ως προϋπόθεση για την εν λόγω διατήρηση,.

4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος που έχει θέσει ως προϋπόθεση την ύπαρξη διττού αξιόποινου για την ανταπόκριση σε μία αίτηση για αμοιβαία συνδρομή με σκοπό την έρευνα ή τη με ανάλογο τρόπο πρόσβαση, κατάσχεση ή την με ανάλογο τρόπο εξασφάλιση ή αποκάλυψη των αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή, μπορεί, για εγκλήματα άλλα από εκείνα που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 της Σύμβασης, να διατηρεί το δικαίωμα να αρνηθεί την ανταπόκριση στην αίτηση για διατήρηση δυνάμει του παρόντος άρθρου, στις περιπτώσεις που έχει λόγους να πιστεύει ότι κατά την στιγμή της αποκάλυψης των δεδομένων δεν μπορεί να εκπληρωθεί η προϋπόθεση του διττού αξιόποινου.

5. Επί πλέον, μία αίτηση για διατήρηση μπορεί να απορριφθεί μόνον εάν:

α. η αίτηση αφορά έγκλημα το οποίο το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, χαρακτηρίζει ως πολιτικό έγκλημα ή έγκλημα που σχετίζεται με πολιτικό έγκλημα, ή

β. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, θεωρεί ότι η αποδοχή της αίτησης είναι πιθανόν να θίξει την κυριαρχία, την ασφάλεια, την δημόσια τάξη ή άλλα θεμελιώδη συμφέροντα του.

6. Στην περίπτωση που το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, θεωρεί ότι η διατήρηση δεν θα εξασφαλίσει την μελλοντική διαθεσιμότητα των δεδομένων ή ότι θα απειλήσει την εμπιστευτικότητα ή άλλως θα βλάψει την έρευνα του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, ενημερώνει αμέσως σχετικά το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος το οποίο κρίνει εάν η αίτηση θα πρέπει να γίνει αποδεκτή σε κάθε περίπτωση.

7. Κάθε διατήρηση που πραγματοποιείται σε ανταπόκριση της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, θα γίνεται για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών, με σκοπό να δοθεί η δυνατότητα στο αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος να υποβάλει αίτηση για την έρευνα ή με παρόμοιο τρόπο πρόσβαση, κατάσχεση ή με παρόμοιο τρόπο εξασφάλιση ή αποκάλυψη των δεδομένων. Μετά τη λήψη μιας τέτοιας αίτησης, τα δεδομένα συνεχίζουν να διατηρούνται μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης αυτής.

Άρθρο 30

Κατεπείγουσα αποκάλυψη διατηρηθέντων δεδομένων κίνησης

1. Σε περίπτωση που κατά τη διαδικασία αποδοχής του αιτήματος που υποβλήθηκε σύμφωνα με το Άρθρο 29 για διατήρηση δεδομένων κίνησης που αφορούν σε μια συγκεκριμένη επικοινωνία, το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, διαπιστώσει ότι ένας πάροχος υπηρεσιών σε άλλο Κράτος αναμίχθηκε στη διαβίβαση της επικοινωνίας, το Συμβαλλόμενο αυτό Μέρος αποκαλύπτει κατεπειγόντως στο αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος επαρκή ποσότητα δεδομένων κίνησης για να ταυτοποιηθεί ο εν λόγω πάροχος υπηρεσιών και η διαδρομή μέσω της οποίας διαβιβάσθηκε η επικοινωνία αυτή.

2. Η αποκάλυψη των δεδομένων κίνησης δυνάμει της παραγράφου 1 μπορεί να απορριφθεί μόνον εάν:

α. η αίτηση αφορά έγκλημα το οποίο το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, χαρακτηρίζει ως πολιτικό έγκλημα ή έγκλημα που σχετίζεται με πολιτικό έγκλημα ή

β. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, θεωρεί ότι η εκτέλεση της αίτησης είναι πιθανόν να θίξει την κυριαρχία, την ασφάλεια, την δημόσια τάξη ή άλλα θεμελιώδη συμφέροντα του.

Τίτλος 2 - Αμοιβαία συνδρομή σχετικά με ανακριτικές πράξεις

Άρθρο 31

Αμοιβαία συνδρομή σχετικά με την πρόσβαση σε αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ζητήσει από άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος να ερευνήσει ή με παρόμοιο τρόπο αποκτήσει πρόσβαση, κατάσχει ή με παρόμοιο τρόπο εξασφαλίσει ή αποκαλύψει δεδομένα που είναι αποθηκευμένα σε ένα σύστημα υπολογιστή που βρίσκεται στην επικράτεια του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, περιλαμβανομένων των δεδομένων που έχουν διατηρηθεί κατ' εφαρμογή του Άρθρου 29.

2. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, ανταποκρίνεται στην αίτηση αυτή εφαρμόζοντας τις διεθνείς συμβάσεις, ρυθμίσεις και νόμους που αναφέρονται στο Άρθρο 23, και σύμφωνα με τις λοιπές σχετικές διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

3. Το αίτημα αντιμετωπίζεται σε κατεπείγουσα βάση όταν:

α. λογίζεται βάσιμα ότι τα σχετικά δεδομένα είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε απώλεια ή τροποποίηση, ή

β. οι συμβάσεις, ρυθμίσεις και νόμοι που αναφέρονται στην παράγραφο 2 προβλέπουν κατεπείγουσα συνεργασία.

Άρθρο 32

Διασυνοριακή πρόσβαση σε αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή, μετά από συναίνεση ή σε περίπτωση που αυτά είναι διαθέσιμα στο κοινό

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, χωρίς την εξουσιοδότηση του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους:

α. να έχει πρόσβαση σε αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή που είναι διαθέσιμα στο κοινό (ανοικτή πηγή), ασχέτως της γεωγραφικής θέσης των δεδομένων, ή

β. να αποκτήσει πρόσβαση ή να λάβει, μέσω ενός συστήματος υπολογιστή στην επικράτεια του, δεδομένα υπολογιστή που είναι αποθηκευμένα σε άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, εάν το Συμβαλλόμενο Μέρος λάβει την νόμιμη και οικειοθελή συναίνεση του προσώπου που έχει την νόμιμη εξουσία να αποκαλύπτει τα δεδομένα στο Συμβαλλόμενο Μέρος μέσω του συστήματος υπολογιστή του.

Άρθρο 33

Δικαστική συνδρομή για την συλλογή δεδομένων κίνησης σε πραγματικό χρόνο

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη παρέχουν αμοιβαία συνδρομή για τη συλλογή σε πραγματικό χρόνο δεδομένων κίνησης σχετικά με συγκεκριμένες επικοινωνίες στην επικράτεια τους, που διαβιβάζονται μέσω ενός συστήματος υπολογιστή. Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 2, η εν λόγω συνδρομή διέπεται από τους όρους και τις διαδικασίες που προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο.