Κυρ 9 Απρ 2017 06:57:19 μμ

Δικαιοσύνη για όλους

Δικηγορικό Γραφείο Γιώργου Κ. Παναγόπουλου και Ιουλίας Γ. Εξαρχάκου

Δικηγορικό Γραφείο Γιώργου Κ. Παναγόπουλου και Ιουλίας Γ. Εξαρχάκου

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...

ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ

Με τη με αριθμό 34100/99 (Φ.Ε.Κ. 2131 Β΄/99) απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε μετά  τη με αριθμό 2701/16.11.99 απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. και σε εφαρμογή των όσων προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 20 &...

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...

Μετάδοση σε τηλεοπτική εκπομπή στιγμιοτύπων ληφθέντων με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας»

Απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως εταιρίας που εκμεταλλεύεται ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό εθνικής εμβέλειας κατά αποφάσεως του Ε.Σ.Ρ., με την οποία επιβλήθηκαν στο σταθμό, λόγω μεταδόσεως κατά τη διάρκεια δύο εκπομπών στιγμιοτύπων που είχαν ληφθεί με τη μέθ...

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...

Επίκαιρες Δικαστικές Αποφάσεις
Επίκαιρες Δικαστικές Αποφάσεις

Επίκαιρες Δικαστικές Αποφάσεις (33)

 

ΕλΣ.Ολ 476/2016

Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) - Υπολογισμός εισοδημάτων - Εισοδηματικά κριτήρια -.

Κρίση στην επίδικη περίπτωση ότι ορθά διακόπηκε η καταβολή του επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) σε συνταξιούχο, η οποία είχε εισόδημα από ακίνητα ύψους 6.650,00 ευρώ και από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά (πολεμική σύνταξη) ύψους 4.825,39 ευρώ και, συνεπώς, το συνολικό ετήσιο ατομικό καθαρό εισόδημά της, ύστερα από την προβλεπόμενη από το νόμο έκπτωση εισοδήματος λόγω αναπηρίας (ύψους 1.900,00 ευρώ), ανέρχονταν στο ποσό των 9.575,39 ευρώ.

Απόφαση 476/2016

ΣΕ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2015, με την εξής σύνθεση: Νικόλαος Αγγελάρας, Πρόεδρος, Ιωάννης Σαρμάς, Σωτηρία Ντούνη, Χρυσούλα Καραμαδούκη και ʼννα Λιγωμένου, Αντιπρόεδροι, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Σταμάτιος Πουλής, Αγγελική Μυλωνά, Αγγελική Μαυρουδή, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δημήτριος Τσακανίκας και Βασιλική Προβίδη, Σύμβουλοι. Επίσης μετείχαν οι Σύμβουλοι Θεολογία Γναρδέλλη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Βασιλική Σοφιανού και Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου ως αναπληρωματικά μέλη. Γραμματέας η Ελένη Αυγουστόγλου.

Γενικός Επίτροπος Επικρατείας: Αντώνιος Νικητάκης Επίτροπος Επικρατείας, κωλυομένου του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Μιχαήλ Ζυμή.

Για να δικάσει την από 22 Οκτωβρίου 2012 (αριθμ. κατάθ. 159/22-10-2012) για αναίρεση της 1778/2012 αποφάσεως του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αίτηση της... η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Μουτζούρη (Δ.Σ.Α. 9999),

κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, που παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Ι’ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου απορρίφθηκε η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 1887/2007 πράξης του Α΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της.

Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, που ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και

Τον Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε, επίσης, την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντα τα τακτικά μέλη που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τον Πρόεδρο Νικόλαο Αγγελάρα που αποχώρησε από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας, πλην όμως εγκύρως λαμβάνεται η απόφαση του Δικαστηρίου κατά την παρούσα διάσκεψη κατά την ομόφωνη γνώμη των Δικαστών χωρίς την παρουσία του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 παρ. 2 του ν. 4129/2013 και 78 παρ. 2 του π.δ. 1225/1981. Η Αντιπρόεδρος Σωτηρία Ντούνη και ο Σύμβουλος Κωνσταντίνος Κωστόπουλος απουσίασαν λόγω κωλύματος και για τη νόμιμη συγκρότηση της Ελάσσονος Ολομέλειας, στη διάσκεψη μετείχαν επίσης οι Σύμβουλοι Θεολογία Γναρδέλλη και Κωνσταντίνος Εφεντάκης (αναπληρωματικά μέλη).

ʼκουσε την εισήγηση του Συμβούλου Σταματίου Πουλή και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το νόμο

1. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 1778/2012 οριστικής αποφάσεως του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για τη συζήτηση της οποίας καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο (σχ. 2882424 σειράς Α΄ έντυπο γραμμάτιο του Δημοσίου), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως. Επομένως, αφού τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί κατά το βάσιμο των λόγων αυτής κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.

2. Με την 1887/2007 πράξη του Α' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου απορρίφθηκε ένσταση της ήδη αναιρεσείουσας κατά του από 31-5-2006 εγγράφου του Διευθυντή της 46ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με το οποίο της γνωστοποιείτο η διακοπή της καταβολής του Επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (Ε.Κ.Α.Σ.) για το έτος 2006. Έφεση της ανωτέρω κατά της πράξης αυτής απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ήδη η αναιρεσείουσα με την ένδικη αίτησή της, όπως αυτή αναπτύσσεται με το παραδεκτώς κατατεθέν στις 18.5.2015 υπόμνημα, επιδιώκει την εξαφάνιση της προσβαλλομένης αποφάσεως και την καταβολή του ως άνω επιδόματος για το έτος 2006.

3. Με την από 29.8.1996 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Π.Ν.Π.), η οποία κυρώθηκε από το άρθρο 1 παρ. 2 του ν.2453/1997, θεσπίσθηκε το Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (Ε.Κ.Α.Σ.) με σκοπό την οικονομική ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων. Κατ ακολουθίαν δε του σκοπού αυτού, το εν λόγω νομοθέτημα διέλαβε ότι το ως άνω επίδομα το δικαιούνται εκείνοι εκ των συνταξιούχων των οποίων το ετήσιο καθαρό εισόδημα από συντάξεις, κύριες και επικουρικές, καθώς και το συνολικό ετήσιο ατομικό καθαρό εισόδημα δεν υπερβαίνει ορισμένο ύψος, το οποίο καθορίζεται, από 1ης Ιανουαρίου 2000, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (άρθ. 1 παρ. 2 του ν. 2768/1999). Με βάση την εξουσιοδοτική αυτή διάταξη, εκδόθηκε η 30168/0092/27.3.2006 ΚΥΑ (Β' 379), με την οποία αναπροσαρμόσθηκε για το έτος 2006 το ύψος των εν λόγω ποσών και ορίσθηκαν δε ειδικότερα τα εξής: «1. Τα ποσά που αναφέρονται στα εισοδηματικά κριτήρια της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.2768/1999 και λαμβάνονται υπόψη για την καταβολή του Ε.Κ.Α.Σ., αναπροσαρμόζονται για το έτος 2006, κατά περίπτωση, ως εξής: α. Το συνολικό ετήσιο καθαρό εισόδημα από συντάξεις, κύριες και επικουρικές ... στο ποσό των επτά χιλιάδων εκατόν εξήντα πέντε ΕΥΡΩ και εβδομήντα ένα λεπτών (7.165,71). β. Το συνολικό ετήσιο ατομικό καθαρό εισόδημα στο ποσό των οχτώ χιλιάδων τριακοσίων εξήντα ΕΥΡΩ (8.360,00). ...».

4. Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2768/1999 προσδιορίζονται τα ποσά που συνυπολογίζονται για τον καθορισμό του ύψους του ετήσιου καθαρού εισοδήματος από συντάξεις καθώς και του συνολικού ετήσιου ατομικού καθαρού εισοδήματος, διαλαμβάνεται δε ειδικότερα ότι τα πιο πάνω ποσά «αφορούν σε εισοδήματα που δηλώθηκαν με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του προηγούμενου οικονομικού έτους, εκείνου για το οποίο χορηγείται το Ε.Κ.Α.Σ., χωρίς τυχόν αναδρομικά άλλων ετών». Στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται: «Το ποσό Ε.Κ.Α.Σ. που καταβλήθηκε ... κατά το προηγούμενο έτος δεν λαμβάνεται υπόψη για την εξέταση της συνδρομής των εισοδηματικών κριτηρίων ...».

5. Εκ του σκοπού των επίμαχων διατάξεων (οικονομική ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων) και εκ του ότι η έννοια του συνολικού ετήσιου καθαρού εισοδήματος είναι έννοια που προσδιορίζεται κανονιστικώς στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, άρθ. 9 παρ. 1), συνάγεται αφενός μεν ότι ως συνολικό ετήσιο καθαρό εισόδημα νοείται το εισόδημα που προέρχεται από κάθε πηγή και υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, αφού αφαιρεθούν οι προβλεπόμενες από τις φορολογικές διατάξεις δαπάνες και μειώσεις, ανεξαρτήτως σε ποιό κωδικό της φορολογικής δηλώσεως τυγχάνει εγγραπτέο, αφετέρου δε ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την καταβολή του ΕΚΑΣ είναι όπως το εισόδημα του συνταξιούχου, ως αυτό κατά τα ανωτέρω προσδιορίζεται, μη υπερβαίνει τα καθοριζόμενα για το έτος αναφοράς εισοδηματικά κριτήρια, χωρίς να συνυπολογίζονται μόνο τα τυχόν αναδρομικά από προηγούμενα έτη που εισέπραξε ο συνταξιούχος καθώς και το ποσό του ίδιου του ΕΚΑΣ.

6. Στην υπό κρίση υπόθεση, το δικάσαν Τμήμα με την πληττόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Στην ήδη αναιρεσείουσα κανονίσθηκε, το έτος 1999, μηνιαία πολεμική σύνταξη, ως ανάπηρη, άγαμη θυγατέρα με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67%, θανόντος πολεμικού συνταξιούχου, που κατέστη διαρκώς ανίκανος συνεπεία τραυματισμού που οφείλετο στις εμφύλιες συγκρούσεις (ν.1863/1989). Με το Δ.Υ./31.5.2006 έγγραφο του Γενικού Διευθυντή Μισθών και Συντάξεων του Γ.Λ.Κ. της γνωστοποιήθηκε η διακοπή καταβολής του Ε.Κ.Α.Σ. για το έτος 2006, ενώ ένσταση της ανωτέρω κατά του εγγράφου αυτού απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη με την 1887/2007 πράξη του Α' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Τέλος, επί της ασκηθείσης από την ανωτέρω εφέσεως κατά της πράξης αυτής του Κλιμακίου, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη πράξη. Το δικάσαν Τμήμα απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, δεχθέν ότι όπως προέκυπτε από το εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2005, η ανωτέρω είχε εισόδημα από ακίνητα ύψους 6.650,00 ευρώ και από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά (πολεμική σύνταξη) ύψους 4.825,39 ευρώ και, συνεπώς, το συνολικό ετήσιο ατομικό καθαρό εισόδημά της, ύστερα από την προβλεπόμενη από το νόμο έκπτωση εισοδήματος λόγω αναπηρίας (ύψους 1.900,00 ευρώ), ανέρχονταν στο ποσό των 9.575,39 ευρώ. Το ποσό δε αυτό υπερέβαινε το τιθέμενο, με την προαναφερόμενη ΚΥΑ του 2006, όριο των 8.360,00 ευρώ και συνεπώς δεν είχε δικαίωμα απολήψεως του ΕΚΑΣ για το έτος 2006, ενώ για τον προσδιορισμό του ετήσιου ατομικού εισοδήματος συνυπολόγισε το ποσό της πολεμικής συντάξεως (4.825,39 ευρώ).

7. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεχθέν τα ανωτέρω το δικάσαν Τμήμα ορθώς τις επίμαχες διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε, οι δε περί του αντιθέτου, καθ' ερμηνεία του δικογράφου, ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ότι από το συνολικό εισόδημά της πρέπει να αφαιρεθεί φόρος εισοδήματος ΄΄περίπου 20%΄΄ και ότι δεν πρέπει να συνυπολογισθεί, καθώς γράφεται σε χωριστό κωδικό στην φορολογική δήλωση, το εισόδημά της από την πολεμική σύνταξη είναι απορριπτέοι ο πρώτος ως αόριστος, άλλως και σε κάθε περίπτωση αμφότεροι ως νόμω αβάσιμοι. Τούτο διότι, όπως αναπτύχθηκε σε προηγούμενη σκέψη, για τον προσδιορισμό του συνολικού ετήσιου καθαρού εισοδήματος λαμβάνεται υπόψιν το εισόδημα που προέρχεται από κάθε πηγή και υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, μη συνυπολογιζομένων αποκλειστικώς και μόνο των τυχόν αναδρομικών από προηγούμενα έτη που εισέπραξε ο συνταξιούχος καθώς και του ποσού του ίδιου του ΕΚΑΣ.

8. Κατ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

9. Απορριπτομένης της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να διαταχθεί η κατάπτωση υπέρ του Δημοσίου του παραβόλου που κατατέθηκε (άρθρ. 73 παρ. 4 του ν. 4129/2013).

Διά ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως. Και

Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου αναιρέσεως υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΑΡΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΠΟΥΛΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ

 

ΣτΕ 1445/2016

Πιλοτική δίκη - Δικαίωμα περιουσίας - Δικαίωμα ιδιωτικού και οικογενειακού βίου - Φορολογία εισοδήματος - Φορολογική κατοικία - Φορολόγηση συζύγων - Κατοικία - Κάτοικοι εξωτερικού -.

Έννοια της κατοικίας φυσικού προσώπου στην Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 4172/2013. Για τη θεμελίωση της φορολογικής υποχρέωσης ενός φυσικού προσώπου, η φορολογική αρχή πρέπει να προβαίνει σε ειδικά αιτιολογημένη κρίση, αναφορικά με το εάν το πρόσωπο αυτό έχει κατοικία στην Ελλάδα. Βάσει των γενικότερων κοινωνικών και ηθικών αντιλήψεων της εποχής και ανάλογα με τα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα των συζύγων, είναι νοητή η χωριστή κατοικία των συζύγων. Σε περίπτωση που ένα έγγαμο φυσικό πρόσωπο δεν είναι υπόχρεο σε υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος στην Ελλάδα, επειδή δεν έχει φορολογική κατοικία σε αυτή, δεν τίθεται ζήτημα υποβολής κοινής δήλωσης φόρου εισοδήματος με τον ή τη σύζυγό του, αποκλειστικά και μόνο επειδή ο ή η σύζυγος είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας. Οι περιορισμοί που ανακύπτουν από τις τεχνικές ρυθμίσεις και τις δυνατότητες του συστήματος ηλεκτρονικής υποβολής των δηλώσεων φόρου εισοδήματος, δεν ασκούν επιρροή, γιατί το σύστημα αυτό θα πρέπει να προσαρμόζεται στους κανόνες της φορολογικής νομοθεσίας και να εξυπηρετεί τις ανάγκες της ορθής εφαρμογής της. Σύζυγοι με χωριστή κατοικία. Αλλοδαπός που ζει και εργάζεται στη Γερμανία, ενώ η σύζυγος (δικαστική λειτουργός) και το τέκνο τους κατοικούν στην Ελλάδα.

Αριθμός 1445/2016

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β'

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 11 Μαΐου 2016 με την εξής σύνθεση: Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β' Τμήματος, Ε. Νίκα, Σ. Βιτάλη, Κ. Νικολάου, Ι. Σύμπλης, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Ι. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β' Τμήματος.

Για να δικάσει την από 29 Φεβρουαρίου 2016 προσφυγή:

του ..., κατοίκου Erftstadt Γερμανίας (...), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Γρηγόριο Μέντη (Α.Μ. 16463), που τον διόρισε στο ακροατήριο,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Χρήστο Κοραντζάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

και κατά της υπ' αριθμ. 59/19.1.2016 απόφασης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών του άρθρου 63 του Ν. 4174/2013.

Η πιο πάνω προσφυγή εισάγεται στο Β' Τμήμα του Δικαστηρίου κατόπιν της από 24ης Μαρτίου 2016 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010 και της από 5ης Απριλίου 2016 πράξεως της Προέδρου του Β' Τμήματος.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Κ. Λαζαράκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του προσφεύγοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους προσφυγής και ζήτησε να γίνει δεκτή η προσφυγή και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, η κρινόμενη προσφυγή, που ασκήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Β' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α' 213), κατόπιν της από 24-3-2016 πράξης της οικείας Επιτροπής που δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες «ΤΑ ΝΕΑ» στις 11-4-2016 και «ΕΣΤΙΑ» στις 12-4-2016, καθώς και της από 5-4-2016 πράξης της Προέδρου του Β' Τμήματος περί ορισμού εισηγητή και δικασίμου ενώπιον της επταμελούς σύνθεσης αυτού, λόγω σπουδαιότητας.

2. Επειδή, ο ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις» όρισε στην παρ. 1 του άρθρου 1 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 4055/2012 (Α' 51), ότι: «Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε τακτικού διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς επιτροπής, αποτελούμενης από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ' ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων [...], όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. [...] Η πράξη της Επιτροπής δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. [...] Μετά την επίλυση του ζητήματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης [...]». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον αίτημα διαδίκου να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας ένδικο βοήθημα ή μέσο αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων για τον λόγο ότι τίθεται με αυτό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύ κύκλο προσώπων, γίνει δεκτό από την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές τριμελή Επιτροπή, το Δικαστήριο αυτό εκδικάζει το ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφαρμόζοντας ως προς την πληρεξουσιότητα τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ/τος 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμου για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (Α' 8) και κατά τα λοιπά, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, τις ισχύουσες για το ένδικο βοήθημα ή μέσο οικείες διατάξεις (ΣτΕ 601/2012 Ολομ., 690/2013 7μ., 532/2015 Ολομ., 660/2016 7μ. κ.ά).

3. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, όπως συμπληρώνεται με το από 18-4-2016 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ο προσφεύγων ζητεί την ακύρωση της 59/19-1-2016 απόφασης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η .../16-10-2015 ενδικοφανής προσφυγή του (άρθρου 63 ν. 4174/2013, Α' 170) κατά της 38086/9-9-2015 απάντησης του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Χ. επί της .../7-9-2015 δήλωσης επιφύλαξης που είχε διατυπώσει ως προς την ηλεκτρονικώς υποβληθείσα (αριθ. καταχ. .../27-8-2015) από κοινού με τη σύζυγό του δήλωση φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2014, κατά το μέρος που είχε δηλώσει στο μητρώο ως κατοικία του την κατοικία της συζύγου του (στον Χ. Αττικής) και είχε υποβάλει φορολογική δήλωση στη Δ.Ο.Υ. Χ. ενώ είναι κάτοικος Γερμανίας, ζητώντας την εκκαθάριση της εν λόγω δήλωσης, θεωρουμένων του ιδίου ως κατοίκου αλλοδαπής, της δε συζύγου του ως κατοίκου ημεδαπής. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη .../2015 απάντηση, ο προσφεύγων υποχρεούται ως φορολογικός κάτοικος Ελλάδος να δηλώσει το παγκόσμιο εισόδημά του, η δε - εκκαθαρισθείσα όπως υποβλήθηκε - δήλωση είναι ελλιπής και πρέπει να προσκομισθεί συμπληρωματική με τα εισοδήματά του στη Γερμανία και τον εκεί καταβληθέντα φόρο. Με την ως άνω πράξη της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 έγινε δεκτό αίτημα του προσφεύγοντος να εισαχθεί προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας η προσφυγή του, προκειμένου να κριθούν τα γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματα α) της ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 3, 4, 9 και 67 του ν. 4172/2013 "Φορολογία Εισοδήματος [...] και άλλες διατάξεις" (Α' 167) σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 1386 και 1387 του Αστικού Κώδικα καθώς και β) της συμφωνίας των εν λόγω διατάξεων του ν. 4172/2013 προς τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας περί αποφυγής της διπλής φορολογίας και αποτροπής της φοροδιαφυγής σε σχέση προς τον φόρο εισοδήματος, κεφαλαίου όπως και τον φόρο επιτηδεύματος (α.ν. 52/1967, Α' 134), αλλά και τις διατάξεις των άρθρων 4 και 21 του Συντάγματος (καθ' ο μέρος δεν προβλέπεται η υποβολή χωριστής φορολογικής δήλωσης μόνο από τον ένα σύζυγο, στην περίπτωση που οι σύζυγοι δεν συμβιώνουν και, συνεπώς, δεν έχουν κοινή κατοικία).

4. Επειδή, όπως έχει γίνει παγίως δεκτό (ΣτΕ 834/2010 Ολομ., 2062/1968 Ολομ. και 1802, 3829, 4603/2012, 2613-16/2009, 297280/2008, 368/2007, 1625/2001, 236/1998), καθ' ερμηνεία των άρθρων 1, 2, 63 παρ. 1, 285 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Α' 97), 1 και 73 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (π.δ. 331/1985, Α' 116) και 8 παρ. 4 του ν.δ. 4486/1965 (Α' 131), φορολογική διαφορά υπαγόμενη στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων γεννάται από ατομικές διοικητικές πράξεις, με τις οποίες είτε επιβάλλεται αμέσως φορολογικό βάρος ή φορολογική κύρωση είτε κρίνεται αντικείμενο ευθέως συναπτόμενο με συγκεκριμένη φορολογική ή συναφή υποχρέωση συνδεόμενη με φορολογητέα ύλη ατομικώς ορισμένη, η οποία αμφισβητείται εν όλω ή εν μέρει με την προσφυγή.

5. Επειδή, εν προκειμένω, η διαφορά που γεννάται από την προσβολή εκ μέρους του προσφεύγοντος της 59/2016 απόφασης του Προϊσταμένου Δ.Ε.Δ., στην οποία ενσωματώθηκε η 38086/2015 πράξη του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Χ., είναι φορολογική, καθόσον συνάπτεται με την επιβληθείσα στον προσφεύγοντα υποχρέωση να δηλώσει στην ελληνική φορολογική αρχή το παγκόσμιο εισόδημά του, ήτοι συγκεκριμένη φορολογική ύλη, και να της υποβάλει συμπληρωματική δήλωση φορολογίας εισοδήματος, για το φορολογικό έτος 2014, ως εκ τούτου δε το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, με το οποίο αμφισβητείται η νομιμότητα της πιο πάνω πράξης, αποτελεί προσφυγή ουσίας, η εκδίκαση της οποίας υπάγεται στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.

6. Επειδή, για την άσκηση προσφυγής επί φορολογικής διαφοράς, η οποία, όπως η ένδικη, δεν έχει (συγκεκριμένο) χρηματικό αντικείμενο (πρβλ. ΣτΕ 80/2012), οφείλεται παράβολο εκατό ευρώ κατά το άρθρο 277 παρ. 2 περ. α του Κ.Δ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3900/2010. Ως εκ τούτου, εφ' όσον το συνολικώς καταβληθέν εν προκειμένω από τον προσφεύγοντα ποσό παραβόλου ανέρχεται σε εκατόν πενήντα ευρώ, πρέπει, ανεξαρτήτως της έκβασης της δίκης, να επιστραφεί σ' αυτόν το ποσό των πενήντα ευρώ, που καταβλήθηκε επιπλέον του νομίμου.

7. Επειδή, ο ν. 4172/2013 ορίζει στο άρθρο 1 (Πεδίο εφαρμογής) ότι «1. Ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε.) ρυθμίζει τη φορολογία του εισοδήματος: α) των φυσικών προσώπων, [...]», στο άρθρο 2 (Ορισμοί) ότι «Οι όροι που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε. έχουν την έννοια που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, εκτός εάν ο Κ.Φ.Ε. ορίζει διαφορετικά. Για τους σκοπούς του παρόντος νοούνται ως: α) «φορολογούμενος»: κάθε πρόσωπο που υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., β) «πρόσωπο»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κάθε είδους νομική οντότητα, [.]», στο άρθρο 3 (Υποκείμενα του φόρου) ότι «1. Ο φορολογούμενος που έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα υπόκειται σε φόρο για το φορολογητέο εισόδημά του που προκύπτει στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, ήτοι το παγκόσμιο εισόδημά του που αποκτάται μέσα σε ορισμένο φορολογικό έτος [... ] 2. Ο φορολογούμενος που δεν έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα υπόκειται σε φόρο για το φορολογητέο εισόδημά του που προκύπτει στην Ελλάδα και αποκτάται μέσα σε ορισμένο φορολογικό έτος», στο άρθρο 4 (Φορολογική κατοικία) ότι «1. Ένα φυσικό πρόσωπο είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, εφόσον: α) έχει στην Ελλάδα τη μόνιμη ή κύρια κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του ή το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων ήτοι τους προσωπικούς ή οικονομικούς ή κοινωνικούς δεσμούς του ή β) είναι προξενικός, διπλωματικός ή δημόσιος λειτουργός παρόμοιου καθεστώτος ή δημόσιος υπάλληλος που έχει την ελληνική ιθαγένεια και υπηρετεί στην αλλοδαπή. 2. [όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4223/2013, Α' 287/31.12.2013] Ένα φυσικό πρόσωπο που βρίσκεται στην Ελλάδα συνεχώς για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τις εκατόν ογδόντα τρεις (183) ημέρες, συμπεριλαμβανομένων και σύντομων διαστημάτων παραμονής στο εξωτερικό, είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδος από την πρώτη ημέρα παρουσίας του στην Ελλάδα. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση φυσικών προσώπων που βρίσκονται στην Ελλάδα αποκλειστικά για τουριστικούς, ιατρικούς, θεραπευτικούς ή παρόμοιους ιδιωτικούς σκοπούς και η παραμονή τους δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες εξήντα πέντε (365) ημέρες, συμπεριλαμβανομένων και σύντομων διαστημάτων παραμονής στο εξωτερικό. Η παρούσα παράγραφος δεν αποκλείει την εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου», στο άρθρο 9 (Πίστωση φόρου αλλοδαπής) ότι «1. Εάν κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους ένας φορολογούμενος που έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα αποκτά εισόδημα στην αλλοδαπή, ο καταβλητέος φόρος εισοδήματος του εν λόγω φορολογούμενου, όσον αφορά στο εν λόγω εισόδημα, μειώνεται κατά το ποσό του φόρου που καταβλήθηκε στην αλλοδαπή για αυτό το εισόδημα. Η καταβολή του ποσού του φόρου στην αλλοδαπή αποδεικνύεται με τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. 2. Η μείωση του φόρου εισοδήματος που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό του φόρου που αναλογεί για το εισόδημα αυτό στην Ελλάδα», στο δε άρθρο 67 (Υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων και καταβολή του φόρου), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του ν. 4223/2013 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ότι «1. Ο φορολογούμενος που έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του υποχρεούται να δηλώνει όλα τα εισοδήματά του, τα φορολογούμενα με οποιοδήποτε τρόπο ή απαλλασσόμενα, στη Φορολογική Διοίκηση ηλεκτρονικά. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η δήλωση αυτή μπορεί να υποβάλλεται στη Φορολογική Διοίκηση σε έγχαρτη μορφή. [...] 4. Οι σύζυγοι, κατά τη διάρκεια του γάμου, υποχρεούνται να υποβάλουν κοινή δήλωση για τα εισοδήματά τους στα οποία ο φόρος, τα τέλη και οι εισφορές που αναλογούν υπολογίζονται χωριστά στο εισόδημα καθενός συζύγου. Οι τυχόν ζημίες του εισοδήματος του ενός συζύγου δεν συμψηφίζονται με τα εισοδήματα του άλλου συζύγου. Υπόχρεος υποβολής δήλωσης είναι ο σύζυγος και για τα εισοδήματα της συζύγου του. Ειδικότερα οι σύζυγοι υποβάλλουν χωριστή φορολογική δήλωση, ο καθένας για τα εισοδήματά του, εφόσον: α. Έχει διακοπεί η έγγαμη συμβίωση κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης. Το βάρος της απόδειξης για τη διακοπή φέρει ο φορολογούμενος. β. Ο ένας από τους δύο συζύγους είναι σε κατάσταση πτώχευσης ή έχει υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση. [... ] 7. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ειδικότερα ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής, ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, οι εξαιρετικές περιπτώσεις για τις οποίες επιτρέπεται η μη ηλεκτρονική υποβολή της δήλωσης, καθώς και τα δικαιολογητικά ή άλλα στοιχεία τα οποία συνυποβάλλονται με αυτήν.».

8. Επειδή, για τη θεμελίωση της φορολογικής εξουσίας ενός κράτους προϋποτίθεται η ύπαρξη επαρκούς συνδετικού στοιχείου του φορολογουμένου με αυτό. Η κατοικία αποτελεί τέτοιο στοιχείο, στο οποίο στηρίζεται, κατά γενικό κανόνα, το διεθνές φορολογικό δίκαιο και, ιδίως, το πρότυπο της Σύμβασης του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) σχετικά με τη διπλή φορολόγηση, με σκοπό την κατανομή μεταξύ των κρατών της φορολογικής αρμοδιότητας. Το διεθνές φορολογικό δίκαιο και ιδίως το ως άνω πρότυπο Σύμβασης δέχεται ότι στο κράτος κατοικίας εναπόκειται κατ' αρχήν να φορολογεί συνολικώς τον υποκείμενο στον φόρο λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που είναι συμφυή με την προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση (πρβλ. ΔΕΚ, αποφάσεις της 14-2-1995, C-279/93, Schumacker, σκ. 32, 14-9-1999, C-391/97, Gschwind, σκ. 24, 12-12-2002, C-385/00, De Groot, σκ. 98). Ειδικότερα, στο πρότυπο της Σύμβασης του ΟΟΣΑ (άρθρο 4) προβλέπεται, για την περίπτωση που φυσικό πρόσωπο υπόκειται, κατά τη νομοθεσία εκάστου συμβαλλόμενου κράτους, σε (πλήρη) φορολογία σε αυτό και άρα είναι κάτοικος αμφοτέρων των συμβαλλομένων κρατών, ότι θεωρείται κάτοικος μόνο του κράτους στο οποίο διαθέτει - κατά τη διατύπωση του ως άνω προτύπου στις γλώσσες εργασίας του ΟΟΣΑ, αγγλική και γαλλική (βλ. Rules of Procedure of the Organisation, October 2013, άρθρa 27 - 28) -"permanent home available to him" ή "foyer d' habitation permanent", δηλαδή μόνιμη κατοικία [όπως, άλλωστε, αποδίδεται και στο άρθρο ΙΙ παρ. 1 περ. 4 υποπερ. β.αα της προμνημονευθείσας (σκ. 3) σύμβασης μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας ο όρος "permanent home available to him" του αυτού άρθρου του αγγλικού κειμένου αυτής), εάν δε διαθέτει τέτοια και στα δύο κράτη, θεωρείται κάτοικος του κράτους με το οποίο διατηρεί στενότερους προσωπικούς και οικονομικούς δεσμούς (κέντρο ζωτικών συμφερόντων) ["closer personal and economic relations-centre of vital interests", "liens personnels et economiques les plus etroits - centre des interets vitaux"] (ακολουθούν, περαιτέρω ιεραρχούμενα, άλλα κριτήρια). Με τον προαναφερόμενο ν.4172/2013 εισήχθη νέος Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος οι διατάξεις του οποίου, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση αυτού, «παρακολουθούν τις εξελίξεις στη διεθνή και ευρωπαϊκή οικονομική πραγματικότητα, λαμβάνοντας υπόψη τους ορισμούς που απορρέουν αφ' ενός από τους κανόνες του διεθνούς φορολογικού δικαίου (φορολογική κατοικία, τόπος πραγματικής διοίκησης, μόνιμη εγκατάσταση) [...] όπως αποτυπώνονται και στο Πρότυπο Σύμβασης του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης που εφαρμόζεται μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ κατά τη σύναψη των Συμβάσεων περί αποφυγής διπλής φορολογίας στο εισόδημα και στο κεφάλαιο». Συγκεκριμένα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην εν λόγω αιτιολογική έκθεση, με τις διατάξεις του άρθρου 3 του νέου Κ.Φ.Ε. «εισάγεται ο όρος φορολογική κατοικία στο ελληνικό δίκαιο προκειμένου να προσδιοριστούν τα υποκείμενα στον φόρο πρόσωπα, ακολουθώντας τα πρότυπα του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης», ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 4 «αποσαφηνίζεται η έννοια και τα κριτήρια της φορολογικής κατοικίας. Ειδικότερα, ακολουθούνται τα διεθνή πρότυπα και κατευθυντήριες οδηγίες του ΟΟΣΑ, συμπεριλαμβανομένων των Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στόχος είναι να επιτευχθεί η κατά το δυνατόν οριζόντια και καθολική εφαρμογή ενιαίου πλαισίου, εκσυγχρονίζοντας το υφιστάμενο καθεστώς και υιοθετώντας και τις γενικές αρχές για την επιβολή του φόρου βάσει της αρχής του τόπου άσκησης της πραγματικής φορολογικής διοίκησης, κριτήριο το οποίο ακολουθείται σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο. Επιπλέον, με την παρούσα διάταξη και την αναλυτική παράθεση αναλυτικών κριτηρίων διασαφηνίζονται και επιλύονται περαιτέρω ζητήματα διπλής κατοικίας. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 4 καθορίζονται τα κριτήρια βάσει των οποίων ένα φυσικό πρόσωπο θεωρείται κάτοικος Ελλάδας. Τα κριτήρια αυτά είναι η μόνιμη ή κύρια κατοικία, η συνήθης διανομή και το κέντρο των προσωπικών, οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων [.].». Κατά την έννοια, λοιπόν, σύμφωνα με όλα τα προεκτιθέμενα, των διατάξεων των άρθρων 3 και 4 παρ. 1 του ν. 4172/2013, σε φόρο εισοδήματος στην Ελλάδα για το παγκόσμιο εισόδημά του, ήτοι για εκείνο που προκύπτει τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή, υπόκειται, μεταξύ άλλων, το φυσικό πρόσωπο το οποίο έχει την κατοικία του στην Ελλάδα, έχει δηλαδή σ' αυτήν μόνιμη και κύρια πραγματική εγκατάσταση, την οποία έχει καταστήσει, σύμφωνα με τη βούληση του, το κέντρο των εν γένει βιοτικών του σχέσεων και ζωτικών συμφερόντων (πρβλ. καθ' ερμηνεία του άρθρου 51 ΑΚ, ΣτΕ 259, 3254/2011, 1113/2008 κ.ά., ΑΠ 660/2015, 1730/2009 κ.ά.), το οποίο αποτελεί στοιχείο προσδιοριστικό της έννοιας της κατοικίας. Ως τέτοιο δε (δηλαδή ως στοιχείο προσδιοριστικό της έννοιας της κατοικίας) νοούμενο στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4172/2013 και όχι ως αυτοτελές κριτήριο προσδιορισμού της φορολογικής κατοικίας, το κέντρο των βιοτικών σχέσεων και ζωτικών συμφερόντων ενός φυσικού προσώπου υφίσταται εκεί όπου το πρόσωπο αυτό αναπτύσσει τους προσωπικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς δεσμούς του (βλ. άλλωστε τα διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική έκθεση για το «κέντρο των προσωπικών, οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων» - δίχως τη διάζευξη που έχει τεθεί στο κείμενο του νόμου - καθώς και για την κατά τα διεθνή πρότυπα και κατευθυντήριες οδηγίες του ΟΟΣΑ, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έννοια αυτού). Εξάλλου, προκειμένου να κριθεί εάν ένα φυσικό πρόσωπο έχει (ή πολλώ μάλλον μεταβάλλει την επί μακρόν διατηρούμενη από αυτό) κατοικία, πρέπει να συνεκτιμώνται όλα τα πρόσφορα στοιχεία (πρβλ. ΣτΕ 1948/1956, 3870/2002, 3973/2005, 1113/2008, 259/2011 κ.ά.), όπως ιδίως η ύπαρξη στέγης, η φυσική παρουσία του ίδιου, των μελών της οικογένειάς του (στην οποία δεν περιλαμβάνονται μόνον ο ή η σύζυγος και τα τέκνα αυτού), ο τόπος άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, ο τόπος των περιουσιακών συμφερόντων, ο τόπος των διοικητικών δεσμών με τις δημόσιες αρχές και φορείς (ασφαλιστικούς, επαγγελματικούς, κοινωνικούς), ο τόπος ανάπτυξης πολιτικών, πολιτισμικών ή άλλων δραστηριοτήτων. Συνεπώς, για τη θεμελίωση της προαναφερόμενης φορολογικής υποχρέωσης ενός φυσικού προσώπου, η φορολογική αρχή πρέπει να προβαίνει σε ειδικώς αιτιολογημένη κρίση αναφορικά με το εάν το πρόσωπο αυτό έχει κατοικία στην Ελλάδα, φέρουσα κατ' αρχήν και το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που τεκμηριώνουν, επαρκώς, ενόψει των συνθηκών, την ύπαρξή της. Συναφώς, το δικαστήριο της ουσίας, όταν εκδικάζει προσφυγή κατά πράξης περί της εν λόγω φορολογικής υποχρέωσης φυσικού προσώπου, οφείλει να ερευνήσει το ίδιο, κατ' ενάσκηση πλήρους δικαιοδοσίας, αν συντρέχει η αμφισβητούμενη πραγματική βάση της, δηλαδή η ύπαρξη ή μη κατοικίας αυτού στην Ελλάδα, και να κρίνει το ζήτημα, στο πλαίσιο δε αυτό, έχει την εξουσία, κατ' άρθρο 152 επ. του Κ.Δ.Δ., να διατάξει συμπλήρωση των αποδείξεων και, τελικώς, αν δεν βεβαιώνεται στον αναγκαίο βαθμό για τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, να αποφανθεί, αφού κατανείμει το βάρος αποδείξεως μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω, και ενόψει του ότι, βάσει των γενικότερων κοινωνικών και ηθικών αντιλήψεων της εποχής αλλά και ανάλογα με τα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα των συζύγων, είναι νοητή η χωριστή κατοικία αυτών (πρβλ. ήδη πριν από την κατάργηση με το άρθρο 2 του ν. 1329/1983, Α' 25, της κατ' άρθρο 55 ΑΚ νόμιμης κατοικίας της συζύγου, ΑΠ 163/1975 ΝοΒ11,1056, 229/1964, ΝοΒ 12,803, 835/1978, ΝοΒ 27,737, πρβλ. ομοίως ΔΕΚ, αποφάσεις της 16-5-2000, C-87/99, Zurstrassen, σκ. 19, 25-1-2007, C-329/05, Gerold Meindl, σκ. 28), σε περίπτωση που έγγαμο φυσικό πρόσωπο δεν είναι υπόχρεο σε υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος στην Ελλάδα, για τον λόγο ότι το ίδιο δεν έχει τη φορολογική κατοικία του σ' αυτήν, δεν τίθεται εν πάση περιπτώσει ζήτημα υποβολής κοινής δήλωσης φόρου εισοδήματος, κατ' άρθρο 67 παρ. 4 του ν. 4172/2013, με τον ή τη σύζυγό του, αποκλειστικώς και μόνον επειδή ο ή η σύζυγος πληροί τα κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του εν λόγω νόμου κριτήρια για να χαρακτηρισθεί φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, και τούτο ανεξαρτήτως αν η υποχρέωση υποβολής κοινής δήλωσης είναι ή όχι σύμφωνη με διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος. Εξάλλου, από την εξεταζόμενη άποψη δεν ασκούν επιρροή - υπό την έννοια ότι δεν συνεπάγονται υποχρέωση υποβολής κοινής δήλωσης - περιορισμοί τυχόν ανακύπτοντες από τις τεχνικές ρυθμίσεις και δυνατότητες του συστήματος της κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου 67 ηλεκτρονικής υποβολής των δηλώσεων φόρου εισοδήματος (μη πρόβλεψη στο εν λόγω σύστημα της δυνατότητας υποβολής δήλωσης από τον ένα μόνο σύζυγο, όταν ο άλλος δεν είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας), διότι το σύστημα αυτό θα πρέπει αντιθέτως να προσαρμόζεται στους κανόνες της φορολογικής νομοθεσίας και να εξυπηρετεί τις ανάγκες της ορθής εφαρμογής της και όχι η εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας να προσαρμόζεται στις δυνατότητες του συστήματος. Εξάλλου, δεν ασκεί επιρροή από την ανωτέρω άποψη η στην αυτή παρ. 1 του άρθρου 67 πρόβλεψη της δυνατότητας υποβολής έγχαρτης δήλωσης σε εξαιρετικές περιπτώσεις οριζόμενες κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 7 του ίδιου άρθρου (βλ., για το κρίσιμο φορολογικό έτος, άρθρο 1 παρ. 3 της ΠΟΛ 1088/2015 απόφασης της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων, Β' 763), εφόσον εν πάση περιπτώσει δεν έχει θεσπισθεί εξαίρεση από την υποχρέωση υποβολής ηλεκτρονικής δηλώσεως στην επίμαχη περίπτωση. Τέλος, σε περίπτωση που φυσικό πρόσωπο δεν θεωρείται, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 4172/2013, φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, δεν ανακύπτει ανάγκη διευθέτησης περίπτωσης διπλής κατοικίας και άρσης σύγκρουσης της φορολογικής εξουσίας της Ελλάδας και εκείνης άλλου κράτους, όπως εν προκειμένω της Γερμανίας, ώστε να βρίσκει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου ΙΙ παρ. 1 περ. 4 υποπερ. β της Σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας μεταξύ αυτών (α.ν. 52/1967). Ο Σύμβουλος Ιωάννης Σύμπλης διετύπωσε την ακόλουθη συγκλίνουσα άποψη: Η φορολογική εξουσία ανήκει στον σκληρό πυρήνα της κυριαρχίας κάθε ανεξάρτητου κράτους. Η κυριαρχική αυτή εξουσία δεν περιορίζεται, κατ' αρχήν από το γενικό διεθνές δίκαιο (με κάποιες εξαιρέσεις όπως αυτές που αφορούν τα προνόμια και τις ασυλίες των άλλων κυριάρχων κρατών). Κάθε κράτος ασκεί ελεύθερα και απεριόριστα την κυριαρχική του αυτή εξουσία στα πρόσωπα και τις δραστηριότητες που συνδέονται καθ' οιονδήποτε τρόπο και με οιονδήποτε δεσμό (επαγγελματικό, προσωπικό, περιουσιακό, φυσική παρουσία, ή ιθαγένεια) με την επικράτειά του, μέσα στα όρια που απορρέουν από την εθνική (τόσο την συνταγματική όσο και -για τα κράτη μέλη της ΕΕ- την ενωσιακή) έννομη τάξη του κάθε κράτους και των διεθνών υποχρεώσεων που έχει εκουσίως αναλάβει μέσω διμερών ή πολυμερών συμβάσεων, χωρίς την παραμικρή (πέραν ή επί πλέον αυτών που προαναφέρθηκαν) υποχρέωση του κάθε κράτους να λαμβάνει υπ όψη τις παράλληλες φορολογικές αξιώσεις άλλων κυριάρχων κρατών. Ακριβώς λόγω του εκ φύσεως εγωιστικού χαρακτήρα αυτής της κυριαρχίας, οι αξιώσεις κάθε κυρίαρχου κράτους, εφ' όσον δεν είναι εστερημένες ευλόγου ερείσματος δεν υποχωρούν μονομερώς, παρά μόνο μέσω αμοιβαία συμφωνημένης εναρμόνισης. Μέσα στα πλαίσια δε αυτά έχουν εκπονηθεί από διάφορους διεθνείς οργανισμούς κατευθυντήριες οδηγίες και «πρότυπες» συμβάσεις προς διευκόλυνση των διμερών διαπραγματεύσεων μεταξύ κυριάρχων κρατών που έχουν ως αντικείμενο την σύναψη μεταξύ τους συμφωνίας μέσω της οποίας αυτοπεριορίζουν και εναρμονίζουν την άσκηση της φορολογικής τους κυριαρχίας, προς αποτροπή συγκρούσεων (τέτοιες «πρότυπες» συμβάσεις είναι αυτή του ΟΟΣΑ για την αποφυγή της διπλής φορολογίας στο εισόδημα και στο κεφάλαιο καθώς και η αντίστοιχη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών). Πριν από την σύναψη τέτοιας διμερούς συμφωνίας δεν υπάρχει ούτε εναρμόνιση, ούτε υποχρέωση εναρμόνισης και κάθε κυρίαρχο κράτος ασκεί την κυριαρχία του αδέσμευτα και χωρίς να εξετάζει αν οι εθνικοί του κανόνες είναι σύμφωνοι με κάποια διεθνή (πλην μη νομικώς δεσμευτικά) πρότυπα, ή αν απολήγουν σε διπλή φορολόγηση. Μετά τη σύναψη τέτοιας σύμβασης, η φορολογική εξουσία του κάθε ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη οριοθετείται σε σχέση με την εξουσία του άλλου συμβαλλομένου κράτους αποκλειστικά με βάση όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ τους και όχι με βάση το εθνικό δίκαιο. Ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή παρέλκει, ως αλυσιτελής, η εξέταση και ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του εθνικού δικαίου, το οποίο δεν είναι εφαρμοστέο. Είναι κυρίαρχη δε απόφαση του κάθε κράτους με ποια άλλα κυρίαρχα κράτη επιθυμεί να εναρμονίσει την άσκηση της φορολογικής του κυριαρχίας και ποιών κρατών τις αξιώσεις δεν επιθυμεί να λάβει υπ' όψη, ούτε να τους δώσει προτεραιότητα έναντι των δικών του αξιώσεων. Εν προκειμένω, μεταξύ της Ελλάδος και της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Γερμανίας έχει συναφθεί τέτοια συμφωνία (σύμφωνα με τα τότε πρότυπα του ΟΟΣΑ) αποσκοπούσα στην αποφυγή της διπλής φορολογίας και στη θέσπιση κανόνων αμοιβαίας διοικητικής επικουρίας σχετικά προς τον φόρο εισοδήματος, τον φόρο κεφαλαίου και τον φόρο επιτηδεύματος. Η εν λόγω συμφωνία, η οποία υπεγράφη στις 18-4-1966 και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του α.ν. 52/1967 (Α' 134), οι δε διατάξεις της είναι αποκλειστικά εφαρμοστέες, καθ' όσον, προεχόντως για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί ανωτέρω, είναι ειδικές σε σχέση με τις γενικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (πρβλ. ΣΕ 4078 - 80/1997 7μ.), ορίζει στο άρθρο Ι αυτής ότι "1. Οι υπαγόμενοι εις την παρούσαν συμφωνίαν φόροι είναι: 1) Εν τη Ομοσπόνδω Δημοκρατία της Γερμανίας ο φόρος εισοδήματος, ο φόρος εταιρειών, ο φόρος κεφαλαίου, ο φόρος επιτηδεύματος (καλούμενοι εφεξής "φόροι της Ομοσπόνδου Δημοκρατίας"). 2) Εν τω Βασιλείω της Ελλάδος ο φόρος εισοδήματος επί φυσικών προσώπων και ο φόρος εισοδήματος επί νομικών προσώπων (καλούμενοι εφεξής "Ελληνικός φόρος"). στο δε άρθρο ΙΙ ότι "1. Εις την παρούσαν συμφωνίαν, εκτός εάν άλλως το κείμενον ορίζη: 1) Ο όρος "φόρος" σημαίνει τον φόρον της Ομοσπόνδου Δημοκρατίας της Γερμανίας ή τον ελληνικόν φόρον, ως το κείμενον ορίζει. 2) ο όρος "πρόσωπον" περιλαμβάνει τα άτομα και τας εταιρείας. 3) ... 4) α) Ο όρος "κάτοικος ενός εκ των Συμβαλλομένων Κρατών" σημαίνει παν πρόσωπον όπερ, συμφώνως προς τους νόμους του εν λόγω Κράτους, υπόκειται εις φορολογίαν εν τω Κράτει τούτω, λόγω κατοικίας του, διαμονής, έδρας διοικήσεως ή άλλου παρομοίου κριτηρίου. β) Εάν κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου άτομον τι τυγχάνη κάτοικος αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Κρατών εφαρμόζονται οι επόμενοι κανόνες: αα) Θα θεωρήται ως κάτοικος του Συμβαλλομένου Κράτους εν τω οποίω έχει εις την διάθεσίν του μόνιμον κατοικίαν. Εάν έχη εις την διάθεσιν του μόνιμον κατοικίαν εις αμφότερα τα Συμβαλλόμενα Κράτη, θα θεωρήται ως κάτοικος του Συμβαλλόμενου Κράτους, εκείνου μετά του οποίου συνδέεται στενώτερον προσωπικώς και οικονομικώς (κέντρον ζωτικών συμφερόντων). ββ) Εάν το Συμβαλλόμενον Κράτος εις το οποίον έχει το κέντρον των ζωτικών του συμφερόντων δεν δύναται να καθορισθή ή εάν δεν διαθέτη μόνιμον κατοικίαν εις έν των δύο Συμβαλλομένων Κρατών θα θεωρήται ως κάτοικος εκείνου του Συμβαλλομένου Κράτους εν τω οποίω έχει συνήθη διαμονήν. γγ) εάν έχη συνήθη τόπον διαμονής εις αμφότερα τα Συμβαλλόμενα Κράτη ή εις ουδέν εξ αυτών θα θεωρήται ως κάτοικος του Συμβαλλομένου Κράτους του οποίου τυγχάνει υπήκοος. δδ) εάν είναι υπήκοος αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Κρατών ή ουδενός εξ αυτών, αι αρμόδιαι αρχαί των Συμβαλλομένων Κρατών θα αποφασίζωσιν επί του ζητήματος δι' αμοιβαίας συμφωνίας. γ) ... 2. Εν τη εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης συμφωνίας υπό ενός των Συμβαλλομένων Κρατών πας όρος μη καθορισμένος κατ' άλλον τρόπον εν τη παρούση συμφωνία θεωρείται, εκτός αν άλλως το κείμενον ορίζη, ως έχων την έννοιαν ην έχει κατά τους ισχύοντας νόμους εν τω εν λόγω Κράτει εν σχέσει προς τους φόρους τους αποτελούντας το αντικείμενον της παρούσης συμφωνίας". Εν όψει των διατάξεων της ανωτέρω Συμβάσεως, εφ' όσον η Γερμανία, χώρα με την οποία η Ελλάδα έχει συνάψει σύμβαση περί αποφυγής διπλής φορολογίας, έχει ήδη ασκήσει την φορολογική της εξουσία και έχει χαρακτηρίσει ένα φυσικό πρόσωπο φορολογικό της κάτοικο, οι τυχόν φορολογικοί δεσμοί του προσώπου αυτού με την Ελλάδα εξετάζονται πλέον αποκλειστικά με βάση τα κριτήρια άρσεως της συγκρούσεως μεταξύ φορολογικών δικαιοδοσιών που καθορίζει η Σύμβαση μεταξύ των δύο χωρών. Έτσι, αν τα κριτήρια με βάση τα οποία, κατά την Σύμβαση, εξευρίσκεται το κέντρο των ζωτικών συμφερόντων του εν λόγω προσώπου, προσηκόντως συνεκτιμώμενα, δεν σχηματίζουν μια συγκλίνουσα δέσμη, δεν τίθεται ζήτημα προτεραιότητος του ενός κριτηρίου έναντι του άλλου, αν αυτό θα είχε ως συνέπεια κάποια από τα κριτήρια να τεθούν εκποδών, αλλά αντιθέτως η Ελληνική φορολογική αρχή (και το δικαστήριο της ουσίας) οφείλουν να δεχθούν ότι το κέντρο ζωτικών συμφερόντων του εν λόγω προσώπου δεν μπορεί να διαγνωσθεί για λόγους ουσιαστικού δικαίου (και όχι απλώς για λόγους απόδειξης) και να προχωρήσουν στην εφαρμογή των επομένων κριτηρίων της Σύμβασης.

9. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο προσφεύγων υπέβαλε ηλεκτρονικά για το φορολογικό έτος 2014 (ήτοι για εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1/1 έως 31/12/2014) την 156504/27-8-2015 κοινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος με τη σύζυγό του. Στην εν λόγω δήλωση αναγράφεται ως διεύθυνση κατοικίας του η οδός ... στον Χ. Αττικής, ως εξαρτώμενο μέλος, δε, ένα ανήλικο τέκνο. Στην ερώτηση «Υποβάλλεται δήλωση για πρώτη φορά» συμπληρώνεται η ένδειξη «ναι». Περαιτέρω, στη δήλωση αυτή δεν αναγράφονται εισοδήματα του ίδιου. Στην υποβληθείσα, αναφορικά με τη δήλωση αυτή, επιφύλαξη ο προσφεύγων εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι είναι Γερμανός υπήκοος, γεννηθείς την 26.09.1974 στην Κολωνία της Γερμανίας, με αριθμό δελτίου ταυτότητος ..., ζει και εργάζεται μόνιμα ως αρχιτέκτων μηχανικός στη Γερμανία και ειδικότερα στην πόλη Erftstadt, ..., ως εκ τούτου δε είναι κάτοικος Γερμανίας και κατά την έννοια της διάταξης της παρ. 4 του άρθρου II της Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας περί αποφυγής της διπλής φορολογίας. Ότι προκειμένου να πραγματοποιήσει μεμονωμένες συναλλαγές στην Ελλάδα ως επισκέπτης (τουρισμός) ζήτησε στις 29.10.2009 την απόδοση ΑΦΜ από τη Δ.Ο.Υ. κατοίκων εξωτερικού. Ότι, ακολούθως, στις 28.08.2010 συνήψε γάμο με τη δικαστική λειτουργό..., με την οποία στις 27.07.2012 απέκτησαν τέκνο, το οποίο ζει με τη σύζυγό του στον Χ. Αττικής, ούτε όμως πριν ούτε μετά τον γάμο και τη γέννηση του τέκνου του εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, όπου δεν κατέχει περιουσία ούτε αποκτά εισοδήματα, αλλά διατήρησε τη μόνιμη κατοικία του στη Γερμανία, εργαζόμενος ως ελεύθερος επαγγελματίας (αρχιτέκτων μηχανικός), ενώ δεν έχει ούτε συνήθη διαμονή στην Ελλάδα, δεδομένου ότι δεν επισκέπτεται την οικογένειά του για διάστημα μεγαλύτερο των 183 ημερών ανά δωδεκάμηνο. Ότι, ως εκ τούτου, δεν απέκτησαν με τη σύζυγό του κοινή κατοικία ούτε στην Ελλάδα ούτε στη Γερμανία, προκειμένου όμως να γίνει δεκτή από το σύστημα TAXIS δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2014 από τη σύζυγό του, αναγκάσθηκε να δηλώσει στις 18-8-2015 στη Δ.Ο.Υ. Χ. ως κατοικία του εκείνη της συζύγου του. Κατόπιν αυτών επιφυλάχθηκε κατά το μέρος που είχε δηλώσει στο μητρώο ως κατοικία του την κατοικία της συζύγου του και είχε υποβάλει τη φορολογική τους δήλωση στη Δ.Ο.Υ. Χ. ενώ είναι κάτοικος Γερμανίας και θα έπρεπε να την υποβάλει στη Δ.Ο.Υ. κατοίκων εξωτερικού, ζήτησε δε να εκκαθαρισθεί η φορολογική δήλωση, θεωρουμένων του ιδίου ως κατοίκου αλλοδαπής, της δε συζύγου του ως κατοίκου ημεδαπής. Με την επιφύλαξη υπέβαλε και αίτηση για την εφαρμογή της Σύμβασης αποφυγής της διπλής φορολογίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας, στην οποία ενσωματώνεται "πιστοποιητικό της φορολογικής αρχής της χώρας κατοικίας του δικαιούχου του εισοδήματος" της ..., με ημερομηνία 6-8-2015, όπου πιστοποιείται ότι ο προσφεύγων ήταν κατά το έτος 2014 κάτοικος Γερμανίας κατά την έννοια των διατάξεων της Σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας. Με την 38086/9-9-2015 πράξη του ο Διευθυντής της Δ.Ο.Υ. Χ., επικαλούμενος τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 9 και 67 παρ. 4 του ν. 4172/2013, απήντησε στην επιφύλαξη του προσφεύγοντος «με αίτημα την εκκαθάριση της δήλωσής του χωρίς να συμπεριλάβει τα δικά του εισοδήματα ως αρχιτέκτονα στη Γερμανία» ότι ως έγγαμος υποχρεούται να υποβάλει κοινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2014 με τη σύζυγό του, η οποία είναι δημόσιος λειτουργός, οπότε θεωρούνται αμφότεροι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδος και πρέπει να δηλώσουν το παγκόσμιο εισόδημά τους, ότι κατόπιν αυτών έγινε εκκαθάριση της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (με τη συνημμένη από 10-9-2015 πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου), όπως αυτή υποβλήθηκε ηλεκτρονικά, αυτή όμως είναι σύμφωνα με τον νόμο ελλιπής και θα πρέπει να προσκομισθεί συμπληρωματική δήλωση με τα εισοδήματά του ως αρχιτέκτονα στη Γερμανία καθώς και τον φόρο που έχει καταβάλει εκεί. Κατά της πράξης αυτής που του κοινοποιήθηκε στις 18-9-2015 (βλ. σχετική σημείωση επ' αυτής, καθώς και όσα ιστορούνται στην κρινόμενη προσφυγή) ο προσφεύγων άσκησε εμπροθέσμως την 42920/16-10-2015 ενδικοφανή προσφυγή του άρθρου 63 του ν. 4174/2013, με την οποία επανέλαβε όσα είχε ισχυρισθεί και με την επιφύλαξη παραπονούμενος για ανεπαρκή αιτιολογία και εσφαλμένη ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων. Με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Προϊσταμένου της Δ.Ε.Δ. απορρίφθηκε η προσφυγή. Η απόφαση αυτή εξαντλείται σε παράθεση σύντομου ιστορικού και σειράς διατάξεων (των άρθρων 3, 4, 9, 67 παρ. 4 του ν. 4172/2013, ΧΧ παρ. 1 της Σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας, καθώς και της ΠΟΛ 1260/2014 της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων σχετικά με τη φορολογική κατοικία) χωρίς καμία ειδικότερη κρίση επί των προβληθέντων με την ενδικοφανή προσφυγή ισχυρισμών του προσφεύγοντος.

10. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε, ο προσφεύγων υπέβαλε κοινή δήλωση φόρου εισοδήματος με τη σύζυγό του, κάτοικο ημεδαπής, διατυπώνοντας επιφύλαξη με την οποία ζήτησε να γίνει εκκαθάριση της υποβληθείσας δήλωσης θεωρουμένων του ίδιου ως κατοίκου αλλοδαπής, της δε συζύγου του ως κατοίκου ημεδαπής. Προς τούτο, δε, συνυπέβαλε αίτηση για την εφαρμογή της Σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας με ενσωματωμένο πιστοποιητικό της για το ότι αυτός ήταν κατά το έτος 2014 κάτοικος Γερμανίας κατά την έννοια των διατάξεων της εν λόγω Σύμβασης. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη πράξη, καθώς και την ενσωματωθείσα σ' αυτήν απάντηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Χ., η επιφύλαξη του προσφεύγοντος απορρίφθηκε κατ' ουσίαν για τον λόγο ότι αυτός διαθέτει κατοικία στην Ελλάδα, μια και σ' αυτήν κατοικούν η σύζυγος και το τέκνο του, συντρέχουν δηλαδή δεσμοί (οικογενειακή εστία), που, όπως υποστηρίζεται και με το έγγραφο των απόψεων της Διοίκησης προς το Δικαστήριο, υπερισχύουν των σχέσεών του με τη Γερμανία, όπου ο τόπος της επαγγελματικής του εγκατάστασης και το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων. Η ανωτέρω κρίση της φορολογικής αρχής εξηνέχθη, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 περ. α του ν. 4172/2013, απλώς κατ' επίκληση της κατοικίας της συζύγου και του τέκνου του προσφεύγοντος στην Ελλάδα, ήτοι στοιχείων που δεν είναι, αυτά μόνα, καθοριστικά και επαρκή για την τεκμηρίωση της ύπαρξης κατοικίας του προσφεύγοντος στην Ελλάδα, κατά το φορολογικό έτος 2014, χωρίς να συνεκτιμηθούν όλα τα ως άνω αναφερόμενα στη σκέψη 8 νόμιμα κριτήρια για την ύπαρξη κατοικίας στην Ελλάδα, ενόψει των ισχυρισμών και των αποδεικτικών στοιχείων που της έθεσε υπόψη ο προσφεύγων (όπως, ιδίως, το από 6-8-2015 πιστοποιητικό της , περί της ιδιότητάς του ως κατοίκου Γερμανίας). ʼλλωστε, η φορολογική αρχή παραδέχεται ότι ο προσφεύγων είχε, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, τον τόπο της επαγγελματικής του εγκατάστασης και κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων στη Γερμανία, τούτο δε επιβεβαιώνεται και από τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία που έχει προσκομίσει ο προσφεύγων: α) επικυρωμένο από δικηγόρο φωτοαντίγραφο από το πρωτότυπο του από 6-8-2015 πιστοποιητικού για φορολογικές υποθέσεις της Δημοσιονομικής Διοίκησης Νόρντχαϊν -Βεστφάλεν, Μπρυλ, προς τον προσφεύγοντα, με μετάφραση από τη δικηγόρο Αθηνών Δ. Κολογιάννη, στο οποίο αναφέρονται ως τόπος κατοικίας η Έρφτστατ, καταχώριση του προσφεύγοντος για φόρο εισοδήματος και φόρο κύκλου εργασιών, μη ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών, «συμπεριφορά καταβολής οφειλών τους τελευταίους 12 μήνες» «πάντα εμπροθέσμως» και «συμπεριφορά υποβολής δηλώσεων κατά τους τελευταίους 24 μήνες» «ως επί το πλείστον εμπροθέσμως», β) επικυρωμένα από δικηγόρο φωτοαντίγραφα από το πρωτότυπο τιμολογίων του προσφεύγοντος με ημερομηνίες 1-2-2014, 2-6-2014, 7-8-2014, 30-11-2014 προς την « ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΕΙΔΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ» (. Κολωνία), με μετάφραση από την προαναφερθείσα δικηγόρο, για παροχή υπηρεσιών επίβλεψης έργων, γ) επικυρωμένα από δικηγόρο φωτοαντίγραφα από το πρωτότυπο, με μετάφραση από την προαναφερθείσα δικηγόρο, δύο συμφωνιών για ελεύθερη συνεργασία του προσφεύγοντος με τους προαναφερόμενους αρχιτέκτονες, με ημερομηνία της δεύτερης εξ αυτών 21-10-2013 για το διάστημα από 1-11-2013 μέχρι 7-3-2014 (προφανώς από παραδρομή αναφέρεται μέχρι 7-3-2013) και συμφωνημένο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας περίπου 32 ωρών, δυνατότητα εργασίας για προσωπικά έργα του προσφεύγοντος τον υπόλοιπο χρόνο στους χώρους των γραφείων "" και πρόβλεψη για απουσία του προσφεύγοντος για δύο σαββατοκύριακα και το διάστημα των εορτών Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς 2013/2014 στην Ελλάδα. Τέλος, αβασίμως η φορολογική αρχή επικαλείται την ΠΟΛ 1260/2014 εγκύκλιο της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων, η οποία, όπως και οι μνημονευόμενες σ' αυτήν ΠΟΛ 1142/2012 του Υπουργού Οικονομικών και 1228/2014 της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων, δεν αποτελεί κανόνα δικαίου, ενώ η ομοίως μνημονευόμενη σ' αυτήν ΠΟΛ 1136/2013 του Υφυπουργού Οικονομικών (Β' 1417 και 1494) έχει παύσει να ισχύει από την έναρξη ισχύος του ν. 4172/2013 (για τα φορολογικά έτη από 1-1-2014, βλ. παρ. 22 άρθρου 72 του ν. 4172/2013, προστεθείσα με το άρθρο 26 παρ. 11 του ν. 4223/2013), ως εκδοθείσα κατ' επίκληση των, κατά την αυτή διάταξη ομοίως μη ισχυουσών, παρ. 7 και 8α του άρθρου 61 του ν. 2238/1994, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 43 του ν. 4141/2013 (Α' 81). Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι μη νόμιμη και ακυρωτέα, όπως βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη προσφυγή, καθόσον ο προσφεύγων δεν ήταν φορολογικός κάτοικος ημεδαπής κατά το φορολογικό έτος 2014 και, συνακόλουθα, δεν είχε υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ως κάτοικος Ελλάδας για το έτος αυτό, όπως υποστήριξε με τη δήλωση επιφύλαξής του, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων λόγων της προσφυγής του. Κατά τη συγκλίνουσα γνώμη του Συμβούλου Ιωάννη Σύμπλη, η Ελληνική φορολογική αρχή στήριξε την πράξη της αποκλειστικά στους προσωπικούς δεσμούς του προσφεύγοντος με την Ελλάδα (κατοικία της συζύγου και του τέκνου του). Όμως, από τα στοιχεία του φακέλου που έχουν παρατεθεί ανωτέρω αποδεικνύεται (και δεν αμφισβητείται άλλως τε από την φορολογική αρχή) ότι τόπος των επαγγελματικών συμφερόντων του προσφεύγοντος είναι αποκλειστικά η Γερμανία, με την οποία δεν στερείται άλλως τε και προσωπικών δεσμών, έστω και δευτερευόντων. Εφ' όσον λοιπόν τα ζωτικά του συμφέροντα δεν συγκλίνουν, κατ' αρχήν, σε ένα και μόνο τόπο, το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων δεν είναι δυνατό να διαγνωσθεί. Η αδυναμία δε αυτή είναι ζήτημα ουσιαστικού δικαίου και όχι απόδειξης. Επομένως δεν τίθεται ζήτημα συμπλήρωσης των αποδείξεων, ούτε και κατανομής του βάρους αποδείξεως, παρά πρέπει να εφαρμοσθούν τα κατά σειράν επόμενα κριτήρια της Σύμβασης. Δεδομένου δε ότι η φορολογική αρχή δεν στήριξε την άσκηση της φορολογικής της εξουσίας στο κριτήριο της μόνιμης διαμονής (ούτε άλλως τε καν προέβαλε και απέδειξε τίποτε σχετικά) και δεν είναι επιτρεπτή η μεταβολή της πραγματικής και νομικής βάσης της πράξης της, εφαρμοστέο είναι, σύμφωνα με την Σύμβαση αποφυγής διπλής φορολογίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας, το κριτήριο της ιθαγένειας.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Επιλύει το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα της έννοιας του άρθρου 4 παρ. 1 περ. α' του ν. 4172/2013 αναφορικά με την κατοικία φυσικού προσώπου στην Ελλάδα, σύμφωνα με το σκεπτικό.

Κρατεί, δικάζει και δέχεται την προσφυγή.

Ακυρώνει την 59/19-1-2016 απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, στην οποία ενσωματώθηκε η 38086/9-92015 απάντηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Χ.

Δέχεται την επιφύλαξη που διατύπωσε ο προσφεύγων αναφορικά με την 156504/27-8-2015 δήλωση φόρου εισοδήματος, που αφορά το φορολογικό έτος 2014.

Διαπιστώνει ότι ο προσφεύγων δεν ήταν φορολογικός κάτοικος ημεδαπής κατά το φορολογικό έτος 2014 και δεν υποχρεούται σε υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος για το έτος αυτό (και επομένως ούτε κοινής με τη σύζυγό του) ούτε σε (συμπληρωματική) δήλωση των κτηθέντων στη Γερμανία εισοδημάτων του και του φόρου που κατέβαλε εκεί κατά το εν λόγω φορολογικό έτος.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Επιβάλλει στο Δημόσιο την ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δικαστική δαπάνη του προσφεύγοντος, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2016 και η απόφαση

δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 29ης Ιουνίου του ίδιου έτους.

Η Πρόεδρος του Β' Τμήματος Ο Γραμματέας του Β' Τμήματος

Ε. Σαρπ Ι. Μητροτάσιος

 

ΔΕφΘεσ (Ακυρ) 74/2016

Προκήρυξη ηλεκτρονικού δημόσιου διεθνούς διαγωνισμού - Παροχή ασφαλιστικών καλύψεων περιουσίας Δήμου - Προδικαστική προσφυγή - Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων - Εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων - Αποκλεισμός επιχείρησης - Πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας -.

Απόρριψη δικαιολογητικών συμμετοχής και τεχνικής προσφοράς συμμετέχουσας σε ηλεκτρονικό δημόσιο διεθνή διαγωνισμό ασφαλιστικής επιχείρησης. Απόρριψη προδικαστικής προσφυγής. Απόρριψη αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων. Υποχρέωση προσκόμισης άδειας λειτουργίας και πιστοποιητικού πιστοληπτικής ικανότητας ή φερεγγυότητας. Αρμόδια Ελληνική Εποπτική Αρχή για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι η Τράπεζα της Ελλάδας. Δεν προβλέπεται ότι η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ισχύει ως πιστοποιητικό φερεγγυότητας. Νόμιμος ο αποκλεισμός της αιτούσας ασφαλιστικής επιχείρησης από την περαιτέρω διαγωνιστική διαδικασία.

Αριθ. αποφ.: 74/2016

TO

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ Δ - ΑΚΥΡΩΤΙΚΟ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

(Αρθρα 52 του πδ 18/1989 και 5 του ν. 3886/2010)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Τσαγκάρη, Εφέτη Διοικητικών Δικαστηρίων,

συνήλθε στις 23 Ιουνίου 2016, με Γραμματέα το δικαστικό υπάλληλο Αθανάσιο Πολυχρονίδη, για να αποφασίσει επί της από 20-5-2016 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων:

Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.ΓΑ.», που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής (Λ. Κηφισίας αριθ. 274) και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Δαρούδη,

κατά του Δήμου Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Τσερκέζη, και

κατά της παρεμβαίνουσας εταιρίας με την επωνυμία «Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων "Η ΕΘΝΙΚΗ"», που εδρεύει στην Αθήνα (Λ. Συγγρού αριθ. 103-105) και παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Αθηνών Απόστολου Παπακωνσταντίνου.

Με την αίτηση αυτή ζητείται να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα σχετικά με το διαγωνισμό που διενεργήθηκε με την 94/2015 διακήρυξη του καθού Δήμου.

Κατά τη συνεδρίαση του το Δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αιτούσας, που ζήτησε την αποδοχή της αίτησης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του καθού και της παρεμβαίνουσας, που ζήτησαν, αντίθετα, την απόρριψη της.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση και τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί ειδικό παράβολο συνολικού ύψους 3.318,96 ευρώ (σχετ. τα 13976168/20-5-2016 και 13976608/13-6-2016 σειράς VI διπλότυπα είσπραξης της Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, αξίας 1.659,48 ευρώ το καθένα).

2. Επειδή, με την 94/2015 διακήρυξη του Δημάρχου του καθού Δήμου Θεσσαλονίκης προκηρύχθηκε ηλεκτρονικός δημόσιος διεθνής διαγωνισμός, με κριτήριο κατακύρωσης τη χαμηλότερη τιμή, για την ανάθεση της υπηρεσίας «Παροχή Ασφαλιστικών Καλύψεων της Κινητής και Ακίνητης Περιουσίας του Δήμου Θεσσαλονίκης» για ένα έτος, συνολικής προϋπολογισθείσας δαπάνης 497.845,49 ευρώ χωρίς επιβάρυνση με φόρο προστιθέμενης αξίας λόγω εξαίρεσης των επίμαχων υπηρεσιών ασφάλειας από την επιβολή του φόρου αυτού. Ως καταληκτική μέρα υποβολής των προσφορών ορίσθηκε η 2-2-2016. Στο διαγωνισμό, που διενεργήθηκε μέσω της πλατφόρμας του Εθνικού Συστήματος Ηλεκτρονικών Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Σ.Η.ΔΗ.Σ.), συμμετείχαν η αιτούσα εταιρία και η εταιρία «Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων "Η ΕΘΝΙΚΗ"». Η επιτροπή διενέργειας και αξιολόγησης του διαγωνισμού με το από 18-3-2016 πρακτικό εισηγήθηκε τον αποκλεισμό της αιτούσας λόγω πλημμελειών των δικαιολογητικών συμμετοχής και της τεχνικής προσφοράς της και την αποδοχή των δικαιολογητικών συμμετοχής και της τεχνικής προσφοράς της συνδιαγωνιζόμενης παραπάνω εταιρίας. Κατά του πρακτικού αυτού η αιτούσα άσκησε την με αριθμ. πρωτ. 1081/22-3-2016 ένσταση που προβλέπεται με το άρθρο 16 παρ. 1 της διακήρυξης προβάλλοντας αιτιάσεις τόσο για την απόρριψη των δικαιολογητικών συμμετοχής της όσο και της τεχνικής προσφοράς της. Η Οικονομική Επιτροπή του καθού Δήμου με την 591/13-4-2016 απόφαση της και αφού έλαβε υπόψη την από 24-3-2016 γνωμοδότηση επί της ένστασης της επιτροπής διενέργειας και αξιολόγησης του διαγωνισμού, δέχθηκε την ένσταση αυτή κατά το μέρος που αφορούσε την τεχνική προσφορά της αιτούσας και την απέρριψε κατά το μέρος που αφορούσε τα δικαιολογητικά συμμετοχής της επικυρώνοντας, κατά το αντίστοιχο μέρος του, το προαναφερόμενο από 18-3-2016 πρακτικό. Η αιτούσα κατά του βλαπτικού γι' αυτήν μέρους της παραπάνω απόφασης άσκησε προδικαστική προσφυγή κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3886/2010. Με την ίδια προσφυγή προέβαλε αιτιάσεις και για την αποδοχή των δικαιολογητικών συμμετοχής της συνδιαγωνιζόμενης εταιρίας. Η Οικονομική Επιτροπή του καθού Δήμου απέρριψε την προδικαστική προσφυγή ως αβάσιμη με την 700/11-5-2016 απόφαση της και απέκλεισε την αιτούσα από την περαιτέρω διαγωνιστική διαδικασία. Με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα στρέφεται κατά της τελευταίας απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής και ζητεί τη λήψη των κατάλληλων ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία των εννόμων συμφερόντων της.

3. Επειδή, ο επίμαχος διαγωνισμός εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όπως ισχύει, λόγω του αντικειμένου του και της συνολικής δαπάνης που προϋπολογίσθηκε. Συνεπώς, η υπό κρίση διαφορά διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3886/2010 (Α' 173).

4. Επειδή, η εταιρία «Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων "Η ΕΘΝΙΚΗ"», παραδεκτώς παρεμβαίνει με το από 2-6-2016 δικόγραφο, ζητώντας την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης της συνδιαγοριζόμενης παραπάνω εταιρίας. Κατά του πρακτικού αυτού η αιτούσα άσκησε την με αριθμ. πρωτ. 1081/22-3-2016 ένσταση που προβλέπεται με το άρθρο 16 παρ. 1 της διακήρυξης προβάλλοντας αιτιάσεις τόσο για την απόρριψη των δικαιολογητικών συμμετοχής της όσο και της τεχνικής προσφοράς της. Η Οικονομική Επιτροπή του καθού Δήμου με την 591/13-4-2016 απόφαση της και αφού έλαβε υπόψη την από 24-3-2016 γνωμοδότηση επί της ένστασης της επιτροπής διενέργειας και αξιολόγησης του διαγωνισμού, δέχθηκε την ένσταση αυτή κατά το μέρος που αφορούσε την τεχνική προσφορά της αιτούσας και την απέρριψε κατά το μέρος που αφορούσε τα δικαιολογητικά συμμετοχής της επικυρώνοντας, κατά το αντίστοιχο μέρος του, το προαναφερόμενο από 18-3-2016 πρακτικό. Η αιτούσα κατά του βλαπτικού γι' αυτήν μέρους της παραπάνω απόφασης άσκησε προδικαστική προσφυγή κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3886/2010. Με την ίδια προσφυγή προέβαλε αιτιάσεις και για την αποδοχή των δικαιολογητικών συμμετοχής της συνδιαγωνιζόμενης εταιρίας. Η Οικονομική Επιτροπή του καθού Δήμου απέρριψε την προδικαστική προσφυγή ως αβάσιμη με την 700/11-5-2016 απόφαση της και απέκλεισε την αιτούσα από την περαιτέρω διαγωνιστική διαδικασία. Με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα στρέφεται κατά της τελευταίας απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής και ζητεί τη λήψη των κατάλληλων ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία των εννόμων συμφερόντων της.

3. Επειδή, ο επίμαχος διαγωνισμός εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όπως ισχύει, λόγω του αντικειμένου του και της συνολικής δαπάνης που προϋπολογίσθηκε. Συνεπώς, η υπό κρίση διαφορά διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3886/2010 (Α' 173).

4. Επειδή, η εταιρία «Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων "Η ΕΘΝΙΚΗ"», παραδεκτώς παρεμβαίνει με το από 2-6-2016 δικόγραφο, ζητώντας την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

5. Επειδή, το άρθρο 150 του ν. 3463/2006 «Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων» (Α' 114). το οποίο ίσχυε μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης» (Α' 87), όριζε ότι«1 .α. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσφύγει στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και να προσβάλει τις αποφάσεις των συλλογικών ή μονομελών οργάνων των Δήμων για λόγους νομιμότητας, μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης ή από την κοινοποίηση της ή αφότου έλαβε γνώση αυτής, β ... ». Ήδη, ο ν. 3852/2010, που αναφέρεται στο προοίμιο της διακήρυξης μεταξύ των εφαρμοστέων στον επίδικο διαγωνισμό νομοθετημάτων, ορίζει στο άρθρο 227 ότι «Γα. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσβάλει τις αποφάσεις των ... οργάνων των δήμων, των περιφερειών ... για λόγους νομιμότητας, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης ή την ανάρτηση στο διαδίκτυο ή από την κοινοποίηση της ή αφότου έλαβε γνώση αυτής ... 2. Ο Ελεγκτής Νομιμότητας αποφαίνεται επί της προσφυγής μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της ...» και στο άρθρο 238 ότι «1. Μέχρι την έναρξη λειτουργίας της Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας Ο.Τ.Α. ο έλεγχος νομιμότητας των πράξεων κατά τα άρθρα 225, 226 και 227 του παρόντος ασκείται από τον Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης ...». Παρομοίου δε περιεχομένου διατάξεις περιλαμβάνονται και στην 5 του άρθρου 16 της διακήρυξης του διαγωνισμού.

6. Επειδή, περαιτέρω, ο ν. 3886/2010 ορίζει, στο μεν άρθρο 4 ότι: «1. Πριν υποβάλει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ο ενδιαφερόμενος οφείλει, μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών αφότου έλαβε πλήρη γνώση της παράνομης πράξης ή παράλειψης, να ασκήσει προδικαστική προσφυγή ενώπιον της αναθέτουσας αρχής, προσδιορίζοντας ειδικώς τις νομικές και πραγματικές αιτιάσεις που δικαιολογούν το αίτημα του ... 6. Σε διαφορές διεπόμενες από τον παρόντα νόμο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας ή εσωτερικών κανονισμών που προβλέπουν την άσκηση διοικητικών προσφυγών κατά εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων της διαδικασίας διεξαγωγής δημοσίων διαγωνισμών», στο δε άρθρο 5 ότι «1. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη ρητή ή σιωπηρά απόρριψη της προδικαστικής προσφυγής και δεν επιτρέπεται να περιέχει αιτιάσεις διαφορετικές από τις αιτιάσεις της προδικαστικής προσφυγής».

7. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3886/2010 συνάγεται ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων στις διαφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του αποτελεί η άσκηση ενώπιον της αναθέτουσας αρχής της προβλεπόμενης από αυτές προδικαστικής προσφυγής, άλλες δε διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που προβλέπουν την άσκηση διοικητικών προσφυγών κατά εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων της διαδικασίας διεξαγωγής διαγωνισμών, όπως οι παρατεθείσες στην 5η σκέψη κατά πράξεων των ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού, είναι ανεφάρμοστες. Συνεπώς, παραδεκτώς στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση κατά της 700/11-5-2016 απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής του καθού Δήμου, με την οποία, κατά τα εκτεθέντα στη δεύτερη σκέψη, απορρίφθηκε η προδικαστική προσφυγή της, ο δε αντίθετος ισχυρισμός της παρεμβαίνουσας, ότι δηλαδή η κρινόμενη αίτηση είναι απαράδεκτη λόγω μη άσκησης κατά της απόφασης αυτής της Οικονομικής Επιτροπής «ενδικοφανούς προσφυγής» στο Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης κατά «το άρθρο 150 παρ. 1 του ν. 3463/2006» και το άρθρο 16 παρ. 5 της διακήρυξης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ανεξαρτήτως του ότι η προσφυγή αυτή έχει χαρακτήρα ειδικής διοικητικής προσφυγής και όχι ενδικοφανούς.

8. Επειδή, με τις διατάξεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 16 της διακήρυξης, οι οποίες αποδίδουν το περιεχόμενο των διατάξεων της Π1/23 90/2013 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας (Β' 2677) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 4155/2013 (Α' 120) ορίζονται τα ακόλουθα: «2. Ο οικονομικός φορέας (προμηθευτής) υποβάλλει τις ενστάσεις - προσφυγές ηλεκτρονικά, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία και την περίπτωση β' της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 4155/2013, συμπληρώνοντας την ειδική φόρμα του Συστήματος και επισυνάπτοντας το σχετικό έγγραφο σε μορφή αρχείου τύπου .pdf το οποίο φέρει ψηφιακή υπογραφή. 3. Σε περίπτωση που το εν λόγω έγγραφο δεν φέρει ψηφιακή υπογραφή ο οικονομικός φορέας το υποβάλλει σε έντυπη μορφή (πρωτότυπο) εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από την ηλεκτρονική υποβολή. ... Σε περίπτωση αποστολής με ταχυδρομείο ως ημερομηνία αποστολής λογίζεται η ημερομηνία που φέρει η σφραγίδα του ταχυδρομείου. 4. Σε κάθε περίπτωση, η ημερομηνία άσκησης της ένστασης είναι η ημερομηνία της ηλεκτρονικής υποβολής, εκτός εάν υπάρχει περίπτωση διάστασης μεταξύ του κειμένου της ένστασης, όπως αυτή έχει υποβληθεί ηλεκτρονικά, και της ένστασης, όπως έχει προσκομισθεί από τον οικονομικό φορέα, οπότε ως ημερομηνία άσκησης της ένστασης λογίζεται η ημερομηνία αποστολής».

9. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η 591/13-4-2016 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του καθού Δήμου επί της ένστασης της αιτούσας γνωστοποιήθηκε σ' αυτήν στις 18-4-2016 μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του ΕΣΗΔΗΣ. Από την επομένη δε της ημερομηνίας αυτής άρχισε η δεκαήμερη προθεσμία που τάσσεται από την εκτεθείσα στην προηγούμενη σκέψη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3886/2010 για την άσκηση κατ' αυτής προδικαστικής προσφυγής, η οποία έληξε στις 28-4-2016. Επομένως η προδικαστική προσφυγή της αιτούσας που υποβλήθηκε ηλεκτρονικά μέσω της ίδιας πλατφόρμας στις 27-4-2016, δηλαδή πριν τη λήξη της προθεσμίας αυτής, ασκήθηκε εμπροθέσμως. Ο προβαλλόμενος από την παρεμβαίνουσα ισχυρισμός κατά τον οποίο η προδικαστική προσφυγή είναι εκπρόθεσμη γιατί ασκήθηκε στις 28-4-2016 ενώ η αιτούσα είχε λάβει γνώση της παραπάνω απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής στις 14-4-2016, δεν βρίσκει έρεισμα κατά την πραγματική του βάση στα στοιχεία του φακέλου και πρέπει να απορριφθεί.

10. Επειδή, στο άρθρο 6, με τίτλο «Κατάρτιση και υποβολή προσφορών», της διακήρυξης του διαγωνισμού ορίζεται ότι «1. ... 2. ... Οι προσφέροντες υποβάλλουν ηλεκτρονικά μαζί με την προσφορά τους, εγκαίρως και προσηκόντως, επί ποινή αποκλεισμού, τα δικαιολογητικά συμμετοχής που αναφέρονται στο άρθρο 7 της διακήρυξης σε αρχείο .pdf...». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 της διακήρυξης, μεταξύ των δικαιολογητικών συμμετοχής που πρέπει να προσκομισθούν κατά το οριζόμενα στο ως άνω άρθρο 6, περιλαμβάνονται « ... 8. Βεβαίωση άδειας λειτουργίας της Α.Ε. από την Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος βάσει του Ν. 3867/2010 (ΦΕΚ 128/Α), έκδοσης εντός τριάντα (30) ημερών από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής των προσφορών. 9. Πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας ή πιστοποιητικό φερεγγυότητας. 10. ...». Από τις ανωτέρω διατάξεις της διακήρυξης συνάγεται ότι οι συμμετέχουσες στο διαγωνισμό ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται επί ποινή αποκλεισμού, να προσκομίσουν ως διακεκριμένα δικαιολογητικά συμμετοχής αφενός επικαιροποιημένη βεβαίωση άδειας λειτουργίας και αφετέρου πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας ή φερεγγυότητας για την πιστοποίηση αντιστοίχως της ύπαρξης εν ισχύ άδειας λειτουργίας τους και της ικανότητας τους να ανταποκρίνονται στις οικονομικές υποχρεώσεις τους.

11. Επειδή, με τις διατάξεις του ν. 4364/2016 (Α' 13/5-2-2016), που περιλαμβάνονται στα μέρη πρώτο έως και έκτο και ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 284 αυτού, από 1-1-2016, εκτός από εκείνες των άρθρων 144, 221 έως και 248 και 272 που ισχύουν από τη δημοσίευση του, μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη οι διατάξεις της οδηγίας 2009/13 8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II), τα άρθρα 2 και 8 της Οδηγίας 2014/51/ΈΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 σχετικά με την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ και των Κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (EE) αριθ. 1094/2010 και (EE) αριθ. 1095/2010, όσον αφορά τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών και το άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων και συναφείς διατάξεις της νομοθεσίας περί της ιδιωτικής ασφάλισης. Ο νόμος αυτός, με τον οποίο, όπως προκύπτει από τη σχετική αιτιολογική του έκθεση, τέθηκε σε ισχύ νέο εποπτικό πλαίσιο για τη λειτουργία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με μεθόδους άσκησης της εποπτείας τους από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές που βασίζονται στις ποσοτικές απαιτήσεις φερεγγυότητας, στις ποιοτικές απαιτήσεις λειτουργίας των επιχειρήσεων για την εκτίμηση των κινδύνων και στις απαιτήσεις διαφάνειας και αξιοπιστίας μέσω της δημοσιοποίησης εκτεταμένων στοιχείων της φερεγγυότητας και της χρηματοπιστωτικής του κατάστασης με αποδέκτη όχι μόνο τον επόπτη αλλά και το ευρύτερο κοινό, ορίζει, ειδικότερα, στο 3 ότι «Εις τους σκοπούς του παρόντος νόμου δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί: 1. ... 10. «Εποπτικές Αρχές»: οι εθνικές αρχές οι οποίες, δυνάμει νομοθετικής ή κανονιστικής ρύθμισης, είναι αρμόδιες να εποπτεύουν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Αρμόδια Ελληνική Εποπτική Αρχή είναι η Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία ανατίθεται το έργο της εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και της άσκησης των λοιπών αρμοδιοτήτων της βάσει των διατάξεων του παρόντος νόμου και του Καταστατικού της. ...», στο άρθρο 38 ότι «1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δημοσιοποιούν, σε ετήσια βάση, έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και την χρηματοοικονομική τους κατάσταση επί τη βάσει των στοιχείου της παραγράφου 3 του παρόντος και των αρχών της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του παρόντος ...», στο άρθρο 76 ότι «1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διατηρούν επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας. 2. ... » και στο άρθρο 112 ότι «Κατά παρέκκλιση των άρθρων 109 και 110 του παρόντος, εάν η κατάσταση φερεγγυότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης εξακολουθήσει να επιδεινώνεται, η Εποπτική Αρχή λαμβάνει κάθε αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων των αντισυμβαλλομένων της επιχείρησης ως κάθε άλλου δικαιούχου απαιτήσεων από ασφάλιση σε περίπτωση ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ή των υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις αντασφάλισης, όπως ενδεικτικά ... λαμβάνει τα μέτρα εξυγίανσης του παρόντος νόμου, ... ανακαλεί προσωρινά ή οριστικά την άδεια λειτουργίας ορισμένων ή όλων των κλάδων που ασκεί. ...».

12. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 18-3-2016 πρακτικό της επιτροπής διενέργειας και αξιολόγησης του διαγωνισμού σε σχέση με την απόρριψη των δικαιολογητικών συμμετοχής της αιτούσας, που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, κατά την αποσφράγιση του οικείου φακέλου, διαπιστώθηκε ότι η αιτούσα εταιρία αντί να υποβάλει το απαιτούμενο από το άρθρο 7 παρ. 9 της διακήρυξης «πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας ή πιστοποιητικό φερεγγυότητας» είχε υποβάλει «ηλεκτρονικό μήνυμα προσαρτημένο στην Βεβαίωση Άδειας Λειτουργίας της, σύμφωνα με το οποίο η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία εκδίδει τις σχετικές Άδειες Λειτουργίας, απαντά στην εταιρεία [αιτούσα] ότι δεν είναι δυνατή η έκδοση πιστοποιητικού φερεγγυότητας». Ειδικότερα, με την ανωτέρω Βεβαίωση Άδειας Λειτουργίας που εκδόθηκε στις 5-1-2016 από τη Διευθύντρια της Διεύθυνσης Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος, βεβαιώνεται ότι η αιτούσα εταιρία έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970 για τους κλάδους «Ασφαλίσεις κατά ζημιών» και «Ασφαλίσεις ζωής» και δεν έχει τεθεί σε ασφαλιστική εκκαθάριση ούτε έχει ανακληθεί η άδεια λειτουργίας. Κατόπιν τούτου, η παραπάνω επιτροπή εισηγήθηκε, με το παραπάνω πρακτικό, την απόρριψη της προσφοράς της αιτούσας λόγω «μη υποβολής πιστοποιητικού πιστοληπτικής ικανότητας ή πιστοποιητικού φερεγγυότητας». Την αιτιολογία αυτή υιοθέτησε η Οικονομική Επιτροπή του καθού Δήμου με την 591/13-4-2016 απόφαση της που εκδόθηκε επί της ένστασης που άσκησε η αιτούσα κατά του πρακτικού αυτού σύμφωνα με όσα ειδικότερα εκτέθηκαν στη δεύτερη σκέψη καθώς και με την ήδη προσβαλλόμενη 700/11-5-2016 απόφαση της, που εκδόθηκε επί της προδικαστικής προσφυγής της αιτούσας κατά της πρώτης παραπάνω απόφασης.

13. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα αμφισβητεί τη νομιμότητα του αποκλεισμού της, επαναλαμβάνοντας το περιεχόμενο της προδικαστικής προσφυγής της. Ειδικότερα, προβάλλει ότι η υποβληθείσα «Βεβαίωση Άδεια Λειτουργίας» της επιχείρησης της που εξέδωσε η Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος ως μόνο αρμόδιο εποπτεύον όργανο για τις ασφαλιστικές εταιρίες κατά το άρθρο 3 περ. 10 του ν. 4364/2016, ισχύει ως πιστοποιητικό φερεγγυότητας τόσο κατά τις διατάξεις των άρθρων 76 και 112 του ίδιου νόμου (4364/2016), που, κατά τον ίδιο ισχυρισμό, είναι εφαρμοστέος στην προκειμένη περίπτωση γιατί τέθηκε σε ισχύ από 1-1-2016, όσο και σύμφωνα με επιστολές της ανωτέρω Διεύθυνσης Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος, στις οποίες, όπως υποστηρίζει η αιτούσα, περιέχονται σχετικές δηλώσεις της. Ο ισχυρισμός αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν βρίσκει έρεισμα στο ν. 4364/2016, ο οποίος, ανεξαρτήτως αν διέπει την επίδικη διαφορά, δεν ορίζει, πάντως, ούτε στις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις των άρθρων του 76 και 112, τις οποίες επικαλείται η αιτούσα, ούτε σε κάποια άλλη διάταξη του, ότι η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ισχύει ως πιστοποιητικό φερεγγυότητας. Τέτοιον, εξάλλου, ορισμό δεν περιελάμβανε στις διατάξεις του ούτε το ν.δ. 400/1970 «Περί Ιδιωτικής Επιχειρήσεως Ασφαλίσεως» (Α' 10) βάσει του οποίου εκδόθηκε η άδεια λειτουργίας της αιτούσας και ίσχυε, όπως στη συνέχεια συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε, μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω ν. 4364/2016, οπότε και καταργήθηκε με το άρθρο 278 αυτού. Ο ίδιος ισχυρισμός, κατά το δεύτερο σκέλος του προβάλλεται αορίστως και πρέπει να απορριφθεί γιατί η αιτούσα δεν προσκομίζει επιστολές της προαναφερόμενης Εποπτικής Αρχής που να αποδίδουν στις εκδιδόμενες από αυτήν «Βεβαιώσεις Άδειας Λειτουργίας» ισχύ πιστοποιητικού φερεγγυότητας ούτε, άλλωστε, επί του σώματος της Βεβαίωσης Άδειας Λειτουργίας που υπέβαλε η αιτούσα γίνεται οποιαδήποτε μνεία περί ισχύος της ως πιστοποιητικού φερεγγυότητας. Περαιτέρω, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η προαναφερόμενη εποπτική αρχή δεν θα εξέδιδε την επίμαχη «Βεβαίωση Άδειας Λειτουργίας» εάν κατά τον έλεγχο που διενεργεί διαπίστωνε ότι δεν διαθέτει το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας και θα απαιτούσε τη λήψη μέτρων εξυγίανσης ή και την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της. Ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται προεχόντως απαραδέκτως και πρέπει να απορριφθεί γιατί στηρίζεται σε υποθετικούς συλλογισμούς της αιτούσας. Στη συνέχεια, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η φερεγγυότητα της αποδεικνύεται από τις περιλαμβανόμενες στην ετήσια έκθεση του άρθρου 38 του ν. 4364/2016 οικονομικές καταστάσεις της επιχείρησης της, τις οποίες υπέβαλε με την κατάθεση της τεχνικής προσφοράς και των δικαιολογητικών συμμετοχής της στο διαγωνισμό. Ο λόγος αυτός δεν πιθανολογείται σοβαρά ως βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί προεχόντως διότι οι οικονομικές καταστάσεις του διαγωνιζόμενου δεν ορίζονται από τη διακήρυξη ως μέσο απόδειξης της φερεγγυότητας του. Ακόμη, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος, που είναι η μόνη αρμόδια να ελέγχει τη φερεγγυότητα της, δεν εκδίδει πιστοποιητικά φερεγγυότητας όπως ρητώς αναφέρεται στα προσκομιζόμενα από 16-9-2013 και από 21-3-2016 μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που απέστειλε σ' αυτήν ο Προϊστάμενος του Τμήματος Εποπτείας της παραπάνω Διεύθυνσης και, επομένως, νομίμως υπέβαλε σε συμμόρφωση με το άρθρο 7 παρ. 9 της διακήρυξης τη Βεβαίωση Άδειας Λειτουργίας της. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση δεδομένου ότι οι διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 9 της διακήρυξης δεν απαιτούν τα, διαζευκτικώς, ζητούμενα με αυτές πιστοποιητικά πιστοληπτικής ικανότητας ή φερεγγυότητας να έχουν εκδοθεί από τη Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος. Αν δε θεωρηθεί ότι η αιτούσα αμφισβητεί τη νομιμότητα του όρου που τίθεται με το ανωτέρω άρθρο της διακήρυξης, η αιτίαση αυτή προβάλλεται απαραδέκτως στο παρόν στάδιο, κατά το οποίο αμφισβητείται η νομιμότητα του αποκλεισμού της (ΣτΕ ΕΑ 1307/2009, 109/2008, 230/2006 κ.ά). Εξάλλου, αν η αιτούσα θεωρούσε ότι στον όρο αυτό υπήρχαν σημεία ασαφή (λ.χ. ως προς τον φορέα από τον οποίο έπρεπε να εκδοθούν τα ζητούμενα πιστοποιητικά) είχε την ευχέρεια, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 25 της διακήρυξης, να ζητήσει σχετικές διευκρινίσεις από την αναθέτουσα αρχή πριν από την υποβολή της προσφοράς της (βλ. ΣτΕ 2642/2005 και ΣτΕ ΕΑ 230/2006). Τέλος, ενόψει, προεχόντως της αυτοτέλειας κάθε διαγωνισμού, πρέπει να απορριφθεί και ο προβαλλόμενος από την αιτούσα συναφής ισχυρισμός ότι σε άλλους διαγωνισμούς, όπως συγκεκριμένα του Δήμου Ζωγράφου Αττικής, στον οποίο απαιτείτο οι συμμετέχοντες να αποδείξουν τη φερεγγυότητα τους, υπέβαλε την Βεβαίωση Άδειας Λειτουργίας της και αυτή έγινε αποδεκτή ως πιστοποιητικό φερεγγυότητας (ΣτΕ ΕΑ 200, 72/2015, 269/2014, 416, 215- 216/2013 κ.ά.).

14. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και εφόσον οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 και 7 παρ. 9 της διακήρυξης απαιτούν ρητώς και επί ποινή αποκλεισμού να υποβληθούν ως δικαιολογητικά συμμετοχής στο διαγωνισμό πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας ή φερεγγυότητας και η αιτούσα υπέβαλε τη Βεβαίωση Αδειας Λειτουργία της. η εκτεθείσα στην 12η σκέψη αιτιολογία απόρριψης της προσφοράς της αιτούσας φαίνεται νόμιμη.

15. Επειδή, η αιτούσα είχε προβάλει με την προδικαστική προσφυγή της και επαναλαμβάνει με την κρινόμενη αίτηση τον ισχυρισμό ότι η «βεβαίωση» πιστοληπτικής ικανότητας της εταιρίας «Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος» που υπέβαλε η παρεμβαίνουσα σε συμμόρφωση με τη διάταξη του επίμαχου όρου του άρθρου 7 παρ. 9 της διακήρυξης δεν συνιστά κατά το περιεχόμενο της πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας αλλά εσωτερικό έγγραφο μεταξύ της παρεμβαίνουσας και του παραπάνω Τραπεζικού Ιδρύματος, που ανήκουν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετεί παράβαση της αρχής του ίσου μέτρου κρίσης των προσφορών, η οποία θα δικαιολογούσε, κατ' εξαίρεση, το έννομο συμφέρον του διαγωνιζομένου που αποκλείσθηκε να προβάλει αιτιάσεις κατά της αποδοχής άλλων προσφορών (ΣτΕ 2451, 2444/2009, ΣτΕ ΕΑ 135/2011, 872, 329/2010), διότι η παράβαση της εν λόγω αρχής προϋποθέτει ότι διαγωνιζόμενος, για τον οποίο συντρέχει ο ίδιος λόγος αποκλεισμού με τον αιτούντα, έγινε δεκτός στην περαιτέρω διαγωνιστική διαδικασία (ΣτΕ ΕΑ 43, 231/2003, 351/2004, 736/2007, 406/2008 κ.ά.). Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, ενώ η αιτούσα αποκλείσθηκε επειδή παρέλειψε να υποβάλει πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας ή φερεγγυότητας, με τον παραπάνω ισχυρισμό της βάλλει όχι κατά της παράλειψης τήρησης της υποχρέωσης αυτής εκ μέρους της παρεμβαίνουσας αλλά κατά του περιεχομένου του υποβληθέντος από αυτή δικαιολογητικού πιστοληπτικής ικανότητας, δηλαδή για λόγο διαφορετικό από εκείνον του αποκλεισμού της ίδιας (πρβλ. ΣτΕ 1206/2008). Συνεπώς, και εφόσον κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη φαίνεται ότι νομίμως αποκλείσθηκε η αιτούσα από την περαιτέρω διαδικασία του διαγωνισμού, χωρίς έννομο συμφέρον στρέφεται κατά της αποδοχής της προσφοράς της παρεμβαίνουσας και νομίμως η σχετική αιτίαση της προδικαστικής προσφυγής της απορρίφθηκε σιωπηρώς με την προσβαλλόμενη πράξη.

16. Επειδή, μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη και να επιβληθεί στην αιτούσα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 του ν. 3886/2010, η καταβολή του ποσού του υπολειπομένου 1/3 του παραβόλου, ύψους 1.659,48 ευρώ. Εια την είσπραξη αυτού του ποσού διατάσσεται η διαβίβαση αντιγράφου της παρούσας απόφασης στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, ώστε να επιμεληθεί της διαδικασίας είσπραξης το Τμήμα εκκαθάρισης δικαστικών δαπανών, το οποίο, κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 5 του π.δ/τος 238/2003 (Α' 214), είναι αρμόδιο για τη βεβαίωση των πάσης φύσης δαπανημάτων που επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου ή εισπράττονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, δηλαδή από υπηρεσίες του Δημοσίου, είτε υπό την μορφή της δικαστικής δαπάνης, είτε υπό την μορφή του παραβόλου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το προβλεπόμενο για την άσκηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3886/2010, παράβολο, δοθέντος, άλλωστε, ότι η τελευταία αυτή διάταξη δεν προβλέπει άλλη, ειδική, διαδικασία για τη βεβαίωση του καταλογιζομένου από το Δικαστήριο ενός τρίτου του εν λόγω παραβόλου

(ΣτΕΕΑ 110, 95, 88/2015).

Επειδή, μετά την απόρριψη της αίτησης, πρέπει να γίνει δεκτή η παρέμβαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση.

Δέχεται την παρέμβαση.

Διατάσσει την κατάπτωση του τμήματος του παραβόλου που έχει ήδη προκαταβληθεί και καταδικάζει την αιτούσα εταιρία στην καταβολή του υπολειπομένου τμήματος του, που ανέρχεται σε χίλια εξακόσια πενήντα εννέα ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτά (1.659,48).

Διατάσσει τη διαβίβαση αντιγράφου της παρούσας απόφασης στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, για να προβεί στις αναφερόμενες στο σκεπτικό ενέργειες.

Επιβάλλει στην αιτούσα εταιρία τη δικαστική δαπάνη του καθού Δήμου, που ανέρχεται σε εκατόν είκοσι οκτώ (128,00) ευρώ και της παρεμβαίνουσας εταιρίας, που ανέρχεται σε διακόσια σαράντα πέντε ευρώ και πενήντα λεπτά (245,50).

Το διατακτικό εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 5 Ιουλίου 2016.

Το πλήρες κείμενο δημοσιοποιήθηκε στις 25 Ιουλίου 2016.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Μαρία Τσαγκάρη Αθανάσιος Πολυχρονίδης.

ΕιρΑθ 96/2016



Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα - Εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις - Ηθική βλάβη - Νόθος αντικειμενική ευθύνη - Κατάχρηση δικαιώματος -.



Διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από Τράπεζα σε εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών ν. 3758/2009, άνευ προηγούμενης ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, κατ' άρθρο 11 παρ. 3 ν. 2472/1997. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης, ότι ανυπαίτια αγνοούσε τα θεμελιωτικά της υπαιτιότητας της πραγματικά γεγονότα. Η ρύθμιση και εντέλει εξόφληση της οφειλής, με αφορμή πρόταση της εταιρείας, δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική.



Αριθμός 96/2016



ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ



ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ



Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Ανθούλα Δήμητσα, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Ζ. Δερμεντζόγλου.



Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 10.11.2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:



ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ: ... Δικηγόρου, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως.



ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΉΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.», νομίμως εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Θ. Παπαϊωάννου.



Ο ενάγων με την από 8.9.2015 με αρ. κατ. 1103/2015 αγωγή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για την ανωτέρω δικάσιμο, αιτείται τα αναφερόμενα σ' αυτή.



Ακολούθησε συζήτηση, όπως σημειώνεται στα Πρακτικά.



ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ





Με την κρινόμενη ο ενάγων εκθέτει ότι, στις 17.2.2015, η εναγόμενη διαβίβασε,- χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του ως όφειλε, κατά την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 και 3 του Ν. 2472/1997 και χωρίς την λήψη της ρητής και σαφούς συγκατάθεσης του, κατά την διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2472/1997,- τα συλλεγέντα, στις 22.8.2008, κατά την κατάρτιση σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας, αναφερόμενα προσωπικά του δεδομένα, στην Εταιρεία Ενημέρωσης Οφειλετών για ληξιπρόθεσμες Απαιτήσεις με την επωνυμία «Pano Inform Α.Ε.», υπάλληλος της οποίας τον κάλεσε, στις 17.2.2015, για να τον ενημερώσει για την ληξιπρόθεσμη οφειλή του και να διαπραγματευθεί τον τρόπο και χρόνο αποπληρωμής της. Ότι από την ως άνω παράνομη πράξη και παράλειψη της εναγόμενης, που, δια των προστηθέντων της, διαβίβασε τα προσωπικά του δεδομένα σε απροσδιόριστο αριθμό τρίτων ατόμων, κατά παράβαση των διατάξεων του ως άνω Νόμου, υπέστη ηθική βλάβη και για τους λόγους αυτούς αιτείται να υποχρεωθεί (η εναγόμενη), με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλλει ως χρηματική ικανοποίηση το, κατ' ελάχιστον οριζόμενο από την διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ως άνω Νόμου, ποσόν των 5.869, 40 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της κρινόμενης και να καταδικασθεί στην δικαστική του δαπάνη.



Η αγωγή αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 1α, 25, 37 ΚΠολΔ), κατά την διαδικασία των άρθρων 664επ. ΚΠολΔ (άρθρο 23 παρ. 3 Ν 2472/1997), είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγόμενης και παρεπόμενα νόμιμη στηριζόμενη στις κατωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Ν. 2472/1997 και σ' αυτές των άρθρων 345, 346 ΑΚ, 907, 908, 176 ΚΠολΔ και θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα καθόσον καταβάλλεται το νόμιμο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (υπ' αρ. 249409 και 254425 αγωγόσημα).



Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα και της ανώμοτης εξέτασης του ενάγοντα (417 ΚΠολΔ), που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με τη παρούσα Πρακτικά, του συνόλου (671 ΚΠολΔ) των προσκομιζόμενων με επίκληση εγγράφων σε συνδυασμό με τα διδάγματα της Κοινής πείρας και λογικής (336 παρ. 4 ΚΠολΔ) και τις ομολογίες, που συνάγονται από το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων (261 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, με την από 22.8.2008 αίτηση του, υποβληθείσα στην εναγόμενη, ζήτησε την χορήγηση πιστωτικής κάρτας και γνωστοποίησε στην τελευταία τα απλά προσωπικά δεδομένα του, που ήταν αναγκαία για την κατάρτιση της αντίστοιχης σύμβασης, ήτοι το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, ημερομηνία γέννησης, αριθμό δελτίου ταυτότητας, διεύθυνση κατοικίας, αριθμό τηλεφώνου και επάγγελμα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, που είχε υπογράψει με την ανώνυμη εταιρεία του άρθρου 7 Ν. 3758/2009 με την επωνυμία «ΡΑΝΟ INFORM Α.Ε.», την από 2.11.2009 σύμβαση παροχής υπηρεσιών,- λόγω ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής από την ως άνω πιστωτική κάρτα, ήτοι υπερημερίας του ενάγοντα-, διαβίβασε, χωρίς την προηγούμενη οφειλόμενη, κατ' άρθρο 11 Ν. 2472/1997 και της, κατ' εξουσιοδότηση αυτού, εκδοθείσας υπ' αρ. 1/1999 κανονιστικής πράξης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΦΕΚ 555 Β76.5.1999), ενημέρωση του, τα ως άνω (απλά) προσωπικά δεδομένα του ως και το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής του, στην ως άνω εταιρεία, η οποία προέβη σε χρήση αυτών, καλώντας τον τηλεφωνικά, δια προστηθέντος υπαλλήλου της, στις 17.2.2015. Όπως προκύπτει από τον όρο 23 της ως άνω σύμβασης, το περιεχόμενο του οποίου έχει ως εξής: «Καθυστέρηση ολοσχερούς εξόφλησης από τον κάτοχο των ελαχίστων καταβολών ή του ποσού που αναφέρεται ως άμεσα πληρωτέο...και να αναθέσει την είσπραξη των οφειλομένων σε τρίτα, προς την Τράπεζα, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, γνωστοποιώντας για τον σκοπό αυτό όσα προσωπικά στοιχεία του κατόχου ή/και του εγγυητή κρίνει απαραίτητο», ως και των υπ' αρ. 19 και 21.1 «επικαιροποιημένων όρων χρήσης, που του απεστάλησαν μαζί με το αντίγραφο κίνησης του λογαριασμού της κάρτας του», η παράθεση του περιεχομένου των οποίων παρέλκει καθόσον προσιδιάζουν στο ανωτέρω ήδη εκτιθέμενο (περιεχόμενο), η υποχρέωση της εναγόμενης-υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως διαγράφεται από την διάταξη του άρθρου 11 Ν. 2472/1997 και την κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδοθείσα υπ' αρ. 1/1999 κανονιστική πράξη της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΦΕΚ 555 Β76.5.1999), για ενημέρωση του υποκειμένου-ήδη ενάγοντα, ανεξαρτήτως συγκατάθεσης του, ουδόλως τηρήθηκε, προ της διαβίβασης, στις 17.2.2015, των προσωπικών του δεδομένων στην ως άνω μη διάδικο ανώνυμη εταιρεία. Τέλος αποδείχθηκε ότι, από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης, που όφειλε να γνωρίζει τον κίνδυνο επέλευσης ζημίας λόγω των παρανόμων παραλείψεων και πράξεων της, ο ενάγων  υπέστη αιτιωδώς συνυφασμένη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας, δεδομένων των συνθηκών τέλεσης, της έντασης της προσβολής της έννομης τάξης, του βαθμού πταίσματος της, του κοινωνικού ρόλου, που οφείλει να επιτελεί, πέραν του οικονομικού/ κερδοσκοπικού, του οικονομικού μεγέθους της και της κοινωνικής και οικονομικής θέσης του ενάγοντα, η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να οριστεί στο ποσό των 5.869, 40 ευρώ (ΑΠ 1740/2013, ΕφΑΘ 1437/2014, 3833/2003 ΤΝΠ Νόμος). Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν είχε δυνατότητα πρόβλεψης της βλάβης του ενάγοντος (άρθρο 23 παρ. 1 εδ. 3 Ν. 2472/1997) και σε κάθε περίπτωση ότι η ως άνω συμπεριφορά της οφείλεται σε αμέλεια (άρθρο 23 παρ. 2 Ν. 2472/1997) τυγχάνει απορριπτέος καθόσον μόνη η νόμιμη συλλογή των προσωπικών δεδομένων από την εναγομένη-υπεύθυνο επεξεργασίας, κατά την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης, δεν αίρει την υποχρέωση της προς τήρηση και των λοιπών διατάξεων του Ν. 2472/1997, ήτοι του άρθρου 11 και συνεπώς και την δυνατότητα πρόβλεψης της, εκ της παραβάσεως της, βλάβης του ενάγοντα η δε ευθύνη της είναι νόθος αντικειμενική και ουδόλως αποδείχθηκε από την ίδια, φέρουσα το σχετικό βάρος, ότι ανυπαίτια αγνοούσε τα ως άνω θεμελιωτικά   της   υπαιτιότητας της πραγματικά γεγονότα. Ωσαύτως απορριπτέος τυγχάνει ο επικουρικά προβαλλόμενος από την εναγόμενη ισχυρισμός ότι το δικαίωμα του ενάγοντα ασκείται καθ' υπέρβαση των τιθέμενων από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων, καθόσον μόνον το γεγονός ότι ο τελευταίος (ενάγων), όπως προκύπτει από την ΑΠ …/9.3.2015 αίτηση του προς την εναγόμενη, εξ' αφορμής σχετικής πρότασης, που του έγινε από την ως άνω εταιρεία «ΡΑΝΟ INFORM Α.Ε.», ρύθμισε επωφελώς και τελικώς εξόφλησε την οφειλή του από την κατά τα ανωτέρω χορηγηθείσα πιστωτική κάρτα ουδόλως καθιστά την άσκηση του δικαιώματος του καταχρηστική.



Κατόπιν αυτών η κρινόμενη θα πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα, κατά στρογγυλοποίηση, το ποσόν των 5.869 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης.. Το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της παρούσας προσωρινά εκτελεστής θα πρέπει να απορριφθεί καθόσον, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, δεν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι προς τούτο (907, 908 ΚΠολΔ). Η εναγόμενη θα πρέπει, λόγω της ήττας της (176 ΚΠολΔ) να καταδικασθεί στην δικαστική δαπάνη του ενάγοντα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.





ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ



ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους.



ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.



ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσόν των πέντε χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα εννέα (5.869) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.



ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη στην δικαστική δαπάνη, την οποία ορίζει στο ποσόν των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.



ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία διαδίκων και πληρεξουσίων δικηγόρων. 26 ΙΑΝ. 2016





Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Page 1 of 5