Κυρ 9 Απρ 2017 06:32:59 μμ

Cinema

Cinema (68)

Για να δείτε όλες τις ταινίες που παίζονται σε όλους τους κινηματογράφους της περιοχής μας  κάντε κλικ εδώ (ΠΗΓΗ: ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ):

Σινεμά - αθηνόραμα.gr

Τετάρτη 5 Απριλίου 8:15΄μμ, στο ΤΥΠΕΤ από το Cine-Δράση

Ελλάδα, 2015. Διάρκεια: 84΄. Σκηνοθεσία: Δημήτρης Αθανίτης. Σενάριο: Γιώργος Μακρής, Δημήτρης Αθανίτης. Πρωταγωνιστούν: Γιάννης Στάνκογλου, Μενέλαος Χαζαράκης, Εύα Στυλάντερ, Κόρα Καρβούνη, Χρήστος Μπενέτσης, Νικολίτσα Ντρίζη, Κώστας Ξυκομηνός Φωτογραφία: Γιάννης Φώτου. Σκηνικά-Κοστούμια: Στέλλα Κάλτσου. Μοντάζ: Σταμάτης Μαγουλάς. Μουσική: Papercut.
Έγραψαν για την ταινία:
"Η κορυφαια ελληνικη ταινια της χρονιας" Ν. Μικελιδης
"Σπαρακτική. Πηγαίνετε να τη δείτε!" (Π. Μεθενίτης, enet.gr)
"Το αριστουργηματικό ταξίδι του ήρωα" (Ν. Μόσχοβος, typologos.gr)
"Πολυσύνθετη ταινία με Στάνκογλου σε ρεσιτάλ ερμηνείας" (Γ.Κοντός HitnRun)
Τα βραβεία
Το φιλμ έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ανάμεσά τους ξεχωρίζουμε: Μεγάλο Βραβείο στη Figueira Film Art, Βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας και Ανδρικού Ρόλου στο London Greek Film Festival, Βραβείο Καλλιτεχνικής Αξίας και Ανδρικού Ρόλου στο Fiorentino MIIF Festival,Βραβείο Σκηνοθεσίας, Ανδρικού Ρόλου, B’ Aνδρικού Ρόλου και Μοντάζ στο Bridges IFF, Eιδικό Βραβείο στον Γιάνη Στάνκογλου στο Πανόραμα Ευρωπαικού Κινηματογράφου, 6 κύριες Υποψηφιότητες στα Βραβεία της ΕλληνικήςΑκαδημίας Κινηματογράφου, 6 Υποψηφιότητες στα Maverick Movie Awards του Los Angeles και Υποψηφιότητα για το Antonioni Award στο Chicago Arthouse Film Festival.
Η Ιστορία
Τρία χρόνια μετά τις «Τρεις Μέρες Ευτυχίας», ο Δημήτρης Αθανίτης επιστρέφει με μια ιστορία γύρω από ένα μοναχικό ήρωα όπως στη πρώτη ταινία του, το καλτ «Αντίο Βερολίνο». Τα γυρίσματα έγιναν στην ευρύτερη Αττική με επίκεντρο την περιοχή του Ασπρόπυργου όπου ο Δημήτρης Αθανίτης αναζήτησε τους ανοιχτούς ορίζοντες ενός ιδιόμορφου αστικού γουέστερν και ανέπτυξε μια ιστορία εμμονής και εκδίκησης ενάντια στην παρατεταμένη αδικία, στην Ελλάδα της κρίσης. Ο Άρης, ένας μοναχικός 35άρης, χωρισμένος, δουλεύει σε ένα εργοστάσιο. Όταν απολύεται ξαφνικά χωρίς καμιά προειδοποίηση, αποφασίζει να αποδώσει δικαιοσύνη ο ίδιος, καθώς νιώθει θύμα μιας ακραίας αδικίας. Αλλά ο Άρης δεν είναι μόνος του. Έχει μαζί του και τον εξάχρονο γιο του. Ένα παιδί, για το οποίο ο πατέρας είναι ο κόσμος όλος. Ένα παιδί που παλεύει με τον κόσμο των μεγάλων. Ένα κόσμο αόρατο.
Γι’ αυτόν τον κόσμο, τον αόρατο και οδυνηρά ορατό κόσμο, μίλησε ο Δημήτρης Αθανίτης σε συνέντευξή του στο Flix, εκτενή αποσπάσματα της οποίας παραθέτουμε παρακάτω.
Όλη η συνέντευξη εδώ: (http://flix.gr/…/dimitris-athanitis-invisible-interview.html),

«Αόρατη είναι η πραγματικότητά μας.» Ο Δημήτρης Αθανίτης μιλά στο Flix για το «Invisible»
Το «Invisible» γεννήθηκε από οργή ή από μια διάθεση να αντιδράσεις στην κατάσταση γύρω σου;
Κι απ’ τα δύο. Οργή και αντίδραση για ό,τι συμβαίνει γύρω μας αλλά κυρίως στον παραλογισμό που μας περιβάλλει και απαιτεί να υποταχθούμε. Ο ήρωάς μου είναι ένα πρόσωπο που αρνείται να υποταχθεί.
Ποια ήταν η αφορμή που οδήγησε στην ταινία;
Οταν έχω τελειώσει μια ταινία, αισθάνομαι σαν να έχει φύγει από μένα, σαν να έχει δικιά της ζωή. Το πώς ξεκίνησε, με ποια αφορμή, έχει γίνει ένα με την ύπαρξή της. Πάντα υπάρχουν δικά μου βιώματα από κάτω σαν σπινθήρες εκκίνησης, αλλά δεν είναι κάτι προφανές. Πάντως είχα και την ανάγκη μετά από έξι ταινίες με την Αθήνα σαν κρυφή πρωταγωνίστρια, να βγω από την πόλη και να κινηματογραφήσω ένα τοπίο με ευρύ ορίζοντα. Ακόμη ήθελα να γυρίσω μετά από τόσες πολυπρόσωπες ταινίες, μια ιστορία με ήρωα έναν μοναχικό ντεσπεράντο, όπως στο ξεκίνημά μου με το «Αντίο Βερολίνο».
Μοιάζει να απομακρύνεσαι από την πιο ονειρική ατμόσφαιρα των προηγούμενων ταινιών σου, πατώντας εδώ γερά στο ρεαλισμό. Ήταν μια ανάγκη; Πώς καταγράφει κάποιος μια πραγματικότητα που είναι λίγο πολύ γνωστή σε όλους;
Μα το «Invisible» έχει τουλάχιστον δύο ονειρικές σκηνές και μάλιστα σε σημεία-κλειδιά. Και ναι, πατάει γερά στον ρεαλισμό, όμως ο ρεαλισμός από μόνος του, δεν μου λέει τίποτα. Όπως και το αυθαίρετο φανταστικό… Αυτό που με ιντριγκάρει ως σκηνοθέτη είναι ο συνδυασμός πραγματικού και φανταστικού. Η ταινία μου βουτά βαθιά στην πραγματικότητα για να μπορέσει να απογειωθεί. Το να πάρει μαζί της τον θεατή είναι το μεγάλο στοίχημα.
Καθόλου γνωστή δεν είναι η πραγματικότητα που περιγράφει η ταινία. Ο χώρος και κόσμος που περιγράφει το Invisible βρίσκεται ακριβώς δίπλα στη μητρόπολη, δίπλα στην Αθήνα. Κι όμως είναι στην ουσία άγνωστος. Αόρατος. Ωστόσο για την περιγραφή του απέφυγα την απλή καταγραφή, τα πολλά λόγια, τις γραφικότητες. Προσπαθήσαμε να ξεχωρίσουμε και να εστιάσουμε στα ουσιώδη. Από την άλλη επεδίωξα τη μεγαλύτερη δυνατή πυκνότητα και τη συνεχή ανατροπή. Ίσως γι αυτό ο θεατής δεν μπορεί ποτέ να προβλέψει το τέλος.
Είναι το «Invisible» η πιο πολιτική σου ταινία; Ποιος είναι ο δικός σου ορισμός για την «πολιτική» ταινία;
Στις ταινίες μου υπάρχει πάντα αναφορά έστω και έμμεσα στο κοινωνικό περιβάλλον και στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ακόμη κι αν αυτό δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά. Η «Φιλοσοφία», η πρώτη μικρή μου ταινία το 1993, με αφορμή τον πόλεμο στο Σαράγεβο που είχε μόλις ξεκινήσει, μιλούσε για κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας και τον Πρόεδρο να κηρύσσει πτώχευση. Τότε είχε κερδίσει το Βραβείο Φανταστικού στη Δράμα, λίγα χρόνια μετά ήταν πραγματικότητα...Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι να δημιουργήσω πέρα από το προφανές, το τρέχον. Δεν με αγγίζουν τα συνθήματα ούτε και τα πυροτεχνήματα. Όλα αυτά σβήνουν γρήγορα μέσα στο ψέμα τους. Η «πολιτική ταινία» συνήθως ασχολείται με την επιφάνεια. Εμένα μ’ ενδιαφέρει αυτό που υπάρχει από κάτω. Ωστόσο διάβασα ένα βιτριολικά εύστοχο σχόλιο για την ταινία, που θα το έλεγες πολιτικό: «Η αστική τάξη κοιμάται και βλέπει εφιάλτες». Πολιτική θα έλεγα ότι είναι η ταινία που στηρίζεται στο ψέμα. Απ’ αυτή την άποψη, οι πολιτικές ταινίες κυριαρχούν!
Γιατί επέλεξες τον Γιάννη Στάνκογλου να σηκώσει στους ώμους του την ταινία; Ποια οδηγία ήταν η κεντρική που του έδωσες για την ερμηνεία του;
Το κάστινγκ της ταινίας ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Αν και γράφαμε το σενάριο με τον Γιώργο Μακρή χωρίς να έχουμε συγκεκριμένο πρόσωπο στο μυαλό μας, ο Γιάννης ήταν η πρώτη μου επιλογή. Θέλησα να δουλέψω μ’ έναν ηθοποιό που είναι σταρ αλλά με σκοπό να τσαλακώσω την εικόνα του σε κάτι άλλο, πολύ διαφορετικό. Αν ο Στάνκογλου δεν ήταν διαθέσιμος, θα έκανα ακριβώς το αντίθετο. Θα διάλεγα έναν ερασιτέχνη. Ο Γιάννης όμως είχε την αντίστοιχη διάθεση με τη δικιά μου κι έτσι προχωρήσαμε και αφέθηκε να μπει στο πνεύμα της ταινίας. Είναι ένας ταλαντούχος ηθοποιός με τρομερή δύναμη αλλά νομίζω ότι εδώ κάναμε κάτι πολύ ιδιαίτερο, μια ερμηνεία καριέρας όπως έγραψαν στο ελληνικό φεστιβάλ του Σίδνεϋ και όπως λένε τα τρία από τα μέχρι στιγμής βραβεία που έχει κερδίσει για την ερμηνεία του στο «Invisible».
Η βασική μου οδηγία ήταν να αφεθεί απόλυτα και να μπει όσο πιο βαθιά γινόταν μέσα στον ίδιο του τον εαυτό και ταυτόχρονα στο εσωτερικό του χαρακτήρα. Παράλληλα ήμουν συνέχεια δίπλα του και μέσα από μικρές υποδείξεις πάνω στο γύρισμα, χτίζαμε το ρόλο. Ο Γιάννης έχει αντίστοιχα βιώματα με τον Αρη και μπόρεσε να είναι κυριολεκτικά ο ίδιος ο χαρακτήρας. Τέλος του είχα ζητήσει να παίζει συνέχεια χωρίς διακοπή ακόμη κι όταν η κάμερα δεν τον ακολουθεί, έστω κι αν αυτό συνέβαινε σπάνια. Ομως ήταν σημαντικό.
Οι θεατές στην Ελλάδα δε μοιάζουν να έχουν αγκαλιάσει το ελληνικό σινεμά, κρίνοντας τουλάχιστον από τα εισιτήρια των πρόσφατων χρόνων. Τι νόημα έχει να κάνεις μια ταινία που θα δουν πολύ λιγότεροι από το κοινό που της αναλογεί;
Έχω πολύ ισχυρή ανταπόκριση από τις προβολές που έχουν ήδη γίνει στην Ελλάδα και μάλιστα σε έξι διαφορετικές πόλεις. Sold out οι περισσότερες, συνάντησαν ένα κοινό που έδειξε να ενδιαφέρεται άμεσα για τα πρόσωπα και την ηθική της ταινίας, στις παθιασμένες συζητήσεις μετά τις προβολές. Όντως πιστεύω κι εγώ ότι το «Invisible» θα μπορούσε να έχει ένα ευρύ κοινό. Μιλά για τη σχέση πατέρα-γιου, μιλά για τη θέση μας μέσα στον κόσμο και μιλά με μια καθαρά κινηματογραφική γλώσσα, μακριά από απλοϊκές αναφορές στην γύρω πραγματικότητα. Αυτός είναι άλωστε κι ο λόγος που λειτουργεί το ίδιο δυνατά και σε κοινό εκτός Ελλάδος, μια και παρασύρει το θεατή σε ένα βαθύ κινηματογραφικό ταξίδι. Για μένα, αυτή είναι η μεγαλύτερη αρετή της ταινίας.
Πολιτική θα έλεγα ότι είναι η ταινία που στηρίζεται στο ψέμα. Απ’ αυτή την άποψη, οι πολιτικές ταινίες κυριαρχούν!
Τι απαντάς σε όσους πιστεύουν ότι ο κόσμος δεν θέλει να βλέπει ταινίες με την κρίση, αφού τη ζει καθημερινά;
Το «Invisible» δεν είναι μια ταινία για την κρίση. Οταν ο Αρης ρωτά τον άνθρωπο που θεωρεί υπεύθυνο της καταστροφής του αν τον βλέπει, εννοεί αν υπάρχει γι αυτόν, ή αν είναι αόρατος, ανύπαρκτος. Το ίδιο ερώτημα όμως βάζει στον ίδιο τον Αρη ο εξάχρονος γιος του. Πόσο αόρατοι είμαστε; Πόσο ερήμην μας έχει προαποφασιστεί η θέση μας στον κόσμο; Εδώ βρίσκεται το θέμα της ταινίας. Και απέναντι σ’ αυτό το ερώτημα τοποθετείται με τρόπο ενστικτώδη ο ήρωας αλλά και η ηθική της ίδιας της ταινίας.
Τι αφήνει αυτή η διαρκής κρίση σαν κατάλοιπο στο ελληνικό σινεμά; Μετά από τόσα χρόνια σινεμά πού βλέπεις να οδηγείται η ελληνική παραγωγή;
Η κρίση έχει κάνει ακόμη πιο δύσκολη την παραγωγή αλλά από την άλλη έχει απελευθερώσει δυνάμεις. Είναι παράδοξο εκ πρώτης αλλά γυρίζονται όλο και πιο πολλές ταινίες. Η ελληνική ταινία μόνο όταν είναι ικανή να συναντήσει και να μιλήσει σε ένα διεθνές κοινό, μπορεί να επιβιώσει μακροπρόθεσμα. Η αλήθεια είναι ότι μόνο τότε μπορούμε να μιλάμε για σινεμά. Το ίδιο ακριβώς ισχύει για κάθε εθνική κινηματογραφία.
Τι είναι «αόρατο» και όμως θα έπρεπε να ανοίξουμε τα μάτια μας διάπλατα για να το δούμε;
Αόρατοι είναι πολλοί παράλληλοι κόσμοι που υπάρχουν δίπλα μας. Αόρατη είναι η πραγματικότητά μας που τη μακιγιάρουμε με εύκολες βεβαιότητες για να μην αντικρύσουμε το πρόσωπό της.
Εδώ: https://www.youtube.com/watch?time_continue=2&v=1Fb9J1IIs60 το trailer της ταινίας

Λόγω παραχώρησης της αίθουσας, η προβολή -εκτάκτως- πραγματοποιείται ΠΕΜΠΤΗ (και όχι Τετάρτη) 30 Μαρτίου, 8.15μμ, ΤΥΠΕΤ
Σε όλους αρέσει να βυθιζόμαστε που και που σε ένα ταξίδι στην απόλυτη καθαρότητα των αναμνήσεων της παιδικής μας ηλικίας, να επιστρέφουμε στις πρωτογενείς πηγές των συγκινήσεων και των εμπειριών μας. Οι πρώτες επαναστάσεις, οι πρώτες αμφισβητήσεις, τα πρώτα όνειρα, το πρώτο τσιγάρο, η ελαφρότητα της παιδικής ψυχής, η ανεμελιά του παιδικού λάθους, η αίσθηση του παιχνιδιού στον δρόμο με την πάντα έτοιμη για σκανταλιές παρέα, κάτω από το εκτυφλωτικό φως του μεσημεριού, όταν οι μεγάλοι ησυχάζουν, κάποιας αναμνήσεις από παιδικά καλοκαίρια στη θάλασσα, σε ελαιώνες, δάση, ποτάμια και χωράφια, κάποιες μακρινές αισθήσεις, κάποιες «περιπέτειες» ή καλύτερα η αμηχανία και η γοητεία που έχουν τα πρώτα σκιρτήματα για το άλλο φύλο, αναδύονται από τα βάθη του υποσυνειδήτου, προσφέρουν κάθαρση και μας απομακρύνουν από τα συσσωρευμένα προβλήματα και την συναισθηματική φόρτιση της καθημερινότητας.

Με αυτό το κοινότοπο και λιτό υλικό από τα βιώματα της παιδικής του ηλικίας στο γενέθλιο τόπο του, τη Χίο, ο Δήμος Αβδελιώδης φτιάχνει το θρυλικό φιλμ «Το δέντρο που πληγώναμε», την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, μία από τις πλέον σπουδαίες και ποιητικές του ελληνικού και παγκόσμιου κινηματογράφου όλων των εποχών. Ιδιαίτερη, ιδιόμορφη, αντισυμβατική και αυθεντική, αγαπημένη κοινού και κριτικών, γεμάτη λυρισμό, ευαισθησία, δροσιά, αισιοδοξία και ουμανισμό, αντέχει στο χρόνο χάρη στην ειλικρίνεια, τον αυθορμητισμό και την αθωότητά της.

Έχει τιμηθεί με πάρα πολλά βραβεία σε όλο τον κόσμο, ανάμεσά τους με Ειδική Μνεία της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1986), Βραβείο Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ταινιών Νεότητας στο Φεστιβάλ Βερολίνου, Χρυσός Ελέφαντας Καλύτερης Ταινίας και Αργυρός Ελέφαντας Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Νέου Δελχί. Ήταν η Επίσημη ελληνική Συμμετοχή, στην Εβδομάδα Κριτικής του Φεστιβάλ Καννών (1987).

Η ταινία έχει τη δική της ιστορία να την ακολουθεί. Ήταν η μεγάλη έκπληξη στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1986), παρόλο που δεν είχε προκριθεί να προβληθεί στο διαγωνιστικό μέρος. Άλλωστε την εποχή αυτή κυριαρχούσαν ταινίες μεγαλόπνοων υπαρξιακών, ιστορικών και ιδεολογικών αναζητήσεων. Η απλότητα και η αμεσότητα του περιεχομένου και των ερμηνειών, η αναπόληση της μακάριας εποχής των παιδικών χρόνων κρίθηκε ταπεινή, αταίριαστη και κατώτερη να συγκριθεί με τις μεγάλες αφηγήσεις και τους μύθους της εποχής. Η οργή των θεατών για τον αποκλεισμό της την έφερε στο πληροφοριακό τμήμα, όπου αποθεώθηκε και αυτή και ο νεαρός, 34 χρόνων τότε, δημιουργός της.

Το 1960, σε ένα γραφικό χωριό της Χίου, τις τελευταίες μέρες της πριν κλείσουν τα σχολεία για τις καλοκαιρινές διακοπές η φιλία δυο αγοριών, της τετάρτης τάξης του Δημοτικού, κλονίζεται εξαιτίας μιας παρεξήγησης. Το σχολείο κλείνει και τα δυο παιδιά περνούν μεγάλο μέρος του καλοκαιριού χώρια. Ο ένας από αυτούς βοηθά τη μητέρα του στα μαστιχόδεντρα, ενώ ο άλλος προσπαθεί να ξεφύγει από μια αυταρχική μάνα, που πάντα βρίσκει αφορμές να τον κυνηγά με τον πλάστη στα σοκάκια του χωριού. Στη διάρκεια μιας τέτοιας καταδίωξης, τα δύο παιδιά θα συναντηθούν και πάλι, θα επανασυνδεθούν, η σχέση τους θα αποκατασταθεί και θα περάσουν μαζί το υπόλοιπο καλοκαίρι, ελεύθερα και μακριά από την αυταρχική παρουσία των γονιών και την τυραννία του δασκάλου τους. Στο διάστημα που θα είναι μαζί θα εξερευνήσουν τη φύση και θα ζήσουν μια πρωτόγνωρη για αυτά περιπέτεια επαφής με τον ήλιο, το νερό, το χρώμα, τα δέντρα, τα ζώα, τα πουλιά, τη θάλασσα, την Αγγελική.

Αλλά όπως όλα τα όμορφα πράγματα, έτσι και η ελευθερία τους τελειώνει και όχι με τον καλύτερο τρόπο. Τα λυτρωτικό κλάμα τους συμπίπτει χρονικά με τα εύγεστα δάκρυα των μαστιχόδεντρων που οι άνθρωποι «πληγώνουν» ή «κεντούν» για να πάρουν το πολύτιμο προϊόν τους, την μαστίχα. Το καλοκαίρι τελειώνει βιαστικά και η ενηλικίωση έρχεται νωρίτερα από όσο περίμεναν. Αν και πιέζονται να προσαρμοστούν σε μια πεζή, προσγειωμένη πραγματικότητα, αντίθετη με όσα πίστευαν έως τώρα, δεν θα σταματήσουν να κάνουν όνειρα και να προγραμματίζουν το μέλλον.

Ο Δήμος Αβδελιώδης κινηματογραφεί σαν σε ντοκιμαντέρ με τα δικά του εντελώς προσωπικά εκφραστικά μέσα, που δεν παραπέμπουν σε κανέναν άλλον Έλληνα ή ξένο σκηνοθέτη και φτιάχνει ένα φιλμ με παιδιά που δεν απευθύνεται μόνο σε παιδιά. Με λιτότητα και οικονομία, εικόνες αλήθειας και γνησιότητας, ερασιτέχνες ηθοποιούς που υπογραμμίζουν την αυθεντικότητα των καταστάσεων και πλάνα που μοιάζουν με πίνακες ζωγραφικής ισορροπεί με ζηλευτό τρόπο ανάμεσα στην ευαισθησία και τη σκληρότητα, τη δροσιά και το χιούμορ, στο γνωστό και άγνωστο, το οικείο και το μυστηριώδες, την τρυφερότητα και την ένταση και αποδίδει θαυμάσια το πέρασμα από την παιδική στην εφηβική ηλικία.

Ο διευθυντής φωτογραφίας και σκηνοθέτης Φίλιππος Κουτσαφτής φωτογραφίζει ποιητικά, όπως μόνον αυτός μπορεί, το ελληνικό επαρχιακό τοπίο και τη ζωή σε ένα απομακρυσμένο νησί του Αιγαίου, που απέχει ελάχιστα από την Τουρκία. Στο νοσταλγικό κλίμα της συμβάλει η μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου.

Ο κόσμος που περιγράφει η ταινία δεν υπάρχει πια. Τα μαστιχόδεντρα, οι ήμεροι σκίνοι, που παράγουν τη «Χία ρητίνη» σε μια περιοχή της νότιας Χίου που λέγεται «άσπρα και κόκκινα χώματα», αυτό το υπέροχο δώρο της φύσης που βοήθησε να επιβιώσουν οι κάτοικοι του νησιού για αιώνες, μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2012 και του 2016 καταστράφηκαν, σε κάποιες μάλιστα περιοχές κατά 90%. Όσο η φύση να κάνει τη δουλειά της και τα δέντρα να αναγεννηθούν εκ του μηδενός, φιλμ όπως «Το δέντρο που πληγώναμε» και «Η εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων» (Δήμος Αβδελιώδης, 1999) θα είναι εδώ να μας θυμίζουν πως ήταν κάποτε η ελληνική ύπαιθρος και να υπογραμμίζουν την ανάγκη να προστατεύουμε τη γη, πηγή πλούτου, έμπνευσης και πολιτισμού που μας έκανε όλους αυτό που είμαστε.

λλάδα 1986. Διάρκεια: 75’. Σκηνοθέτης: Δήμος Αβδελιώδης. Σενάριο: Δήμος Αβδελιώδης. Φωτογραφία: Φίλλιπος Κουτσαφτής. Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου. Ηθοποιοί: Γιάννης Αβδελιώδης, Νίκος Μειοτέρης, Μαρίνα Δεληβοριά, Τάκης Αγορής, Δήμος Αβδελιώδης, Κατερίνα Γεωργακώδη.

Γιατρός στο Χωριό

Δραματική κομεντί 2016 | Έγχρ. | Διάρκεια: 102'

Γαλλική ταινία, σκηνοθεσία Τομά Λιτλί με τους: Φρανσουά Κλιζέ, Μαριάν Ντενικούρ, Κριστόφ Οντέντ

Ο επαρχιακός γιατρός Ζαν-Πιέρ μαθαίνει ότι έχει καρκίνο και πρέπει να αφήσει για λίγο στην άκρη το υπερεντατικό πρόγραμμά του.

Χωρίς να δώσει τη συγκατάθεσή του, η μεσήλικη μαθητευόμενη Ναταλί έρχεται για να τον βοηθήσει, δοκιμάζοντας έτσι τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα του.

Μια γλυκόπικρη, αλλά προβλέψιμη αγροτική δραμεντί, από την οποία ξεχωρίζει η χημεία μεταξύ του πρωταγωνιστικού ντουέτου Φρανσουά Κλιζέ - Μαριάν Ντενικούρ.

Οι δύο έμπειροι ηθοποιοί παίζουν με χαρακτηριστική ερμηνευτική άνεση ένα υποδόριο ερωτικό παιχνίδι, που περισσότερο κυοφορείται παρά εκδηλώνεται.

Το τουρ στη γαλλική επαρχεία που έχει ετοιμάσει ο Τομά Λιλτί όμως δεν ξεπερνάει ποτέ τα όρια του σχήματος, ενώ πλαισιώνει τους πρωταγωνιστές με διάφανους χαρακτήρες και παραφορτώνει το (πάρα πολύ) στρωτό στόρι με κλισέ.

Ο κ. Βερντού από το Cine-Δράση!

Το μνημειώδες, κλασικό και καθηλωτικό αριστούργημα του Charles Chaplin - Τετάρτη 22 Μαρτίου 8:15΄μμ, στο ΤΥΠΕΤ

Ένα μνημειώδες, κλασικό και καθηλωτικό αριστούργημα που κοσμεί τις λίστες των καλύτερων ταινιών όλων των εποχών. Μια σπάνια ψυχαγωγική ταινία, που συνδυάζει νουάρ στοιχεία, κοινωνική κριτική, μαύρη σάτιρα και συγκλονιστική τραγωδία.

Πίσω από τη δημιουργία του κρύβονται δύο αληθινές ανθρώπινες ιστορίες. Η μία αφορά τον Γάλλο κατά συρροή δολοφόνο Henri Désiré Landru και η άλλη τον ίδιο τον Charles Chaplin.

Ο Landru, στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μέχρι το1919 σκότωσε 10 γυναίκες και τον έφηβο γιο μιας από αυτές, τις οποίες αφού είχε γνωρίσει βάζοντας αγγελίες στις εφημερίδες, στη συνέχεια εξαπατούσε και αφού αποκτούσε πρόσβαση στα περιουσιακά τους στοιχεία τις σκότωνε και έκαιγε τα πτώματα τους στον φούρνο του.

Χωρίς πτώματα, τα θύματα καταχωρούνταν ως αγνοούμενες, συνεπώς ήταν αδύνατο για την αστυνομία να βρει τι ακριβώς τους είχε συμβεί. Η κατάσταση περιπλεκόταν περισσότερο από τις μεθόδους του δολοφόνου, που χρησιμοποιούσε μια μεγάλη ποικιλία ψευδωνύμων στις απάτες του και για να μην μπερδεύεται κρατούσε βιβλίο όπου κατέγραφε την ταυτότητα με την οποία επικοινωνούσε με κάθε ένα συγκεκριμένο θύμα του. Το 1919 η επιμονή της αδελφής ενός από τα θύματα να βρει την εξαφανισμένη οδήγησε την αστυνομία στα ίχνη του και την αποκάλυψή του.

Ο δολοφόνος το 1921 δικάστηκε για τους 11 φόνους και την εξαπάτηση άλλων 300 γυναικών, κρίθηκε ένοχος για όλες τις κατηγορίες και καταδικάστηκε σε θάνατο δια αποκεφαλισμού. Μια τέτοια ιστορία δεν μπορούσε παρά να εμπνεύσει τον κινηματογράφο και γυρίστηκε πολλές φορές ταινία. Η πλέον επιτυχημένη από αυτές είναι πανθομολογουμένως η ταινία του Chaplin, «Monsieur Verdoux» (1947). Η αρχική ιδέα του σεναρίου ανήκει στο δαιμόνιο παιδί του Χόλυγουντ Orson Welles, που ζήτησε από Chaplin να υποδυθεί τον Landru.

Αλλά αυτός, καθώς ήταν τελειομανής και ήθελε να παίζει μόνο σε δικές του ταινίες, αγόρασε το σενάριο από τον Welles (του οποίου το όνομα μνημονεύεται μόνον στους τίτλους αρχής) και την γύρισε ο ίδιος τροποποιώντας λίγο το θέμα. Έτσι το φιλμ διηγείται την ιστορία του Verdoux, ενός μέσου ανθρωπάκου, φιλήσυχου τραπεζίτη, που παρόλη την πίστη του στην επιχείρηση, την τιμιότητα και την ικανότητα στη δουλειά απολύεται μετά από 30 χρόνια απασχόλησης. Χωρίς πόρους, θα ψάξει απεγνωσμένα να βρει τρόπο να εξασφαλίσει στην οικογένεια του το επίπεδο ζωής που είχε όσο αυτός δούλευε.

Όταν οι νόμιμοι δρόμοι εξαντλούνται στρέφεται στην παρανομία, οργανώνοντας ένα ευφυέστατο σχέδιο μέσω του οποίου γνωρίζει εύπορες χήρες, τις οποίες παντρεύεται και στη συνέχεια δολοφονεί και κληρονομεί. Ο Τσάπλιν σκηνοθετεί την ταινία 3 χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μέσα σε ένα έντονα αρνητικό κλίμα σε βάρος του και ενώ διάφοροι συντηρητικοί πολιτικοί ζητούν την απέλασή του (είχε γεννηθεί στην Αγγλία).

Ο ίδιος έχει καταλήξει στο απαισιόδοξο συμπέρασμα ότι τίποτα στην ανθρωπότητα δεν πρόκειται να αλλάξει ουσιαστικά προς το καλύτερο. Εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι είχε απόλυτο δίκιο. Οι ισχυροί του κόσμου έγιναν ισχυρότεροι σε πλούτο και δύναμη, εκμεταλλευόμενοι όλο και σκληρότερα τους εργαζόμενους που αγωνίζονται, όσο αγωνίζονται για μια καλύτερη, ανέφικτη όμως, ζωή.

Οι πολεμικές βιομηχανίες συνεχίζουν την παραγωγή όπλων μαζικής καταστροφής, το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, το τραπεζικό και χρηματιστηριακό κεφάλαιο εξακολουθούν να είναι οι πραγματικοί κυβερνήτες του κόσμου. Έτσι με αφορμή την ιστορία αυτού του Κυανοπώγωνα, ασκεί σκληρότατη κριτική στην πολιτική των ΗΠΑ. Ο ίδιος ο Verdoux πιστεύει ότι για τα εγκλήματα του έχει μια πολύ καλή δικαιολογία: πρέπει να δολοφονεί για να επιβιώνει.

Όπως λέει στο δικαστήριο «Καταδικάζετε εμένα ενώ εσείς έχετε σκοτώσει χιλιάδες ανθρώπους με τα όπλα μαζικής καταστροφής, μπροστά σε σας είμαι ένας ερασιτέχνης» ή «Ένας φόνος κάνει κάποιον κακοποιό, ενώ εκατομμύρια φόνοι σε αναγάγουν σε ήρωα. Οι αριθμοί αγιοποιούν!». Αλλά βρισκόμαστε στην αρχή της εποχής του Ψυχρού Πολέμου. Η Αμερική δεν είναι διατεθειμένη να δεχτεί κανενός είδους κριτική για την πολιτική της. Αντίθετα μέσω της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Υποθέσεων του γερουσιαστή Μακάρθι, όποιος αρθρώνει κριτικό λόγο ή έστω έχει αρνητικές σκέψεις κατηγορείται ως εχθρός του έθνους, χαρακτηρίζεται ως κομμουνιστής, συνοδοιπόρος και πράκτορας της Μόσχας και όταν δεν καταδικάζεται ως προδότης σε θάνατο (ζεύγος Ρόζενμπεργκ), μπαίνει στη Μαύρη Λίστα, καταδιώκεται, χάνει δουλειά, φίλους, οικογένεια κοκ.

Οι εφημερίδες και οι κριτικοί πλήρως ταυτισμένοι με την κυρίαρχη πολιτική, τρομαγμένοι μπροστά στην αναρχική εκδοχή του Βερντού που δημιουργεί ο Τσάπλιν, γράφουν καταδικαστικές κριτικές, μια μάλιστα αποκαλεί το φιλμ «προσβολή της ευφυΐας». Ιδιοκτήτες κινηματογραφικών αιθουσών πιέζονται να μην την προβάλλουν και έτσι εξελίσσεται σε παταγώδη εμπορική αποτυχία. Σύμφωνα με τον Βασίλη Ραφαηλίδη «...ο κ.Βερντού είναι ένας Σαρλώ μεταμφιεσμένος: Ο τύπος του αλήτη Σαρλώ δεν είναι παρά το σύμβολο του μονίμως εξεγερμένου νοσταλγού μιας λευτεριάς χωρίς όρια, το άψογο μοντέλο του εκτός Νόμου που, ωστόσο, καταφέρνει πάντα και επιβιώνει χάρις σ’ έναν εγωισμό τροφοδοτούμενο από το ένστικτό της με κάθε τρόπο επιβίωσης, κι έναν απεριόριστο κυνισμό που τον βοηθάει να υπερπηδάει τα φράγματα που στήνουν στη ζωή οι πονηροί ηθικολόγοι».

Και συνεχίζει: «Αυτό που λιγότερο απασχολεί εδώ τον Τσάπλιν... δεν είναι ο μεμψίμοιρος κλαυθμυρισμός του ηθικολόγου ή οι περίτεχνες πιρουέτες του ψυχαναλυτή, αλλά η πέρα και πάνω κι απ’ την ηθική κι απ’ την ψυχολογία κατάδειξη της λογικής του εγκλήματος (όχι του εγκληματία): Η εντιμότητα δεν είναι παραγωγική και οι νόμοι της συσσώρευσης του κεφαλαίου απέχουν έτη φωτός και απ’ την ηθική και απ’ την ψυχολογία. Το αν, για να πετύχει κανείς τη συσσώρευση σκοτώνει αργά (κεφαλαιούχοι) ή γρήγορα (δολοφόνοι) είναι, απλούστατα, θέμα ποσοτικής κλιμάκωσης και καθόλου ποιοτικής διαβάθμισης.

Και οι δυο (κεφαλαιούχος και δολοφόνος) είναι το ίδιο εγκληματίες. Ωστόσο, το «νόμιμο»έγκλημα προτείνεται σαν «ιδανικό» και δοξολογείται σ’ όλους τους τόνους ενώ για το «παράνομο» οι αγχόνες είναι μόνιμα στημένες.» Με αυτή την ταινία ο Τσάπλιν αναποδογυρίζει ολόκληρο τον κόσμο του γελωτοποιού, αλητάκου Σαρλώ που τον είχε κάνει αγαπητό στην Αμερική και αστραπιαία από μάγος γίνεται απόβλητος. Το 1952, ταξιδεύοντας προς το Λονδίνο το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ του αφαιρεί τη βίζα, στερώντας του το δικαίωμα επιστροφής. Έκτοτε ζει μέχρι το θάνατο του (1977) στην Ελβετία. Δεν επιστρέφει στις ΗΠΑ παρά μόνον για ελάχιστο το 1972, για να παραλάβει το τιμητικό Όσκαρ για τη συνολική προσφορά του στον κινηματογράφο.

Η ταινία ξαναπροβλήθηκε μόλις το 1964, γνώρισε τεράστια επιτυχία και σταδιακά πήρε τη θέση της στην ιστορία του σινεμά ως «η κατ΄ εξοχήν τραγωδία του αιώνα μας» και η κορυφή του συνόλου του έργου του Chaplin. Παραμένει ακόμα και σήμερα επίκαιρη, γεγονός που οφείλεται όχι τόσο στην προνοητική πολιτική της τοποθέτηση, όσο στην αντιηρωική της στάση. Ο σκηνοθέτης στην ερμηνεία του, σαν δολοπλόκος και φιλόσοφος δολοφόνος, είναι εξαιρετικός, το ίδιο και οι ηθοποιοί που τον πλαισιώνουν, διαμορφώνοντας ένα υπέροχο αποτέλεσμα, με πνευματώδεις διάλογους.

Το φιλμ προτάθηκε για Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου. Κέρδισε τη Γαλάζια Κορδέλα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας (Τόκιο, 1953), το Βραβείο καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας Bodil (Δανία, 1949) και το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας από το National Bord of Reveur. ΗΠΑ, 1947. Διάρκεια: 124΄.

Σκηνοθεσία: Charles Chaplin. Σενάριο: Charles Chaplin, βασισμένο σε μια ιδέα του Orson Welles.

Πρωταγωνιστούν: Charles Chaplin, Mady Correll, Allison Roddan.

Page 1 of 9