Κυρ 9 Απρ 2017 06:32:50 μμ

 

ΕλΣ.Ολ 476/2016

Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) - Υπολογισμός εισοδημάτων - Εισοδηματικά κριτήρια -.

Κρίση στην επίδικη περίπτωση ότι ορθά διακόπηκε η καταβολή του επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) σε συνταξιούχο, η οποία είχε εισόδημα από ακίνητα ύψους 6.650,00 ευρώ και από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά (πολεμική σύνταξη) ύψους 4.825,39 ευρώ και, συνεπώς, το συνολικό ετήσιο ατομικό καθαρό εισόδημά της, ύστερα από την προβλεπόμενη από το νόμο έκπτωση εισοδήματος λόγω αναπηρίας (ύψους 1.900,00 ευρώ), ανέρχονταν στο ποσό των 9.575,39 ευρώ.

Απόφαση 476/2016

ΣΕ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2015, με την εξής σύνθεση: Νικόλαος Αγγελάρας, Πρόεδρος, Ιωάννης Σαρμάς, Σωτηρία Ντούνη, Χρυσούλα Καραμαδούκη και ʼννα Λιγωμένου, Αντιπρόεδροι, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Σταμάτιος Πουλής, Αγγελική Μυλωνά, Αγγελική Μαυρουδή, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δημήτριος Τσακανίκας και Βασιλική Προβίδη, Σύμβουλοι. Επίσης μετείχαν οι Σύμβουλοι Θεολογία Γναρδέλλη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Βασιλική Σοφιανού και Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου ως αναπληρωματικά μέλη. Γραμματέας η Ελένη Αυγουστόγλου.

Γενικός Επίτροπος Επικρατείας: Αντώνιος Νικητάκης Επίτροπος Επικρατείας, κωλυομένου του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Μιχαήλ Ζυμή.

Για να δικάσει την από 22 Οκτωβρίου 2012 (αριθμ. κατάθ. 159/22-10-2012) για αναίρεση της 1778/2012 αποφάσεως του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αίτηση της... η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Μουτζούρη (Δ.Σ.Α. 9999),

κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, που παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Ι’ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου απορρίφθηκε η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 1887/2007 πράξης του Α΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της.

Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, που ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και

Τον Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε, επίσης, την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντα τα τακτικά μέλη που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τον Πρόεδρο Νικόλαο Αγγελάρα που αποχώρησε από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας, πλην όμως εγκύρως λαμβάνεται η απόφαση του Δικαστηρίου κατά την παρούσα διάσκεψη κατά την ομόφωνη γνώμη των Δικαστών χωρίς την παρουσία του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 παρ. 2 του ν. 4129/2013 και 78 παρ. 2 του π.δ. 1225/1981. Η Αντιπρόεδρος Σωτηρία Ντούνη και ο Σύμβουλος Κωνσταντίνος Κωστόπουλος απουσίασαν λόγω κωλύματος και για τη νόμιμη συγκρότηση της Ελάσσονος Ολομέλειας, στη διάσκεψη μετείχαν επίσης οι Σύμβουλοι Θεολογία Γναρδέλλη και Κωνσταντίνος Εφεντάκης (αναπληρωματικά μέλη).

ʼκουσε την εισήγηση του Συμβούλου Σταματίου Πουλή και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το νόμο

1. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 1778/2012 οριστικής αποφάσεως του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για τη συζήτηση της οποίας καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο (σχ. 2882424 σειράς Α΄ έντυπο γραμμάτιο του Δημοσίου), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως. Επομένως, αφού τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί κατά το βάσιμο των λόγων αυτής κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.

2. Με την 1887/2007 πράξη του Α' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου απορρίφθηκε ένσταση της ήδη αναιρεσείουσας κατά του από 31-5-2006 εγγράφου του Διευθυντή της 46ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με το οποίο της γνωστοποιείτο η διακοπή της καταβολής του Επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (Ε.Κ.Α.Σ.) για το έτος 2006. Έφεση της ανωτέρω κατά της πράξης αυτής απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ήδη η αναιρεσείουσα με την ένδικη αίτησή της, όπως αυτή αναπτύσσεται με το παραδεκτώς κατατεθέν στις 18.5.2015 υπόμνημα, επιδιώκει την εξαφάνιση της προσβαλλομένης αποφάσεως και την καταβολή του ως άνω επιδόματος για το έτος 2006.

3. Με την από 29.8.1996 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Π.Ν.Π.), η οποία κυρώθηκε από το άρθρο 1 παρ. 2 του ν.2453/1997, θεσπίσθηκε το Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (Ε.Κ.Α.Σ.) με σκοπό την οικονομική ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων. Κατ ακολουθίαν δε του σκοπού αυτού, το εν λόγω νομοθέτημα διέλαβε ότι το ως άνω επίδομα το δικαιούνται εκείνοι εκ των συνταξιούχων των οποίων το ετήσιο καθαρό εισόδημα από συντάξεις, κύριες και επικουρικές, καθώς και το συνολικό ετήσιο ατομικό καθαρό εισόδημα δεν υπερβαίνει ορισμένο ύψος, το οποίο καθορίζεται, από 1ης Ιανουαρίου 2000, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (άρθ. 1 παρ. 2 του ν. 2768/1999). Με βάση την εξουσιοδοτική αυτή διάταξη, εκδόθηκε η 30168/0092/27.3.2006 ΚΥΑ (Β' 379), με την οποία αναπροσαρμόσθηκε για το έτος 2006 το ύψος των εν λόγω ποσών και ορίσθηκαν δε ειδικότερα τα εξής: «1. Τα ποσά που αναφέρονται στα εισοδηματικά κριτήρια της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.2768/1999 και λαμβάνονται υπόψη για την καταβολή του Ε.Κ.Α.Σ., αναπροσαρμόζονται για το έτος 2006, κατά περίπτωση, ως εξής: α. Το συνολικό ετήσιο καθαρό εισόδημα από συντάξεις, κύριες και επικουρικές ... στο ποσό των επτά χιλιάδων εκατόν εξήντα πέντε ΕΥΡΩ και εβδομήντα ένα λεπτών (7.165,71). β. Το συνολικό ετήσιο ατομικό καθαρό εισόδημα στο ποσό των οχτώ χιλιάδων τριακοσίων εξήντα ΕΥΡΩ (8.360,00). ...».

4. Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2768/1999 προσδιορίζονται τα ποσά που συνυπολογίζονται για τον καθορισμό του ύψους του ετήσιου καθαρού εισοδήματος από συντάξεις καθώς και του συνολικού ετήσιου ατομικού καθαρού εισοδήματος, διαλαμβάνεται δε ειδικότερα ότι τα πιο πάνω ποσά «αφορούν σε εισοδήματα που δηλώθηκαν με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του προηγούμενου οικονομικού έτους, εκείνου για το οποίο χορηγείται το Ε.Κ.Α.Σ., χωρίς τυχόν αναδρομικά άλλων ετών». Στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται: «Το ποσό Ε.Κ.Α.Σ. που καταβλήθηκε ... κατά το προηγούμενο έτος δεν λαμβάνεται υπόψη για την εξέταση της συνδρομής των εισοδηματικών κριτηρίων ...».

5. Εκ του σκοπού των επίμαχων διατάξεων (οικονομική ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων) και εκ του ότι η έννοια του συνολικού ετήσιου καθαρού εισοδήματος είναι έννοια που προσδιορίζεται κανονιστικώς στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, άρθ. 9 παρ. 1), συνάγεται αφενός μεν ότι ως συνολικό ετήσιο καθαρό εισόδημα νοείται το εισόδημα που προέρχεται από κάθε πηγή και υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, αφού αφαιρεθούν οι προβλεπόμενες από τις φορολογικές διατάξεις δαπάνες και μειώσεις, ανεξαρτήτως σε ποιό κωδικό της φορολογικής δηλώσεως τυγχάνει εγγραπτέο, αφετέρου δε ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την καταβολή του ΕΚΑΣ είναι όπως το εισόδημα του συνταξιούχου, ως αυτό κατά τα ανωτέρω προσδιορίζεται, μη υπερβαίνει τα καθοριζόμενα για το έτος αναφοράς εισοδηματικά κριτήρια, χωρίς να συνυπολογίζονται μόνο τα τυχόν αναδρομικά από προηγούμενα έτη που εισέπραξε ο συνταξιούχος καθώς και το ποσό του ίδιου του ΕΚΑΣ.

6. Στην υπό κρίση υπόθεση, το δικάσαν Τμήμα με την πληττόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Στην ήδη αναιρεσείουσα κανονίσθηκε, το έτος 1999, μηνιαία πολεμική σύνταξη, ως ανάπηρη, άγαμη θυγατέρα με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67%, θανόντος πολεμικού συνταξιούχου, που κατέστη διαρκώς ανίκανος συνεπεία τραυματισμού που οφείλετο στις εμφύλιες συγκρούσεις (ν.1863/1989). Με το Δ.Υ./31.5.2006 έγγραφο του Γενικού Διευθυντή Μισθών και Συντάξεων του Γ.Λ.Κ. της γνωστοποιήθηκε η διακοπή καταβολής του Ε.Κ.Α.Σ. για το έτος 2006, ενώ ένσταση της ανωτέρω κατά του εγγράφου αυτού απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη με την 1887/2007 πράξη του Α' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Τέλος, επί της ασκηθείσης από την ανωτέρω εφέσεως κατά της πράξης αυτής του Κλιμακίου, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη πράξη. Το δικάσαν Τμήμα απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, δεχθέν ότι όπως προέκυπτε από το εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2005, η ανωτέρω είχε εισόδημα από ακίνητα ύψους 6.650,00 ευρώ και από αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά (πολεμική σύνταξη) ύψους 4.825,39 ευρώ και, συνεπώς, το συνολικό ετήσιο ατομικό καθαρό εισόδημά της, ύστερα από την προβλεπόμενη από το νόμο έκπτωση εισοδήματος λόγω αναπηρίας (ύψους 1.900,00 ευρώ), ανέρχονταν στο ποσό των 9.575,39 ευρώ. Το ποσό δε αυτό υπερέβαινε το τιθέμενο, με την προαναφερόμενη ΚΥΑ του 2006, όριο των 8.360,00 ευρώ και συνεπώς δεν είχε δικαίωμα απολήψεως του ΕΚΑΣ για το έτος 2006, ενώ για τον προσδιορισμό του ετήσιου ατομικού εισοδήματος συνυπολόγισε το ποσό της πολεμικής συντάξεως (4.825,39 ευρώ).

7. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεχθέν τα ανωτέρω το δικάσαν Τμήμα ορθώς τις επίμαχες διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε, οι δε περί του αντιθέτου, καθ' ερμηνεία του δικογράφου, ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ότι από το συνολικό εισόδημά της πρέπει να αφαιρεθεί φόρος εισοδήματος ΄΄περίπου 20%΄΄ και ότι δεν πρέπει να συνυπολογισθεί, καθώς γράφεται σε χωριστό κωδικό στην φορολογική δήλωση, το εισόδημά της από την πολεμική σύνταξη είναι απορριπτέοι ο πρώτος ως αόριστος, άλλως και σε κάθε περίπτωση αμφότεροι ως νόμω αβάσιμοι. Τούτο διότι, όπως αναπτύχθηκε σε προηγούμενη σκέψη, για τον προσδιορισμό του συνολικού ετήσιου καθαρού εισοδήματος λαμβάνεται υπόψιν το εισόδημα που προέρχεται από κάθε πηγή και υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, μη συνυπολογιζομένων αποκλειστικώς και μόνο των τυχόν αναδρομικών από προηγούμενα έτη που εισέπραξε ο συνταξιούχος καθώς και του ποσού του ίδιου του ΕΚΑΣ.

8. Κατ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

9. Απορριπτομένης της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να διαταχθεί η κατάπτωση υπέρ του Δημοσίου του παραβόλου που κατατέθηκε (άρθρ. 73 παρ. 4 του ν. 4129/2013).

Διά ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως. Και

Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου αναιρέσεως υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΑΡΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΠΟΥΛΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ

 

ΣτΕ 1445/2016

Πιλοτική δίκη - Δικαίωμα περιουσίας - Δικαίωμα ιδιωτικού και οικογενειακού βίου - Φορολογία εισοδήματος - Φορολογική κατοικία - Φορολόγηση συζύγων - Κατοικία - Κάτοικοι εξωτερικού -.

Έννοια της κατοικίας φυσικού προσώπου στην Ελλάδα, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 4172/2013. Για τη θεμελίωση της φορολογικής υποχρέωσης ενός φυσικού προσώπου, η φορολογική αρχή πρέπει να προβαίνει σε ειδικά αιτιολογημένη κρίση, αναφορικά με το εάν το πρόσωπο αυτό έχει κατοικία στην Ελλάδα. Βάσει των γενικότερων κοινωνικών και ηθικών αντιλήψεων της εποχής και ανάλογα με τα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα των συζύγων, είναι νοητή η χωριστή κατοικία των συζύγων. Σε περίπτωση που ένα έγγαμο φυσικό πρόσωπο δεν είναι υπόχρεο σε υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος στην Ελλάδα, επειδή δεν έχει φορολογική κατοικία σε αυτή, δεν τίθεται ζήτημα υποβολής κοινής δήλωσης φόρου εισοδήματος με τον ή τη σύζυγό του, αποκλειστικά και μόνο επειδή ο ή η σύζυγος είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας. Οι περιορισμοί που ανακύπτουν από τις τεχνικές ρυθμίσεις και τις δυνατότητες του συστήματος ηλεκτρονικής υποβολής των δηλώσεων φόρου εισοδήματος, δεν ασκούν επιρροή, γιατί το σύστημα αυτό θα πρέπει να προσαρμόζεται στους κανόνες της φορολογικής νομοθεσίας και να εξυπηρετεί τις ανάγκες της ορθής εφαρμογής της. Σύζυγοι με χωριστή κατοικία. Αλλοδαπός που ζει και εργάζεται στη Γερμανία, ενώ η σύζυγος (δικαστική λειτουργός) και το τέκνο τους κατοικούν στην Ελλάδα.

Αριθμός 1445/2016

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β'

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 11 Μαΐου 2016 με την εξής σύνθεση: Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β' Τμήματος, Ε. Νίκα, Σ. Βιτάλη, Κ. Νικολάου, Ι. Σύμπλης, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Ι. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β' Τμήματος.

Για να δικάσει την από 29 Φεβρουαρίου 2016 προσφυγή:

του ..., κατοίκου Erftstadt Γερμανίας (...), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Γρηγόριο Μέντη (Α.Μ. 16463), που τον διόρισε στο ακροατήριο,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Χρήστο Κοραντζάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

και κατά της υπ' αριθμ. 59/19.1.2016 απόφασης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών του άρθρου 63 του Ν. 4174/2013.

Η πιο πάνω προσφυγή εισάγεται στο Β' Τμήμα του Δικαστηρίου κατόπιν της από 24ης Μαρτίου 2016 πράξεως της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3900/2010 και της από 5ης Απριλίου 2016 πράξεως της Προέδρου του Β' Τμήματος.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Κ. Λαζαράκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του προσφεύγοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους προσφυγής και ζήτησε να γίνει δεκτή η προσφυγή και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, η κρινόμενη προσφυγή, που ασκήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Β' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α' 213), κατόπιν της από 24-3-2016 πράξης της οικείας Επιτροπής που δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες «ΤΑ ΝΕΑ» στις 11-4-2016 και «ΕΣΤΙΑ» στις 12-4-2016, καθώς και της από 5-4-2016 πράξης της Προέδρου του Β' Τμήματος περί ορισμού εισηγητή και δικασίμου ενώπιον της επταμελούς σύνθεσης αυτού, λόγω σπουδαιότητας.

2. Επειδή, ο ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις» όρισε στην παρ. 1 του άρθρου 1 αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 4055/2012 (Α' 51), ότι: «Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε τακτικού διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς επιτροπής, αποτελούμενης από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ' ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων [...], όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. [...] Η πράξη της Επιτροπής δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. [...] Μετά την επίλυση του ζητήματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης [...]». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον αίτημα διαδίκου να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας ένδικο βοήθημα ή μέσο αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων για τον λόγο ότι τίθεται με αυτό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύ κύκλο προσώπων, γίνει δεκτό από την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές τριμελή Επιτροπή, το Δικαστήριο αυτό εκδικάζει το ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφαρμόζοντας ως προς την πληρεξουσιότητα τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ/τος 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμου για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (Α' 8) και κατά τα λοιπά, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, τις ισχύουσες για το ένδικο βοήθημα ή μέσο οικείες διατάξεις (ΣτΕ 601/2012 Ολομ., 690/2013 7μ., 532/2015 Ολομ., 660/2016 7μ. κ.ά).

3. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, όπως συμπληρώνεται με το από 18-4-2016 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ο προσφεύγων ζητεί την ακύρωση της 59/19-1-2016 απόφασης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (Δ.Ε.Δ.) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η .../16-10-2015 ενδικοφανής προσφυγή του (άρθρου 63 ν. 4174/2013, Α' 170) κατά της 38086/9-9-2015 απάντησης του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Χ. επί της .../7-9-2015 δήλωσης επιφύλαξης που είχε διατυπώσει ως προς την ηλεκτρονικώς υποβληθείσα (αριθ. καταχ. .../27-8-2015) από κοινού με τη σύζυγό του δήλωση φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2014, κατά το μέρος που είχε δηλώσει στο μητρώο ως κατοικία του την κατοικία της συζύγου του (στον Χ. Αττικής) και είχε υποβάλει φορολογική δήλωση στη Δ.Ο.Υ. Χ. ενώ είναι κάτοικος Γερμανίας, ζητώντας την εκκαθάριση της εν λόγω δήλωσης, θεωρουμένων του ιδίου ως κατοίκου αλλοδαπής, της δε συζύγου του ως κατοίκου ημεδαπής. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη .../2015 απάντηση, ο προσφεύγων υποχρεούται ως φορολογικός κάτοικος Ελλάδος να δηλώσει το παγκόσμιο εισόδημά του, η δε - εκκαθαρισθείσα όπως υποβλήθηκε - δήλωση είναι ελλιπής και πρέπει να προσκομισθεί συμπληρωματική με τα εισοδήματά του στη Γερμανία και τον εκεί καταβληθέντα φόρο. Με την ως άνω πράξη της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 έγινε δεκτό αίτημα του προσφεύγοντος να εισαχθεί προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας η προσφυγή του, προκειμένου να κριθούν τα γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματα α) της ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 3, 4, 9 και 67 του ν. 4172/2013 "Φορολογία Εισοδήματος [...] και άλλες διατάξεις" (Α' 167) σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 1386 και 1387 του Αστικού Κώδικα καθώς και β) της συμφωνίας των εν λόγω διατάξεων του ν. 4172/2013 προς τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας περί αποφυγής της διπλής φορολογίας και αποτροπής της φοροδιαφυγής σε σχέση προς τον φόρο εισοδήματος, κεφαλαίου όπως και τον φόρο επιτηδεύματος (α.ν. 52/1967, Α' 134), αλλά και τις διατάξεις των άρθρων 4 και 21 του Συντάγματος (καθ' ο μέρος δεν προβλέπεται η υποβολή χωριστής φορολογικής δήλωσης μόνο από τον ένα σύζυγο, στην περίπτωση που οι σύζυγοι δεν συμβιώνουν και, συνεπώς, δεν έχουν κοινή κατοικία).

4. Επειδή, όπως έχει γίνει παγίως δεκτό (ΣτΕ 834/2010 Ολομ., 2062/1968 Ολομ. και 1802, 3829, 4603/2012, 2613-16/2009, 297280/2008, 368/2007, 1625/2001, 236/1998), καθ' ερμηνεία των άρθρων 1, 2, 63 παρ. 1, 285 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Α' 97), 1 και 73 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (π.δ. 331/1985, Α' 116) και 8 παρ. 4 του ν.δ. 4486/1965 (Α' 131), φορολογική διαφορά υπαγόμενη στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων γεννάται από ατομικές διοικητικές πράξεις, με τις οποίες είτε επιβάλλεται αμέσως φορολογικό βάρος ή φορολογική κύρωση είτε κρίνεται αντικείμενο ευθέως συναπτόμενο με συγκεκριμένη φορολογική ή συναφή υποχρέωση συνδεόμενη με φορολογητέα ύλη ατομικώς ορισμένη, η οποία αμφισβητείται εν όλω ή εν μέρει με την προσφυγή.

5. Επειδή, εν προκειμένω, η διαφορά που γεννάται από την προσβολή εκ μέρους του προσφεύγοντος της 59/2016 απόφασης του Προϊσταμένου Δ.Ε.Δ., στην οποία ενσωματώθηκε η 38086/2015 πράξη του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Χ., είναι φορολογική, καθόσον συνάπτεται με την επιβληθείσα στον προσφεύγοντα υποχρέωση να δηλώσει στην ελληνική φορολογική αρχή το παγκόσμιο εισόδημά του, ήτοι συγκεκριμένη φορολογική ύλη, και να της υποβάλει συμπληρωματική δήλωση φορολογίας εισοδήματος, για το φορολογικό έτος 2014, ως εκ τούτου δε το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, με το οποίο αμφισβητείται η νομιμότητα της πιο πάνω πράξης, αποτελεί προσφυγή ουσίας, η εκδίκαση της οποίας υπάγεται στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.

6. Επειδή, για την άσκηση προσφυγής επί φορολογικής διαφοράς, η οποία, όπως η ένδικη, δεν έχει (συγκεκριμένο) χρηματικό αντικείμενο (πρβλ. ΣτΕ 80/2012), οφείλεται παράβολο εκατό ευρώ κατά το άρθρο 277 παρ. 2 περ. α του Κ.Δ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 3900/2010. Ως εκ τούτου, εφ' όσον το συνολικώς καταβληθέν εν προκειμένω από τον προσφεύγοντα ποσό παραβόλου ανέρχεται σε εκατόν πενήντα ευρώ, πρέπει, ανεξαρτήτως της έκβασης της δίκης, να επιστραφεί σ' αυτόν το ποσό των πενήντα ευρώ, που καταβλήθηκε επιπλέον του νομίμου.

7. Επειδή, ο ν. 4172/2013 ορίζει στο άρθρο 1 (Πεδίο εφαρμογής) ότι «1. Ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε.) ρυθμίζει τη φορολογία του εισοδήματος: α) των φυσικών προσώπων, [...]», στο άρθρο 2 (Ορισμοί) ότι «Οι όροι που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε. έχουν την έννοια που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, εκτός εάν ο Κ.Φ.Ε. ορίζει διαφορετικά. Για τους σκοπούς του παρόντος νοούνται ως: α) «φορολογούμενος»: κάθε πρόσωπο που υπόκειται σε φόρο εισοδήματος, σύμφωνα με τον Κ.Φ.Ε., β) «πρόσωπο»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κάθε είδους νομική οντότητα, [.]», στο άρθρο 3 (Υποκείμενα του φόρου) ότι «1. Ο φορολογούμενος που έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα υπόκειται σε φόρο για το φορολογητέο εισόδημά του που προκύπτει στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, ήτοι το παγκόσμιο εισόδημά του που αποκτάται μέσα σε ορισμένο φορολογικό έτος [... ] 2. Ο φορολογούμενος που δεν έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα υπόκειται σε φόρο για το φορολογητέο εισόδημά του που προκύπτει στην Ελλάδα και αποκτάται μέσα σε ορισμένο φορολογικό έτος», στο άρθρο 4 (Φορολογική κατοικία) ότι «1. Ένα φυσικό πρόσωπο είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, εφόσον: α) έχει στην Ελλάδα τη μόνιμη ή κύρια κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του ή το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων ήτοι τους προσωπικούς ή οικονομικούς ή κοινωνικούς δεσμούς του ή β) είναι προξενικός, διπλωματικός ή δημόσιος λειτουργός παρόμοιου καθεστώτος ή δημόσιος υπάλληλος που έχει την ελληνική ιθαγένεια και υπηρετεί στην αλλοδαπή. 2. [όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4223/2013, Α' 287/31.12.2013] Ένα φυσικό πρόσωπο που βρίσκεται στην Ελλάδα συνεχώς για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τις εκατόν ογδόντα τρεις (183) ημέρες, συμπεριλαμβανομένων και σύντομων διαστημάτων παραμονής στο εξωτερικό, είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδος από την πρώτη ημέρα παρουσίας του στην Ελλάδα. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση φυσικών προσώπων που βρίσκονται στην Ελλάδα αποκλειστικά για τουριστικούς, ιατρικούς, θεραπευτικούς ή παρόμοιους ιδιωτικούς σκοπούς και η παραμονή τους δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες εξήντα πέντε (365) ημέρες, συμπεριλαμβανομένων και σύντομων διαστημάτων παραμονής στο εξωτερικό. Η παρούσα παράγραφος δεν αποκλείει την εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου», στο άρθρο 9 (Πίστωση φόρου αλλοδαπής) ότι «1. Εάν κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους ένας φορολογούμενος που έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα αποκτά εισόδημα στην αλλοδαπή, ο καταβλητέος φόρος εισοδήματος του εν λόγω φορολογούμενου, όσον αφορά στο εν λόγω εισόδημα, μειώνεται κατά το ποσό του φόρου που καταβλήθηκε στην αλλοδαπή για αυτό το εισόδημα. Η καταβολή του ποσού του φόρου στην αλλοδαπή αποδεικνύεται με τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. 2. Η μείωση του φόρου εισοδήματος που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο δεν δύναται να υπερβαίνει το ποσό του φόρου που αναλογεί για το εισόδημα αυτό στην Ελλάδα», στο δε άρθρο 67 (Υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων και καταβολή του φόρου), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του ν. 4223/2013 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ότι «1. Ο φορολογούμενος που έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του υποχρεούται να δηλώνει όλα τα εισοδήματά του, τα φορολογούμενα με οποιοδήποτε τρόπο ή απαλλασσόμενα, στη Φορολογική Διοίκηση ηλεκτρονικά. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η δήλωση αυτή μπορεί να υποβάλλεται στη Φορολογική Διοίκηση σε έγχαρτη μορφή. [...] 4. Οι σύζυγοι, κατά τη διάρκεια του γάμου, υποχρεούνται να υποβάλουν κοινή δήλωση για τα εισοδήματά τους στα οποία ο φόρος, τα τέλη και οι εισφορές που αναλογούν υπολογίζονται χωριστά στο εισόδημα καθενός συζύγου. Οι τυχόν ζημίες του εισοδήματος του ενός συζύγου δεν συμψηφίζονται με τα εισοδήματα του άλλου συζύγου. Υπόχρεος υποβολής δήλωσης είναι ο σύζυγος και για τα εισοδήματα της συζύγου του. Ειδικότερα οι σύζυγοι υποβάλλουν χωριστή φορολογική δήλωση, ο καθένας για τα εισοδήματά του, εφόσον: α. Έχει διακοπεί η έγγαμη συμβίωση κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης. Το βάρος της απόδειξης για τη διακοπή φέρει ο φορολογούμενος. β. Ο ένας από τους δύο συζύγους είναι σε κατάσταση πτώχευσης ή έχει υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση. [... ] 7. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ειδικότερα ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής, ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, οι εξαιρετικές περιπτώσεις για τις οποίες επιτρέπεται η μη ηλεκτρονική υποβολή της δήλωσης, καθώς και τα δικαιολογητικά ή άλλα στοιχεία τα οποία συνυποβάλλονται με αυτήν.».

8. Επειδή, για τη θεμελίωση της φορολογικής εξουσίας ενός κράτους προϋποτίθεται η ύπαρξη επαρκούς συνδετικού στοιχείου του φορολογουμένου με αυτό. Η κατοικία αποτελεί τέτοιο στοιχείο, στο οποίο στηρίζεται, κατά γενικό κανόνα, το διεθνές φορολογικό δίκαιο και, ιδίως, το πρότυπο της Σύμβασης του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) σχετικά με τη διπλή φορολόγηση, με σκοπό την κατανομή μεταξύ των κρατών της φορολογικής αρμοδιότητας. Το διεθνές φορολογικό δίκαιο και ιδίως το ως άνω πρότυπο Σύμβασης δέχεται ότι στο κράτος κατοικίας εναπόκειται κατ' αρχήν να φορολογεί συνολικώς τον υποκείμενο στον φόρο λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που είναι συμφυή με την προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση (πρβλ. ΔΕΚ, αποφάσεις της 14-2-1995, C-279/93, Schumacker, σκ. 32, 14-9-1999, C-391/97, Gschwind, σκ. 24, 12-12-2002, C-385/00, De Groot, σκ. 98). Ειδικότερα, στο πρότυπο της Σύμβασης του ΟΟΣΑ (άρθρο 4) προβλέπεται, για την περίπτωση που φυσικό πρόσωπο υπόκειται, κατά τη νομοθεσία εκάστου συμβαλλόμενου κράτους, σε (πλήρη) φορολογία σε αυτό και άρα είναι κάτοικος αμφοτέρων των συμβαλλομένων κρατών, ότι θεωρείται κάτοικος μόνο του κράτους στο οποίο διαθέτει - κατά τη διατύπωση του ως άνω προτύπου στις γλώσσες εργασίας του ΟΟΣΑ, αγγλική και γαλλική (βλ. Rules of Procedure of the Organisation, October 2013, άρθρa 27 - 28) -"permanent home available to him" ή "foyer d' habitation permanent", δηλαδή μόνιμη κατοικία [όπως, άλλωστε, αποδίδεται και στο άρθρο ΙΙ παρ. 1 περ. 4 υποπερ. β.αα της προμνημονευθείσας (σκ. 3) σύμβασης μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας ο όρος "permanent home available to him" του αυτού άρθρου του αγγλικού κειμένου αυτής), εάν δε διαθέτει τέτοια και στα δύο κράτη, θεωρείται κάτοικος του κράτους με το οποίο διατηρεί στενότερους προσωπικούς και οικονομικούς δεσμούς (κέντρο ζωτικών συμφερόντων) ["closer personal and economic relations-centre of vital interests", "liens personnels et economiques les plus etroits - centre des interets vitaux"] (ακολουθούν, περαιτέρω ιεραρχούμενα, άλλα κριτήρια). Με τον προαναφερόμενο ν.4172/2013 εισήχθη νέος Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος οι διατάξεις του οποίου, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση αυτού, «παρακολουθούν τις εξελίξεις στη διεθνή και ευρωπαϊκή οικονομική πραγματικότητα, λαμβάνοντας υπόψη τους ορισμούς που απορρέουν αφ' ενός από τους κανόνες του διεθνούς φορολογικού δικαίου (φορολογική κατοικία, τόπος πραγματικής διοίκησης, μόνιμη εγκατάσταση) [...] όπως αποτυπώνονται και στο Πρότυπο Σύμβασης του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης που εφαρμόζεται μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ κατά τη σύναψη των Συμβάσεων περί αποφυγής διπλής φορολογίας στο εισόδημα και στο κεφάλαιο». Συγκεκριμένα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην εν λόγω αιτιολογική έκθεση, με τις διατάξεις του άρθρου 3 του νέου Κ.Φ.Ε. «εισάγεται ο όρος φορολογική κατοικία στο ελληνικό δίκαιο προκειμένου να προσδιοριστούν τα υποκείμενα στον φόρο πρόσωπα, ακολουθώντας τα πρότυπα του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης», ενώ με τις διατάξεις του άρθρου 4 «αποσαφηνίζεται η έννοια και τα κριτήρια της φορολογικής κατοικίας. Ειδικότερα, ακολουθούνται τα διεθνή πρότυπα και κατευθυντήριες οδηγίες του ΟΟΣΑ, συμπεριλαμβανομένων των Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στόχος είναι να επιτευχθεί η κατά το δυνατόν οριζόντια και καθολική εφαρμογή ενιαίου πλαισίου, εκσυγχρονίζοντας το υφιστάμενο καθεστώς και υιοθετώντας και τις γενικές αρχές για την επιβολή του φόρου βάσει της αρχής του τόπου άσκησης της πραγματικής φορολογικής διοίκησης, κριτήριο το οποίο ακολουθείται σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο. Επιπλέον, με την παρούσα διάταξη και την αναλυτική παράθεση αναλυτικών κριτηρίων διασαφηνίζονται και επιλύονται περαιτέρω ζητήματα διπλής κατοικίας. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 4 καθορίζονται τα κριτήρια βάσει των οποίων ένα φυσικό πρόσωπο θεωρείται κάτοικος Ελλάδας. Τα κριτήρια αυτά είναι η μόνιμη ή κύρια κατοικία, η συνήθης διανομή και το κέντρο των προσωπικών, οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων [.].». Κατά την έννοια, λοιπόν, σύμφωνα με όλα τα προεκτιθέμενα, των διατάξεων των άρθρων 3 και 4 παρ. 1 του ν. 4172/2013, σε φόρο εισοδήματος στην Ελλάδα για το παγκόσμιο εισόδημά του, ήτοι για εκείνο που προκύπτει τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή, υπόκειται, μεταξύ άλλων, το φυσικό πρόσωπο το οποίο έχει την κατοικία του στην Ελλάδα, έχει δηλαδή σ' αυτήν μόνιμη και κύρια πραγματική εγκατάσταση, την οποία έχει καταστήσει, σύμφωνα με τη βούληση του, το κέντρο των εν γένει βιοτικών του σχέσεων και ζωτικών συμφερόντων (πρβλ. καθ' ερμηνεία του άρθρου 51 ΑΚ, ΣτΕ 259, 3254/2011, 1113/2008 κ.ά., ΑΠ 660/2015, 1730/2009 κ.ά.), το οποίο αποτελεί στοιχείο προσδιοριστικό της έννοιας της κατοικίας. Ως τέτοιο δε (δηλαδή ως στοιχείο προσδιοριστικό της έννοιας της κατοικίας) νοούμενο στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4172/2013 και όχι ως αυτοτελές κριτήριο προσδιορισμού της φορολογικής κατοικίας, το κέντρο των βιοτικών σχέσεων και ζωτικών συμφερόντων ενός φυσικού προσώπου υφίσταται εκεί όπου το πρόσωπο αυτό αναπτύσσει τους προσωπικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς δεσμούς του (βλ. άλλωστε τα διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική έκθεση για το «κέντρο των προσωπικών, οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων» - δίχως τη διάζευξη που έχει τεθεί στο κείμενο του νόμου - καθώς και για την κατά τα διεθνή πρότυπα και κατευθυντήριες οδηγίες του ΟΟΣΑ, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έννοια αυτού). Εξάλλου, προκειμένου να κριθεί εάν ένα φυσικό πρόσωπο έχει (ή πολλώ μάλλον μεταβάλλει την επί μακρόν διατηρούμενη από αυτό) κατοικία, πρέπει να συνεκτιμώνται όλα τα πρόσφορα στοιχεία (πρβλ. ΣτΕ 1948/1956, 3870/2002, 3973/2005, 1113/2008, 259/2011 κ.ά.), όπως ιδίως η ύπαρξη στέγης, η φυσική παρουσία του ίδιου, των μελών της οικογένειάς του (στην οποία δεν περιλαμβάνονται μόνον ο ή η σύζυγος και τα τέκνα αυτού), ο τόπος άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, ο τόπος των περιουσιακών συμφερόντων, ο τόπος των διοικητικών δεσμών με τις δημόσιες αρχές και φορείς (ασφαλιστικούς, επαγγελματικούς, κοινωνικούς), ο τόπος ανάπτυξης πολιτικών, πολιτισμικών ή άλλων δραστηριοτήτων. Συνεπώς, για τη θεμελίωση της προαναφερόμενης φορολογικής υποχρέωσης ενός φυσικού προσώπου, η φορολογική αρχή πρέπει να προβαίνει σε ειδικώς αιτιολογημένη κρίση αναφορικά με το εάν το πρόσωπο αυτό έχει κατοικία στην Ελλάδα, φέρουσα κατ' αρχήν και το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που τεκμηριώνουν, επαρκώς, ενόψει των συνθηκών, την ύπαρξή της. Συναφώς, το δικαστήριο της ουσίας, όταν εκδικάζει προσφυγή κατά πράξης περί της εν λόγω φορολογικής υποχρέωσης φυσικού προσώπου, οφείλει να ερευνήσει το ίδιο, κατ' ενάσκηση πλήρους δικαιοδοσίας, αν συντρέχει η αμφισβητούμενη πραγματική βάση της, δηλαδή η ύπαρξη ή μη κατοικίας αυτού στην Ελλάδα, και να κρίνει το ζήτημα, στο πλαίσιο δε αυτό, έχει την εξουσία, κατ' άρθρο 152 επ. του Κ.Δ.Δ., να διατάξει συμπλήρωση των αποδείξεων και, τελικώς, αν δεν βεβαιώνεται στον αναγκαίο βαθμό για τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, να αποφανθεί, αφού κατανείμει το βάρος αποδείξεως μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω, και ενόψει του ότι, βάσει των γενικότερων κοινωνικών και ηθικών αντιλήψεων της εποχής αλλά και ανάλογα με τα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα των συζύγων, είναι νοητή η χωριστή κατοικία αυτών (πρβλ. ήδη πριν από την κατάργηση με το άρθρο 2 του ν. 1329/1983, Α' 25, της κατ' άρθρο 55 ΑΚ νόμιμης κατοικίας της συζύγου, ΑΠ 163/1975 ΝοΒ11,1056, 229/1964, ΝοΒ 12,803, 835/1978, ΝοΒ 27,737, πρβλ. ομοίως ΔΕΚ, αποφάσεις της 16-5-2000, C-87/99, Zurstrassen, σκ. 19, 25-1-2007, C-329/05, Gerold Meindl, σκ. 28), σε περίπτωση που έγγαμο φυσικό πρόσωπο δεν είναι υπόχρεο σε υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος στην Ελλάδα, για τον λόγο ότι το ίδιο δεν έχει τη φορολογική κατοικία του σ' αυτήν, δεν τίθεται εν πάση περιπτώσει ζήτημα υποβολής κοινής δήλωσης φόρου εισοδήματος, κατ' άρθρο 67 παρ. 4 του ν. 4172/2013, με τον ή τη σύζυγό του, αποκλειστικώς και μόνον επειδή ο ή η σύζυγος πληροί τα κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του εν λόγω νόμου κριτήρια για να χαρακτηρισθεί φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, και τούτο ανεξαρτήτως αν η υποχρέωση υποβολής κοινής δήλωσης είναι ή όχι σύμφωνη με διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος. Εξάλλου, από την εξεταζόμενη άποψη δεν ασκούν επιρροή - υπό την έννοια ότι δεν συνεπάγονται υποχρέωση υποβολής κοινής δήλωσης - περιορισμοί τυχόν ανακύπτοντες από τις τεχνικές ρυθμίσεις και δυνατότητες του συστήματος της κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου 67 ηλεκτρονικής υποβολής των δηλώσεων φόρου εισοδήματος (μη πρόβλεψη στο εν λόγω σύστημα της δυνατότητας υποβολής δήλωσης από τον ένα μόνο σύζυγο, όταν ο άλλος δεν είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας), διότι το σύστημα αυτό θα πρέπει αντιθέτως να προσαρμόζεται στους κανόνες της φορολογικής νομοθεσίας και να εξυπηρετεί τις ανάγκες της ορθής εφαρμογής της και όχι η εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας να προσαρμόζεται στις δυνατότητες του συστήματος. Εξάλλου, δεν ασκεί επιρροή από την ανωτέρω άποψη η στην αυτή παρ. 1 του άρθρου 67 πρόβλεψη της δυνατότητας υποβολής έγχαρτης δήλωσης σε εξαιρετικές περιπτώσεις οριζόμενες κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 7 του ίδιου άρθρου (βλ., για το κρίσιμο φορολογικό έτος, άρθρο 1 παρ. 3 της ΠΟΛ 1088/2015 απόφασης της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων, Β' 763), εφόσον εν πάση περιπτώσει δεν έχει θεσπισθεί εξαίρεση από την υποχρέωση υποβολής ηλεκτρονικής δηλώσεως στην επίμαχη περίπτωση. Τέλος, σε περίπτωση που φυσικό πρόσωπο δεν θεωρείται, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 4172/2013, φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, δεν ανακύπτει ανάγκη διευθέτησης περίπτωσης διπλής κατοικίας και άρσης σύγκρουσης της φορολογικής εξουσίας της Ελλάδας και εκείνης άλλου κράτους, όπως εν προκειμένω της Γερμανίας, ώστε να βρίσκει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου ΙΙ παρ. 1 περ. 4 υποπερ. β της Σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας μεταξύ αυτών (α.ν. 52/1967). Ο Σύμβουλος Ιωάννης Σύμπλης διετύπωσε την ακόλουθη συγκλίνουσα άποψη: Η φορολογική εξουσία ανήκει στον σκληρό πυρήνα της κυριαρχίας κάθε ανεξάρτητου κράτους. Η κυριαρχική αυτή εξουσία δεν περιορίζεται, κατ' αρχήν από το γενικό διεθνές δίκαιο (με κάποιες εξαιρέσεις όπως αυτές που αφορούν τα προνόμια και τις ασυλίες των άλλων κυριάρχων κρατών). Κάθε κράτος ασκεί ελεύθερα και απεριόριστα την κυριαρχική του αυτή εξουσία στα πρόσωπα και τις δραστηριότητες που συνδέονται καθ' οιονδήποτε τρόπο και με οιονδήποτε δεσμό (επαγγελματικό, προσωπικό, περιουσιακό, φυσική παρουσία, ή ιθαγένεια) με την επικράτειά του, μέσα στα όρια που απορρέουν από την εθνική (τόσο την συνταγματική όσο και -για τα κράτη μέλη της ΕΕ- την ενωσιακή) έννομη τάξη του κάθε κράτους και των διεθνών υποχρεώσεων που έχει εκουσίως αναλάβει μέσω διμερών ή πολυμερών συμβάσεων, χωρίς την παραμικρή (πέραν ή επί πλέον αυτών που προαναφέρθηκαν) υποχρέωση του κάθε κράτους να λαμβάνει υπ όψη τις παράλληλες φορολογικές αξιώσεις άλλων κυριάρχων κρατών. Ακριβώς λόγω του εκ φύσεως εγωιστικού χαρακτήρα αυτής της κυριαρχίας, οι αξιώσεις κάθε κυρίαρχου κράτους, εφ' όσον δεν είναι εστερημένες ευλόγου ερείσματος δεν υποχωρούν μονομερώς, παρά μόνο μέσω αμοιβαία συμφωνημένης εναρμόνισης. Μέσα στα πλαίσια δε αυτά έχουν εκπονηθεί από διάφορους διεθνείς οργανισμούς κατευθυντήριες οδηγίες και «πρότυπες» συμβάσεις προς διευκόλυνση των διμερών διαπραγματεύσεων μεταξύ κυριάρχων κρατών που έχουν ως αντικείμενο την σύναψη μεταξύ τους συμφωνίας μέσω της οποίας αυτοπεριορίζουν και εναρμονίζουν την άσκηση της φορολογικής τους κυριαρχίας, προς αποτροπή συγκρούσεων (τέτοιες «πρότυπες» συμβάσεις είναι αυτή του ΟΟΣΑ για την αποφυγή της διπλής φορολογίας στο εισόδημα και στο κεφάλαιο καθώς και η αντίστοιχη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών). Πριν από την σύναψη τέτοιας διμερούς συμφωνίας δεν υπάρχει ούτε εναρμόνιση, ούτε υποχρέωση εναρμόνισης και κάθε κυρίαρχο κράτος ασκεί την κυριαρχία του αδέσμευτα και χωρίς να εξετάζει αν οι εθνικοί του κανόνες είναι σύμφωνοι με κάποια διεθνή (πλην μη νομικώς δεσμευτικά) πρότυπα, ή αν απολήγουν σε διπλή φορολόγηση. Μετά τη σύναψη τέτοιας σύμβασης, η φορολογική εξουσία του κάθε ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη οριοθετείται σε σχέση με την εξουσία του άλλου συμβαλλομένου κράτους αποκλειστικά με βάση όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ τους και όχι με βάση το εθνικό δίκαιο. Ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή παρέλκει, ως αλυσιτελής, η εξέταση και ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του εθνικού δικαίου, το οποίο δεν είναι εφαρμοστέο. Είναι κυρίαρχη δε απόφαση του κάθε κράτους με ποια άλλα κυρίαρχα κράτη επιθυμεί να εναρμονίσει την άσκηση της φορολογικής του κυριαρχίας και ποιών κρατών τις αξιώσεις δεν επιθυμεί να λάβει υπ' όψη, ούτε να τους δώσει προτεραιότητα έναντι των δικών του αξιώσεων. Εν προκειμένω, μεταξύ της Ελλάδος και της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Γερμανίας έχει συναφθεί τέτοια συμφωνία (σύμφωνα με τα τότε πρότυπα του ΟΟΣΑ) αποσκοπούσα στην αποφυγή της διπλής φορολογίας και στη θέσπιση κανόνων αμοιβαίας διοικητικής επικουρίας σχετικά προς τον φόρο εισοδήματος, τον φόρο κεφαλαίου και τον φόρο επιτηδεύματος. Η εν λόγω συμφωνία, η οποία υπεγράφη στις 18-4-1966 και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του α.ν. 52/1967 (Α' 134), οι δε διατάξεις της είναι αποκλειστικά εφαρμοστέες, καθ' όσον, προεχόντως για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί ανωτέρω, είναι ειδικές σε σχέση με τις γενικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (πρβλ. ΣΕ 4078 - 80/1997 7μ.), ορίζει στο άρθρο Ι αυτής ότι "1. Οι υπαγόμενοι εις την παρούσαν συμφωνίαν φόροι είναι: 1) Εν τη Ομοσπόνδω Δημοκρατία της Γερμανίας ο φόρος εισοδήματος, ο φόρος εταιρειών, ο φόρος κεφαλαίου, ο φόρος επιτηδεύματος (καλούμενοι εφεξής "φόροι της Ομοσπόνδου Δημοκρατίας"). 2) Εν τω Βασιλείω της Ελλάδος ο φόρος εισοδήματος επί φυσικών προσώπων και ο φόρος εισοδήματος επί νομικών προσώπων (καλούμενοι εφεξής "Ελληνικός φόρος"). στο δε άρθρο ΙΙ ότι "1. Εις την παρούσαν συμφωνίαν, εκτός εάν άλλως το κείμενον ορίζη: 1) Ο όρος "φόρος" σημαίνει τον φόρον της Ομοσπόνδου Δημοκρατίας της Γερμανίας ή τον ελληνικόν φόρον, ως το κείμενον ορίζει. 2) ο όρος "πρόσωπον" περιλαμβάνει τα άτομα και τας εταιρείας. 3) ... 4) α) Ο όρος "κάτοικος ενός εκ των Συμβαλλομένων Κρατών" σημαίνει παν πρόσωπον όπερ, συμφώνως προς τους νόμους του εν λόγω Κράτους, υπόκειται εις φορολογίαν εν τω Κράτει τούτω, λόγω κατοικίας του, διαμονής, έδρας διοικήσεως ή άλλου παρομοίου κριτηρίου. β) Εάν κατά τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου άτομον τι τυγχάνη κάτοικος αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Κρατών εφαρμόζονται οι επόμενοι κανόνες: αα) Θα θεωρήται ως κάτοικος του Συμβαλλομένου Κράτους εν τω οποίω έχει εις την διάθεσίν του μόνιμον κατοικίαν. Εάν έχη εις την διάθεσιν του μόνιμον κατοικίαν εις αμφότερα τα Συμβαλλόμενα Κράτη, θα θεωρήται ως κάτοικος του Συμβαλλόμενου Κράτους, εκείνου μετά του οποίου συνδέεται στενώτερον προσωπικώς και οικονομικώς (κέντρον ζωτικών συμφερόντων). ββ) Εάν το Συμβαλλόμενον Κράτος εις το οποίον έχει το κέντρον των ζωτικών του συμφερόντων δεν δύναται να καθορισθή ή εάν δεν διαθέτη μόνιμον κατοικίαν εις έν των δύο Συμβαλλομένων Κρατών θα θεωρήται ως κάτοικος εκείνου του Συμβαλλομένου Κράτους εν τω οποίω έχει συνήθη διαμονήν. γγ) εάν έχη συνήθη τόπον διαμονής εις αμφότερα τα Συμβαλλόμενα Κράτη ή εις ουδέν εξ αυτών θα θεωρήται ως κάτοικος του Συμβαλλομένου Κράτους του οποίου τυγχάνει υπήκοος. δδ) εάν είναι υπήκοος αμφοτέρων των Συμβαλλομένων Κρατών ή ουδενός εξ αυτών, αι αρμόδιαι αρχαί των Συμβαλλομένων Κρατών θα αποφασίζωσιν επί του ζητήματος δι' αμοιβαίας συμφωνίας. γ) ... 2. Εν τη εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης συμφωνίας υπό ενός των Συμβαλλομένων Κρατών πας όρος μη καθορισμένος κατ' άλλον τρόπον εν τη παρούση συμφωνία θεωρείται, εκτός αν άλλως το κείμενον ορίζη, ως έχων την έννοιαν ην έχει κατά τους ισχύοντας νόμους εν τω εν λόγω Κράτει εν σχέσει προς τους φόρους τους αποτελούντας το αντικείμενον της παρούσης συμφωνίας". Εν όψει των διατάξεων της ανωτέρω Συμβάσεως, εφ' όσον η Γερμανία, χώρα με την οποία η Ελλάδα έχει συνάψει σύμβαση περί αποφυγής διπλής φορολογίας, έχει ήδη ασκήσει την φορολογική της εξουσία και έχει χαρακτηρίσει ένα φυσικό πρόσωπο φορολογικό της κάτοικο, οι τυχόν φορολογικοί δεσμοί του προσώπου αυτού με την Ελλάδα εξετάζονται πλέον αποκλειστικά με βάση τα κριτήρια άρσεως της συγκρούσεως μεταξύ φορολογικών δικαιοδοσιών που καθορίζει η Σύμβαση μεταξύ των δύο χωρών. Έτσι, αν τα κριτήρια με βάση τα οποία, κατά την Σύμβαση, εξευρίσκεται το κέντρο των ζωτικών συμφερόντων του εν λόγω προσώπου, προσηκόντως συνεκτιμώμενα, δεν σχηματίζουν μια συγκλίνουσα δέσμη, δεν τίθεται ζήτημα προτεραιότητος του ενός κριτηρίου έναντι του άλλου, αν αυτό θα είχε ως συνέπεια κάποια από τα κριτήρια να τεθούν εκποδών, αλλά αντιθέτως η Ελληνική φορολογική αρχή (και το δικαστήριο της ουσίας) οφείλουν να δεχθούν ότι το κέντρο ζωτικών συμφερόντων του εν λόγω προσώπου δεν μπορεί να διαγνωσθεί για λόγους ουσιαστικού δικαίου (και όχι απλώς για λόγους απόδειξης) και να προχωρήσουν στην εφαρμογή των επομένων κριτηρίων της Σύμβασης.

9. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο προσφεύγων υπέβαλε ηλεκτρονικά για το φορολογικό έτος 2014 (ήτοι για εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1/1 έως 31/12/2014) την 156504/27-8-2015 κοινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος με τη σύζυγό του. Στην εν λόγω δήλωση αναγράφεται ως διεύθυνση κατοικίας του η οδός ... στον Χ. Αττικής, ως εξαρτώμενο μέλος, δε, ένα ανήλικο τέκνο. Στην ερώτηση «Υποβάλλεται δήλωση για πρώτη φορά» συμπληρώνεται η ένδειξη «ναι». Περαιτέρω, στη δήλωση αυτή δεν αναγράφονται εισοδήματα του ίδιου. Στην υποβληθείσα, αναφορικά με τη δήλωση αυτή, επιφύλαξη ο προσφεύγων εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι είναι Γερμανός υπήκοος, γεννηθείς την 26.09.1974 στην Κολωνία της Γερμανίας, με αριθμό δελτίου ταυτότητος ..., ζει και εργάζεται μόνιμα ως αρχιτέκτων μηχανικός στη Γερμανία και ειδικότερα στην πόλη Erftstadt, ..., ως εκ τούτου δε είναι κάτοικος Γερμανίας και κατά την έννοια της διάταξης της παρ. 4 του άρθρου II της Συμφωνίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας περί αποφυγής της διπλής φορολογίας. Ότι προκειμένου να πραγματοποιήσει μεμονωμένες συναλλαγές στην Ελλάδα ως επισκέπτης (τουρισμός) ζήτησε στις 29.10.2009 την απόδοση ΑΦΜ από τη Δ.Ο.Υ. κατοίκων εξωτερικού. Ότι, ακολούθως, στις 28.08.2010 συνήψε γάμο με τη δικαστική λειτουργό..., με την οποία στις 27.07.2012 απέκτησαν τέκνο, το οποίο ζει με τη σύζυγό του στον Χ. Αττικής, ούτε όμως πριν ούτε μετά τον γάμο και τη γέννηση του τέκνου του εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, όπου δεν κατέχει περιουσία ούτε αποκτά εισοδήματα, αλλά διατήρησε τη μόνιμη κατοικία του στη Γερμανία, εργαζόμενος ως ελεύθερος επαγγελματίας (αρχιτέκτων μηχανικός), ενώ δεν έχει ούτε συνήθη διαμονή στην Ελλάδα, δεδομένου ότι δεν επισκέπτεται την οικογένειά του για διάστημα μεγαλύτερο των 183 ημερών ανά δωδεκάμηνο. Ότι, ως εκ τούτου, δεν απέκτησαν με τη σύζυγό του κοινή κατοικία ούτε στην Ελλάδα ούτε στη Γερμανία, προκειμένου όμως να γίνει δεκτή από το σύστημα TAXIS δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2014 από τη σύζυγό του, αναγκάσθηκε να δηλώσει στις 18-8-2015 στη Δ.Ο.Υ. Χ. ως κατοικία του εκείνη της συζύγου του. Κατόπιν αυτών επιφυλάχθηκε κατά το μέρος που είχε δηλώσει στο μητρώο ως κατοικία του την κατοικία της συζύγου του και είχε υποβάλει τη φορολογική τους δήλωση στη Δ.Ο.Υ. Χ. ενώ είναι κάτοικος Γερμανίας και θα έπρεπε να την υποβάλει στη Δ.Ο.Υ. κατοίκων εξωτερικού, ζήτησε δε να εκκαθαρισθεί η φορολογική δήλωση, θεωρουμένων του ιδίου ως κατοίκου αλλοδαπής, της δε συζύγου του ως κατοίκου ημεδαπής. Με την επιφύλαξη υπέβαλε και αίτηση για την εφαρμογή της Σύμβασης αποφυγής της διπλής φορολογίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας, στην οποία ενσωματώνεται "πιστοποιητικό της φορολογικής αρχής της χώρας κατοικίας του δικαιούχου του εισοδήματος" της ..., με ημερομηνία 6-8-2015, όπου πιστοποιείται ότι ο προσφεύγων ήταν κατά το έτος 2014 κάτοικος Γερμανίας κατά την έννοια των διατάξεων της Σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας. Με την 38086/9-9-2015 πράξη του ο Διευθυντής της Δ.Ο.Υ. Χ., επικαλούμενος τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 9 και 67 παρ. 4 του ν. 4172/2013, απήντησε στην επιφύλαξη του προσφεύγοντος «με αίτημα την εκκαθάριση της δήλωσής του χωρίς να συμπεριλάβει τα δικά του εισοδήματα ως αρχιτέκτονα στη Γερμανία» ότι ως έγγαμος υποχρεούται να υποβάλει κοινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2014 με τη σύζυγό του, η οποία είναι δημόσιος λειτουργός, οπότε θεωρούνται αμφότεροι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδος και πρέπει να δηλώσουν το παγκόσμιο εισόδημά τους, ότι κατόπιν αυτών έγινε εκκαθάριση της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (με τη συνημμένη από 10-9-2015 πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου), όπως αυτή υποβλήθηκε ηλεκτρονικά, αυτή όμως είναι σύμφωνα με τον νόμο ελλιπής και θα πρέπει να προσκομισθεί συμπληρωματική δήλωση με τα εισοδήματά του ως αρχιτέκτονα στη Γερμανία καθώς και τον φόρο που έχει καταβάλει εκεί. Κατά της πράξης αυτής που του κοινοποιήθηκε στις 18-9-2015 (βλ. σχετική σημείωση επ' αυτής, καθώς και όσα ιστορούνται στην κρινόμενη προσφυγή) ο προσφεύγων άσκησε εμπροθέσμως την 42920/16-10-2015 ενδικοφανή προσφυγή του άρθρου 63 του ν. 4174/2013, με την οποία επανέλαβε όσα είχε ισχυρισθεί και με την επιφύλαξη παραπονούμενος για ανεπαρκή αιτιολογία και εσφαλμένη ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων. Με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Προϊσταμένου της Δ.Ε.Δ. απορρίφθηκε η προσφυγή. Η απόφαση αυτή εξαντλείται σε παράθεση σύντομου ιστορικού και σειράς διατάξεων (των άρθρων 3, 4, 9, 67 παρ. 4 του ν. 4172/2013, ΧΧ παρ. 1 της Σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας, καθώς και της ΠΟΛ 1260/2014 της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων σχετικά με τη φορολογική κατοικία) χωρίς καμία ειδικότερη κρίση επί των προβληθέντων με την ενδικοφανή προσφυγή ισχυρισμών του προσφεύγοντος.

10. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε, ο προσφεύγων υπέβαλε κοινή δήλωση φόρου εισοδήματος με τη σύζυγό του, κάτοικο ημεδαπής, διατυπώνοντας επιφύλαξη με την οποία ζήτησε να γίνει εκκαθάριση της υποβληθείσας δήλωσης θεωρουμένων του ίδιου ως κατοίκου αλλοδαπής, της δε συζύγου του ως κατοίκου ημεδαπής. Προς τούτο, δε, συνυπέβαλε αίτηση για την εφαρμογή της Σύμβασης αποφυγής διπλής φορολογίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας με ενσωματωμένο πιστοποιητικό της για το ότι αυτός ήταν κατά το έτος 2014 κάτοικος Γερμανίας κατά την έννοια των διατάξεων της εν λόγω Σύμβασης. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη πράξη, καθώς και την ενσωματωθείσα σ' αυτήν απάντηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Χ., η επιφύλαξη του προσφεύγοντος απορρίφθηκε κατ' ουσίαν για τον λόγο ότι αυτός διαθέτει κατοικία στην Ελλάδα, μια και σ' αυτήν κατοικούν η σύζυγος και το τέκνο του, συντρέχουν δηλαδή δεσμοί (οικογενειακή εστία), που, όπως υποστηρίζεται και με το έγγραφο των απόψεων της Διοίκησης προς το Δικαστήριο, υπερισχύουν των σχέσεών του με τη Γερμανία, όπου ο τόπος της επαγγελματικής του εγκατάστασης και το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων. Η ανωτέρω κρίση της φορολογικής αρχής εξηνέχθη, κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 περ. α του ν. 4172/2013, απλώς κατ' επίκληση της κατοικίας της συζύγου και του τέκνου του προσφεύγοντος στην Ελλάδα, ήτοι στοιχείων που δεν είναι, αυτά μόνα, καθοριστικά και επαρκή για την τεκμηρίωση της ύπαρξης κατοικίας του προσφεύγοντος στην Ελλάδα, κατά το φορολογικό έτος 2014, χωρίς να συνεκτιμηθούν όλα τα ως άνω αναφερόμενα στη σκέψη 8 νόμιμα κριτήρια για την ύπαρξη κατοικίας στην Ελλάδα, ενόψει των ισχυρισμών και των αποδεικτικών στοιχείων που της έθεσε υπόψη ο προσφεύγων (όπως, ιδίως, το από 6-8-2015 πιστοποιητικό της , περί της ιδιότητάς του ως κατοίκου Γερμανίας). ʼλλωστε, η φορολογική αρχή παραδέχεται ότι ο προσφεύγων είχε, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, τον τόπο της επαγγελματικής του εγκατάστασης και κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων στη Γερμανία, τούτο δε επιβεβαιώνεται και από τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία που έχει προσκομίσει ο προσφεύγων: α) επικυρωμένο από δικηγόρο φωτοαντίγραφο από το πρωτότυπο του από 6-8-2015 πιστοποιητικού για φορολογικές υποθέσεις της Δημοσιονομικής Διοίκησης Νόρντχαϊν -Βεστφάλεν, Μπρυλ, προς τον προσφεύγοντα, με μετάφραση από τη δικηγόρο Αθηνών Δ. Κολογιάννη, στο οποίο αναφέρονται ως τόπος κατοικίας η Έρφτστατ, καταχώριση του προσφεύγοντος για φόρο εισοδήματος και φόρο κύκλου εργασιών, μη ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών, «συμπεριφορά καταβολής οφειλών τους τελευταίους 12 μήνες» «πάντα εμπροθέσμως» και «συμπεριφορά υποβολής δηλώσεων κατά τους τελευταίους 24 μήνες» «ως επί το πλείστον εμπροθέσμως», β) επικυρωμένα από δικηγόρο φωτοαντίγραφα από το πρωτότυπο τιμολογίων του προσφεύγοντος με ημερομηνίες 1-2-2014, 2-6-2014, 7-8-2014, 30-11-2014 προς την « ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΕΙΔΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ» (. Κολωνία), με μετάφραση από την προαναφερθείσα δικηγόρο, για παροχή υπηρεσιών επίβλεψης έργων, γ) επικυρωμένα από δικηγόρο φωτοαντίγραφα από το πρωτότυπο, με μετάφραση από την προαναφερθείσα δικηγόρο, δύο συμφωνιών για ελεύθερη συνεργασία του προσφεύγοντος με τους προαναφερόμενους αρχιτέκτονες, με ημερομηνία της δεύτερης εξ αυτών 21-10-2013 για το διάστημα από 1-11-2013 μέχρι 7-3-2014 (προφανώς από παραδρομή αναφέρεται μέχρι 7-3-2013) και συμφωνημένο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας περίπου 32 ωρών, δυνατότητα εργασίας για προσωπικά έργα του προσφεύγοντος τον υπόλοιπο χρόνο στους χώρους των γραφείων "" και πρόβλεψη για απουσία του προσφεύγοντος για δύο σαββατοκύριακα και το διάστημα των εορτών Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς 2013/2014 στην Ελλάδα. Τέλος, αβασίμως η φορολογική αρχή επικαλείται την ΠΟΛ 1260/2014 εγκύκλιο της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων, η οποία, όπως και οι μνημονευόμενες σ' αυτήν ΠΟΛ 1142/2012 του Υπουργού Οικονομικών και 1228/2014 της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων, δεν αποτελεί κανόνα δικαίου, ενώ η ομοίως μνημονευόμενη σ' αυτήν ΠΟΛ 1136/2013 του Υφυπουργού Οικονομικών (Β' 1417 και 1494) έχει παύσει να ισχύει από την έναρξη ισχύος του ν. 4172/2013 (για τα φορολογικά έτη από 1-1-2014, βλ. παρ. 22 άρθρου 72 του ν. 4172/2013, προστεθείσα με το άρθρο 26 παρ. 11 του ν. 4223/2013), ως εκδοθείσα κατ' επίκληση των, κατά την αυτή διάταξη ομοίως μη ισχυουσών, παρ. 7 και 8α του άρθρου 61 του ν. 2238/1994, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 43 του ν. 4141/2013 (Α' 81). Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι μη νόμιμη και ακυρωτέα, όπως βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη προσφυγή, καθόσον ο προσφεύγων δεν ήταν φορολογικός κάτοικος ημεδαπής κατά το φορολογικό έτος 2014 και, συνακόλουθα, δεν είχε υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ως κάτοικος Ελλάδας για το έτος αυτό, όπως υποστήριξε με τη δήλωση επιφύλαξής του, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων λόγων της προσφυγής του. Κατά τη συγκλίνουσα γνώμη του Συμβούλου Ιωάννη Σύμπλη, η Ελληνική φορολογική αρχή στήριξε την πράξη της αποκλειστικά στους προσωπικούς δεσμούς του προσφεύγοντος με την Ελλάδα (κατοικία της συζύγου και του τέκνου του). Όμως, από τα στοιχεία του φακέλου που έχουν παρατεθεί ανωτέρω αποδεικνύεται (και δεν αμφισβητείται άλλως τε από την φορολογική αρχή) ότι τόπος των επαγγελματικών συμφερόντων του προσφεύγοντος είναι αποκλειστικά η Γερμανία, με την οποία δεν στερείται άλλως τε και προσωπικών δεσμών, έστω και δευτερευόντων. Εφ' όσον λοιπόν τα ζωτικά του συμφέροντα δεν συγκλίνουν, κατ' αρχήν, σε ένα και μόνο τόπο, το κέντρο των ζωτικών του συμφερόντων δεν είναι δυνατό να διαγνωσθεί. Η αδυναμία δε αυτή είναι ζήτημα ουσιαστικού δικαίου και όχι απόδειξης. Επομένως δεν τίθεται ζήτημα συμπλήρωσης των αποδείξεων, ούτε και κατανομής του βάρους αποδείξεως, παρά πρέπει να εφαρμοσθούν τα κατά σειράν επόμενα κριτήρια της Σύμβασης. Δεδομένου δε ότι η φορολογική αρχή δεν στήριξε την άσκηση της φορολογικής της εξουσίας στο κριτήριο της μόνιμης διαμονής (ούτε άλλως τε καν προέβαλε και απέδειξε τίποτε σχετικά) και δεν είναι επιτρεπτή η μεταβολή της πραγματικής και νομικής βάσης της πράξης της, εφαρμοστέο είναι, σύμφωνα με την Σύμβαση αποφυγής διπλής φορολογίας μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας, το κριτήριο της ιθαγένειας.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Επιλύει το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα της έννοιας του άρθρου 4 παρ. 1 περ. α' του ν. 4172/2013 αναφορικά με την κατοικία φυσικού προσώπου στην Ελλάδα, σύμφωνα με το σκεπτικό.

Κρατεί, δικάζει και δέχεται την προσφυγή.

Ακυρώνει την 59/19-1-2016 απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, στην οποία ενσωματώθηκε η 38086/9-92015 απάντηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Χ.

Δέχεται την επιφύλαξη που διατύπωσε ο προσφεύγων αναφορικά με την 156504/27-8-2015 δήλωση φόρου εισοδήματος, που αφορά το φορολογικό έτος 2014.

Διαπιστώνει ότι ο προσφεύγων δεν ήταν φορολογικός κάτοικος ημεδαπής κατά το φορολογικό έτος 2014 και δεν υποχρεούται σε υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος για το έτος αυτό (και επομένως ούτε κοινής με τη σύζυγό του) ούτε σε (συμπληρωματική) δήλωση των κτηθέντων στη Γερμανία εισοδημάτων του και του φόρου που κατέβαλε εκεί κατά το εν λόγω φορολογικό έτος.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Επιβάλλει στο Δημόσιο την ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δικαστική δαπάνη του προσφεύγοντος, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2016 και η απόφαση

δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 29ης Ιουνίου του ίδιου έτους.

Η Πρόεδρος του Β' Τμήματος Ο Γραμματέας του Β' Τμήματος

Ε. Σαρπ Ι. Μητροτάσιος

 

ΔΕφΘεσ (Ακυρ) 74/2016

Προκήρυξη ηλεκτρονικού δημόσιου διεθνούς διαγωνισμού - Παροχή ασφαλιστικών καλύψεων περιουσίας Δήμου - Προδικαστική προσφυγή - Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων - Εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων - Αποκλεισμός επιχείρησης - Πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας -.

Απόρριψη δικαιολογητικών συμμετοχής και τεχνικής προσφοράς συμμετέχουσας σε ηλεκτρονικό δημόσιο διεθνή διαγωνισμό ασφαλιστικής επιχείρησης. Απόρριψη προδικαστικής προσφυγής. Απόρριψη αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων. Υποχρέωση προσκόμισης άδειας λειτουργίας και πιστοποιητικού πιστοληπτικής ικανότητας ή φερεγγυότητας. Αρμόδια Ελληνική Εποπτική Αρχή για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι η Τράπεζα της Ελλάδας. Δεν προβλέπεται ότι η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ισχύει ως πιστοποιητικό φερεγγυότητας. Νόμιμος ο αποκλεισμός της αιτούσας ασφαλιστικής επιχείρησης από την περαιτέρω διαγωνιστική διαδικασία.

Αριθ. αποφ.: 74/2016

TO

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ Δ - ΑΚΥΡΩΤΙΚΟ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

(Αρθρα 52 του πδ 18/1989 και 5 του ν. 3886/2010)

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Τσαγκάρη, Εφέτη Διοικητικών Δικαστηρίων,

συνήλθε στις 23 Ιουνίου 2016, με Γραμματέα το δικαστικό υπάλληλο Αθανάσιο Πολυχρονίδη, για να αποφασίσει επί της από 20-5-2016 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων:

Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.ΓΑ.», που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής (Λ. Κηφισίας αριθ. 274) και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Δαρούδη,

κατά του Δήμου Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Τσερκέζη, και

κατά της παρεμβαίνουσας εταιρίας με την επωνυμία «Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων "Η ΕΘΝΙΚΗ"», που εδρεύει στην Αθήνα (Λ. Συγγρού αριθ. 103-105) και παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Αθηνών Απόστολου Παπακωνσταντίνου.

Με την αίτηση αυτή ζητείται να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα σχετικά με το διαγωνισμό που διενεργήθηκε με την 94/2015 διακήρυξη του καθού Δήμου.

Κατά τη συνεδρίαση του το Δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αιτούσας, που ζήτησε την αποδοχή της αίτησης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του καθού και της παρεμβαίνουσας, που ζήτησαν, αντίθετα, την απόρριψη της.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση και τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί ειδικό παράβολο συνολικού ύψους 3.318,96 ευρώ (σχετ. τα 13976168/20-5-2016 και 13976608/13-6-2016 σειράς VI διπλότυπα είσπραξης της Α' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, αξίας 1.659,48 ευρώ το καθένα).

2. Επειδή, με την 94/2015 διακήρυξη του Δημάρχου του καθού Δήμου Θεσσαλονίκης προκηρύχθηκε ηλεκτρονικός δημόσιος διεθνής διαγωνισμός, με κριτήριο κατακύρωσης τη χαμηλότερη τιμή, για την ανάθεση της υπηρεσίας «Παροχή Ασφαλιστικών Καλύψεων της Κινητής και Ακίνητης Περιουσίας του Δήμου Θεσσαλονίκης» για ένα έτος, συνολικής προϋπολογισθείσας δαπάνης 497.845,49 ευρώ χωρίς επιβάρυνση με φόρο προστιθέμενης αξίας λόγω εξαίρεσης των επίμαχων υπηρεσιών ασφάλειας από την επιβολή του φόρου αυτού. Ως καταληκτική μέρα υποβολής των προσφορών ορίσθηκε η 2-2-2016. Στο διαγωνισμό, που διενεργήθηκε μέσω της πλατφόρμας του Εθνικού Συστήματος Ηλεκτρονικών Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Σ.Η.ΔΗ.Σ.), συμμετείχαν η αιτούσα εταιρία και η εταιρία «Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων "Η ΕΘΝΙΚΗ"». Η επιτροπή διενέργειας και αξιολόγησης του διαγωνισμού με το από 18-3-2016 πρακτικό εισηγήθηκε τον αποκλεισμό της αιτούσας λόγω πλημμελειών των δικαιολογητικών συμμετοχής και της τεχνικής προσφοράς της και την αποδοχή των δικαιολογητικών συμμετοχής και της τεχνικής προσφοράς της συνδιαγωνιζόμενης παραπάνω εταιρίας. Κατά του πρακτικού αυτού η αιτούσα άσκησε την με αριθμ. πρωτ. 1081/22-3-2016 ένσταση που προβλέπεται με το άρθρο 16 παρ. 1 της διακήρυξης προβάλλοντας αιτιάσεις τόσο για την απόρριψη των δικαιολογητικών συμμετοχής της όσο και της τεχνικής προσφοράς της. Η Οικονομική Επιτροπή του καθού Δήμου με την 591/13-4-2016 απόφαση της και αφού έλαβε υπόψη την από 24-3-2016 γνωμοδότηση επί της ένστασης της επιτροπής διενέργειας και αξιολόγησης του διαγωνισμού, δέχθηκε την ένσταση αυτή κατά το μέρος που αφορούσε την τεχνική προσφορά της αιτούσας και την απέρριψε κατά το μέρος που αφορούσε τα δικαιολογητικά συμμετοχής της επικυρώνοντας, κατά το αντίστοιχο μέρος του, το προαναφερόμενο από 18-3-2016 πρακτικό. Η αιτούσα κατά του βλαπτικού γι' αυτήν μέρους της παραπάνω απόφασης άσκησε προδικαστική προσφυγή κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3886/2010. Με την ίδια προσφυγή προέβαλε αιτιάσεις και για την αποδοχή των δικαιολογητικών συμμετοχής της συνδιαγωνιζόμενης εταιρίας. Η Οικονομική Επιτροπή του καθού Δήμου απέρριψε την προδικαστική προσφυγή ως αβάσιμη με την 700/11-5-2016 απόφαση της και απέκλεισε την αιτούσα από την περαιτέρω διαγωνιστική διαδικασία. Με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα στρέφεται κατά της τελευταίας απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής και ζητεί τη λήψη των κατάλληλων ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία των εννόμων συμφερόντων της.

3. Επειδή, ο επίμαχος διαγωνισμός εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όπως ισχύει, λόγω του αντικειμένου του και της συνολικής δαπάνης που προϋπολογίσθηκε. Συνεπώς, η υπό κρίση διαφορά διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3886/2010 (Α' 173).

4. Επειδή, η εταιρία «Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων "Η ΕΘΝΙΚΗ"», παραδεκτώς παρεμβαίνει με το από 2-6-2016 δικόγραφο, ζητώντας την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης της συνδιαγοριζόμενης παραπάνω εταιρίας. Κατά του πρακτικού αυτού η αιτούσα άσκησε την με αριθμ. πρωτ. 1081/22-3-2016 ένσταση που προβλέπεται με το άρθρο 16 παρ. 1 της διακήρυξης προβάλλοντας αιτιάσεις τόσο για την απόρριψη των δικαιολογητικών συμμετοχής της όσο και της τεχνικής προσφοράς της. Η Οικονομική Επιτροπή του καθού Δήμου με την 591/13-4-2016 απόφαση της και αφού έλαβε υπόψη την από 24-3-2016 γνωμοδότηση επί της ένστασης της επιτροπής διενέργειας και αξιολόγησης του διαγωνισμού, δέχθηκε την ένσταση αυτή κατά το μέρος που αφορούσε την τεχνική προσφορά της αιτούσας και την απέρριψε κατά το μέρος που αφορούσε τα δικαιολογητικά συμμετοχής της επικυρώνοντας, κατά το αντίστοιχο μέρος του, το προαναφερόμενο από 18-3-2016 πρακτικό. Η αιτούσα κατά του βλαπτικού γι' αυτήν μέρους της παραπάνω απόφασης άσκησε προδικαστική προσφυγή κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3886/2010. Με την ίδια προσφυγή προέβαλε αιτιάσεις και για την αποδοχή των δικαιολογητικών συμμετοχής της συνδιαγωνιζόμενης εταιρίας. Η Οικονομική Επιτροπή του καθού Δήμου απέρριψε την προδικαστική προσφυγή ως αβάσιμη με την 700/11-5-2016 απόφαση της και απέκλεισε την αιτούσα από την περαιτέρω διαγωνιστική διαδικασία. Με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα στρέφεται κατά της τελευταίας απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής και ζητεί τη λήψη των κατάλληλων ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία των εννόμων συμφερόντων της.

3. Επειδή, ο επίμαχος διαγωνισμός εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όπως ισχύει, λόγω του αντικειμένου του και της συνολικής δαπάνης που προϋπολογίσθηκε. Συνεπώς, η υπό κρίση διαφορά διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3886/2010 (Α' 173).

4. Επειδή, η εταιρία «Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων "Η ΕΘΝΙΚΗ"», παραδεκτώς παρεμβαίνει με το από 2-6-2016 δικόγραφο, ζητώντας την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

5. Επειδή, το άρθρο 150 του ν. 3463/2006 «Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων» (Α' 114). το οποίο ίσχυε μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης» (Α' 87), όριζε ότι«1 .α. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσφύγει στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και να προσβάλει τις αποφάσεις των συλλογικών ή μονομελών οργάνων των Δήμων για λόγους νομιμότητας, μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης ή από την κοινοποίηση της ή αφότου έλαβε γνώση αυτής, β ... ». Ήδη, ο ν. 3852/2010, που αναφέρεται στο προοίμιο της διακήρυξης μεταξύ των εφαρμοστέων στον επίδικο διαγωνισμό νομοθετημάτων, ορίζει στο άρθρο 227 ότι «Γα. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να προσβάλει τις αποφάσεις των ... οργάνων των δήμων, των περιφερειών ... για λόγους νομιμότητας, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης ή την ανάρτηση στο διαδίκτυο ή από την κοινοποίηση της ή αφότου έλαβε γνώση αυτής ... 2. Ο Ελεγκτής Νομιμότητας αποφαίνεται επί της προσφυγής μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της ...» και στο άρθρο 238 ότι «1. Μέχρι την έναρξη λειτουργίας της Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας Ο.Τ.Α. ο έλεγχος νομιμότητας των πράξεων κατά τα άρθρα 225, 226 και 227 του παρόντος ασκείται από τον Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης ...». Παρομοίου δε περιεχομένου διατάξεις περιλαμβάνονται και στην 5 του άρθρου 16 της διακήρυξης του διαγωνισμού.

6. Επειδή, περαιτέρω, ο ν. 3886/2010 ορίζει, στο μεν άρθρο 4 ότι: «1. Πριν υποβάλει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ο ενδιαφερόμενος οφείλει, μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών αφότου έλαβε πλήρη γνώση της παράνομης πράξης ή παράλειψης, να ασκήσει προδικαστική προσφυγή ενώπιον της αναθέτουσας αρχής, προσδιορίζοντας ειδικώς τις νομικές και πραγματικές αιτιάσεις που δικαιολογούν το αίτημα του ... 6. Σε διαφορές διεπόμενες από τον παρόντα νόμο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας ή εσωτερικών κανονισμών που προβλέπουν την άσκηση διοικητικών προσφυγών κατά εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων της διαδικασίας διεξαγωγής δημοσίων διαγωνισμών», στο δε άρθρο 5 ότι «1. Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από τη ρητή ή σιωπηρά απόρριψη της προδικαστικής προσφυγής και δεν επιτρέπεται να περιέχει αιτιάσεις διαφορετικές από τις αιτιάσεις της προδικαστικής προσφυγής».

7. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3886/2010 συνάγεται ότι προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων στις διαφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του αποτελεί η άσκηση ενώπιον της αναθέτουσας αρχής της προβλεπόμενης από αυτές προδικαστικής προσφυγής, άλλες δε διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που προβλέπουν την άσκηση διοικητικών προσφυγών κατά εκτελεστών πράξεων ή παραλείψεων της διαδικασίας διεξαγωγής διαγωνισμών, όπως οι παρατεθείσες στην 5η σκέψη κατά πράξεων των ΟΤΑ Α' και Β' βαθμού, είναι ανεφάρμοστες. Συνεπώς, παραδεκτώς στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση κατά της 700/11-5-2016 απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής του καθού Δήμου, με την οποία, κατά τα εκτεθέντα στη δεύτερη σκέψη, απορρίφθηκε η προδικαστική προσφυγή της, ο δε αντίθετος ισχυρισμός της παρεμβαίνουσας, ότι δηλαδή η κρινόμενη αίτηση είναι απαράδεκτη λόγω μη άσκησης κατά της απόφασης αυτής της Οικονομικής Επιτροπής «ενδικοφανούς προσφυγής» στο Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης κατά «το άρθρο 150 παρ. 1 του ν. 3463/2006» και το άρθρο 16 παρ. 5 της διακήρυξης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ανεξαρτήτως του ότι η προσφυγή αυτή έχει χαρακτήρα ειδικής διοικητικής προσφυγής και όχι ενδικοφανούς.

8. Επειδή, με τις διατάξεις των παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 16 της διακήρυξης, οι οποίες αποδίδουν το περιεχόμενο των διατάξεων της Π1/23 90/2013 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας (Β' 2677) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 4155/2013 (Α' 120) ορίζονται τα ακόλουθα: «2. Ο οικονομικός φορέας (προμηθευτής) υποβάλλει τις ενστάσεις - προσφυγές ηλεκτρονικά, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία και την περίπτωση β' της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 4155/2013, συμπληρώνοντας την ειδική φόρμα του Συστήματος και επισυνάπτοντας το σχετικό έγγραφο σε μορφή αρχείου τύπου .pdf το οποίο φέρει ψηφιακή υπογραφή. 3. Σε περίπτωση που το εν λόγω έγγραφο δεν φέρει ψηφιακή υπογραφή ο οικονομικός φορέας το υποβάλλει σε έντυπη μορφή (πρωτότυπο) εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από την ηλεκτρονική υποβολή. ... Σε περίπτωση αποστολής με ταχυδρομείο ως ημερομηνία αποστολής λογίζεται η ημερομηνία που φέρει η σφραγίδα του ταχυδρομείου. 4. Σε κάθε περίπτωση, η ημερομηνία άσκησης της ένστασης είναι η ημερομηνία της ηλεκτρονικής υποβολής, εκτός εάν υπάρχει περίπτωση διάστασης μεταξύ του κειμένου της ένστασης, όπως αυτή έχει υποβληθεί ηλεκτρονικά, και της ένστασης, όπως έχει προσκομισθεί από τον οικονομικό φορέα, οπότε ως ημερομηνία άσκησης της ένστασης λογίζεται η ημερομηνία αποστολής».

9. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η 591/13-4-2016 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του καθού Δήμου επί της ένστασης της αιτούσας γνωστοποιήθηκε σ' αυτήν στις 18-4-2016 μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του ΕΣΗΔΗΣ. Από την επομένη δε της ημερομηνίας αυτής άρχισε η δεκαήμερη προθεσμία που τάσσεται από την εκτεθείσα στην προηγούμενη σκέψη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3886/2010 για την άσκηση κατ' αυτής προδικαστικής προσφυγής, η οποία έληξε στις 28-4-2016. Επομένως η προδικαστική προσφυγή της αιτούσας που υποβλήθηκε ηλεκτρονικά μέσω της ίδιας πλατφόρμας στις 27-4-2016, δηλαδή πριν τη λήξη της προθεσμίας αυτής, ασκήθηκε εμπροθέσμως. Ο προβαλλόμενος από την παρεμβαίνουσα ισχυρισμός κατά τον οποίο η προδικαστική προσφυγή είναι εκπρόθεσμη γιατί ασκήθηκε στις 28-4-2016 ενώ η αιτούσα είχε λάβει γνώση της παραπάνω απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής στις 14-4-2016, δεν βρίσκει έρεισμα κατά την πραγματική του βάση στα στοιχεία του φακέλου και πρέπει να απορριφθεί.

10. Επειδή, στο άρθρο 6, με τίτλο «Κατάρτιση και υποβολή προσφορών», της διακήρυξης του διαγωνισμού ορίζεται ότι «1. ... 2. ... Οι προσφέροντες υποβάλλουν ηλεκτρονικά μαζί με την προσφορά τους, εγκαίρως και προσηκόντως, επί ποινή αποκλεισμού, τα δικαιολογητικά συμμετοχής που αναφέρονται στο άρθρο 7 της διακήρυξης σε αρχείο .pdf...». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 της διακήρυξης, μεταξύ των δικαιολογητικών συμμετοχής που πρέπει να προσκομισθούν κατά το οριζόμενα στο ως άνω άρθρο 6, περιλαμβάνονται « ... 8. Βεβαίωση άδειας λειτουργίας της Α.Ε. από την Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος βάσει του Ν. 3867/2010 (ΦΕΚ 128/Α), έκδοσης εντός τριάντα (30) ημερών από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής των προσφορών. 9. Πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας ή πιστοποιητικό φερεγγυότητας. 10. ...». Από τις ανωτέρω διατάξεις της διακήρυξης συνάγεται ότι οι συμμετέχουσες στο διαγωνισμό ασφαλιστικές επιχειρήσεις υποχρεούνται επί ποινή αποκλεισμού, να προσκομίσουν ως διακεκριμένα δικαιολογητικά συμμετοχής αφενός επικαιροποιημένη βεβαίωση άδειας λειτουργίας και αφετέρου πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας ή φερεγγυότητας για την πιστοποίηση αντιστοίχως της ύπαρξης εν ισχύ άδειας λειτουργίας τους και της ικανότητας τους να ανταποκρίνονται στις οικονομικές υποχρεώσεις τους.

11. Επειδή, με τις διατάξεις του ν. 4364/2016 (Α' 13/5-2-2016), που περιλαμβάνονται στα μέρη πρώτο έως και έκτο και ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 284 αυτού, από 1-1-2016, εκτός από εκείνες των άρθρων 144, 221 έως και 248 και 272 που ισχύουν από τη δημοσίευση του, μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη οι διατάξεις της οδηγίας 2009/13 8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II), τα άρθρα 2 και 8 της Οδηγίας 2014/51/ΈΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 σχετικά με την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ και των Κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (EE) αριθ. 1094/2010 και (EE) αριθ. 1095/2010, όσον αφορά τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών και το άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/89/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2011, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων και συναφείς διατάξεις της νομοθεσίας περί της ιδιωτικής ασφάλισης. Ο νόμος αυτός, με τον οποίο, όπως προκύπτει από τη σχετική αιτιολογική του έκθεση, τέθηκε σε ισχύ νέο εποπτικό πλαίσιο για τη λειτουργία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με μεθόδους άσκησης της εποπτείας τους από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές που βασίζονται στις ποσοτικές απαιτήσεις φερεγγυότητας, στις ποιοτικές απαιτήσεις λειτουργίας των επιχειρήσεων για την εκτίμηση των κινδύνων και στις απαιτήσεις διαφάνειας και αξιοπιστίας μέσω της δημοσιοποίησης εκτεταμένων στοιχείων της φερεγγυότητας και της χρηματοπιστωτικής του κατάστασης με αποδέκτη όχι μόνο τον επόπτη αλλά και το ευρύτερο κοινό, ορίζει, ειδικότερα, στο 3 ότι «Εις τους σκοπούς του παρόντος νόμου δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί: 1. ... 10. «Εποπτικές Αρχές»: οι εθνικές αρχές οι οποίες, δυνάμει νομοθετικής ή κανονιστικής ρύθμισης, είναι αρμόδιες να εποπτεύουν ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Αρμόδια Ελληνική Εποπτική Αρχή είναι η Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία ανατίθεται το έργο της εποπτείας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και της άσκησης των λοιπών αρμοδιοτήτων της βάσει των διατάξεων του παρόντος νόμου και του Καταστατικού της. ...», στο άρθρο 38 ότι «1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δημοσιοποιούν, σε ετήσια βάση, έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και την χρηματοοικονομική τους κατάσταση επί τη βάσει των στοιχείου της παραγράφου 3 του παρόντος και των αρχών της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του παρόντος ...», στο άρθρο 76 ότι «1. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διατηρούν επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη της Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας. 2. ... » και στο άρθρο 112 ότι «Κατά παρέκκλιση των άρθρων 109 και 110 του παρόντος, εάν η κατάσταση φερεγγυότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης εξακολουθήσει να επιδεινώνεται, η Εποπτική Αρχή λαμβάνει κάθε αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο για τη διασφάλιση των συμφερόντων των αντισυμβαλλομένων της επιχείρησης ως κάθε άλλου δικαιούχου απαιτήσεων από ασφάλιση σε περίπτωση ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ή των υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις αντασφάλισης, όπως ενδεικτικά ... λαμβάνει τα μέτρα εξυγίανσης του παρόντος νόμου, ... ανακαλεί προσωρινά ή οριστικά την άδεια λειτουργίας ορισμένων ή όλων των κλάδων που ασκεί. ...».

12. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 18-3-2016 πρακτικό της επιτροπής διενέργειας και αξιολόγησης του διαγωνισμού σε σχέση με την απόρριψη των δικαιολογητικών συμμετοχής της αιτούσας, που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, κατά την αποσφράγιση του οικείου φακέλου, διαπιστώθηκε ότι η αιτούσα εταιρία αντί να υποβάλει το απαιτούμενο από το άρθρο 7 παρ. 9 της διακήρυξης «πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας ή πιστοποιητικό φερεγγυότητας» είχε υποβάλει «ηλεκτρονικό μήνυμα προσαρτημένο στην Βεβαίωση Άδειας Λειτουργίας της, σύμφωνα με το οποίο η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία εκδίδει τις σχετικές Άδειες Λειτουργίας, απαντά στην εταιρεία [αιτούσα] ότι δεν είναι δυνατή η έκδοση πιστοποιητικού φερεγγυότητας». Ειδικότερα, με την ανωτέρω Βεβαίωση Άδειας Λειτουργίας που εκδόθηκε στις 5-1-2016 από τη Διευθύντρια της Διεύθυνσης Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος, βεβαιώνεται ότι η αιτούσα εταιρία έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970 για τους κλάδους «Ασφαλίσεις κατά ζημιών» και «Ασφαλίσεις ζωής» και δεν έχει τεθεί σε ασφαλιστική εκκαθάριση ούτε έχει ανακληθεί η άδεια λειτουργίας. Κατόπιν τούτου, η παραπάνω επιτροπή εισηγήθηκε, με το παραπάνω πρακτικό, την απόρριψη της προσφοράς της αιτούσας λόγω «μη υποβολής πιστοποιητικού πιστοληπτικής ικανότητας ή πιστοποιητικού φερεγγυότητας». Την αιτιολογία αυτή υιοθέτησε η Οικονομική Επιτροπή του καθού Δήμου με την 591/13-4-2016 απόφαση της που εκδόθηκε επί της ένστασης που άσκησε η αιτούσα κατά του πρακτικού αυτού σύμφωνα με όσα ειδικότερα εκτέθηκαν στη δεύτερη σκέψη καθώς και με την ήδη προσβαλλόμενη 700/11-5-2016 απόφαση της, που εκδόθηκε επί της προδικαστικής προσφυγής της αιτούσας κατά της πρώτης παραπάνω απόφασης.

13. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα αμφισβητεί τη νομιμότητα του αποκλεισμού της, επαναλαμβάνοντας το περιεχόμενο της προδικαστικής προσφυγής της. Ειδικότερα, προβάλλει ότι η υποβληθείσα «Βεβαίωση Άδεια Λειτουργίας» της επιχείρησης της που εξέδωσε η Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος ως μόνο αρμόδιο εποπτεύον όργανο για τις ασφαλιστικές εταιρίες κατά το άρθρο 3 περ. 10 του ν. 4364/2016, ισχύει ως πιστοποιητικό φερεγγυότητας τόσο κατά τις διατάξεις των άρθρων 76 και 112 του ίδιου νόμου (4364/2016), που, κατά τον ίδιο ισχυρισμό, είναι εφαρμοστέος στην προκειμένη περίπτωση γιατί τέθηκε σε ισχύ από 1-1-2016, όσο και σύμφωνα με επιστολές της ανωτέρω Διεύθυνσης Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος, στις οποίες, όπως υποστηρίζει η αιτούσα, περιέχονται σχετικές δηλώσεις της. Ο ισχυρισμός αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν βρίσκει έρεισμα στο ν. 4364/2016, ο οποίος, ανεξαρτήτως αν διέπει την επίδικη διαφορά, δεν ορίζει, πάντως, ούτε στις παρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις των άρθρων του 76 και 112, τις οποίες επικαλείται η αιτούσα, ούτε σε κάποια άλλη διάταξη του, ότι η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης ισχύει ως πιστοποιητικό φερεγγυότητας. Τέτοιον, εξάλλου, ορισμό δεν περιελάμβανε στις διατάξεις του ούτε το ν.δ. 400/1970 «Περί Ιδιωτικής Επιχειρήσεως Ασφαλίσεως» (Α' 10) βάσει του οποίου εκδόθηκε η άδεια λειτουργίας της αιτούσας και ίσχυε, όπως στη συνέχεια συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε, μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω ν. 4364/2016, οπότε και καταργήθηκε με το άρθρο 278 αυτού. Ο ίδιος ισχυρισμός, κατά το δεύτερο σκέλος του προβάλλεται αορίστως και πρέπει να απορριφθεί γιατί η αιτούσα δεν προσκομίζει επιστολές της προαναφερόμενης Εποπτικής Αρχής που να αποδίδουν στις εκδιδόμενες από αυτήν «Βεβαιώσεις Άδειας Λειτουργίας» ισχύ πιστοποιητικού φερεγγυότητας ούτε, άλλωστε, επί του σώματος της Βεβαίωσης Άδειας Λειτουργίας που υπέβαλε η αιτούσα γίνεται οποιαδήποτε μνεία περί ισχύος της ως πιστοποιητικού φερεγγυότητας. Περαιτέρω, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η προαναφερόμενη εποπτική αρχή δεν θα εξέδιδε την επίμαχη «Βεβαίωση Άδειας Λειτουργίας» εάν κατά τον έλεγχο που διενεργεί διαπίστωνε ότι δεν διαθέτει το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας και θα απαιτούσε τη λήψη μέτρων εξυγίανσης ή και την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της. Ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται προεχόντως απαραδέκτως και πρέπει να απορριφθεί γιατί στηρίζεται σε υποθετικούς συλλογισμούς της αιτούσας. Στη συνέχεια, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η φερεγγυότητα της αποδεικνύεται από τις περιλαμβανόμενες στην ετήσια έκθεση του άρθρου 38 του ν. 4364/2016 οικονομικές καταστάσεις της επιχείρησης της, τις οποίες υπέβαλε με την κατάθεση της τεχνικής προσφοράς και των δικαιολογητικών συμμετοχής της στο διαγωνισμό. Ο λόγος αυτός δεν πιθανολογείται σοβαρά ως βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί προεχόντως διότι οι οικονομικές καταστάσεις του διαγωνιζόμενου δεν ορίζονται από τη διακήρυξη ως μέσο απόδειξης της φερεγγυότητας του. Ακόμη, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι η Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος, που είναι η μόνη αρμόδια να ελέγχει τη φερεγγυότητα της, δεν εκδίδει πιστοποιητικά φερεγγυότητας όπως ρητώς αναφέρεται στα προσκομιζόμενα από 16-9-2013 και από 21-3-2016 μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που απέστειλε σ' αυτήν ο Προϊστάμενος του Τμήματος Εποπτείας της παραπάνω Διεύθυνσης και, επομένως, νομίμως υπέβαλε σε συμμόρφωση με το άρθρο 7 παρ. 9 της διακήρυξης τη Βεβαίωση Άδειας Λειτουργίας της. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση δεδομένου ότι οι διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 9 της διακήρυξης δεν απαιτούν τα, διαζευκτικώς, ζητούμενα με αυτές πιστοποιητικά πιστοληπτικής ικανότητας ή φερεγγυότητας να έχουν εκδοθεί από τη Διεύθυνση Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας της Ελλάδος. Αν δε θεωρηθεί ότι η αιτούσα αμφισβητεί τη νομιμότητα του όρου που τίθεται με το ανωτέρω άρθρο της διακήρυξης, η αιτίαση αυτή προβάλλεται απαραδέκτως στο παρόν στάδιο, κατά το οποίο αμφισβητείται η νομιμότητα του αποκλεισμού της (ΣτΕ ΕΑ 1307/2009, 109/2008, 230/2006 κ.ά). Εξάλλου, αν η αιτούσα θεωρούσε ότι στον όρο αυτό υπήρχαν σημεία ασαφή (λ.χ. ως προς τον φορέα από τον οποίο έπρεπε να εκδοθούν τα ζητούμενα πιστοποιητικά) είχε την ευχέρεια, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 25 της διακήρυξης, να ζητήσει σχετικές διευκρινίσεις από την αναθέτουσα αρχή πριν από την υποβολή της προσφοράς της (βλ. ΣτΕ 2642/2005 και ΣτΕ ΕΑ 230/2006). Τέλος, ενόψει, προεχόντως της αυτοτέλειας κάθε διαγωνισμού, πρέπει να απορριφθεί και ο προβαλλόμενος από την αιτούσα συναφής ισχυρισμός ότι σε άλλους διαγωνισμούς, όπως συγκεκριμένα του Δήμου Ζωγράφου Αττικής, στον οποίο απαιτείτο οι συμμετέχοντες να αποδείξουν τη φερεγγυότητα τους, υπέβαλε την Βεβαίωση Άδειας Λειτουργίας της και αυτή έγινε αποδεκτή ως πιστοποιητικό φερεγγυότητας (ΣτΕ ΕΑ 200, 72/2015, 269/2014, 416, 215- 216/2013 κ.ά.).

14. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και εφόσον οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 και 7 παρ. 9 της διακήρυξης απαιτούν ρητώς και επί ποινή αποκλεισμού να υποβληθούν ως δικαιολογητικά συμμετοχής στο διαγωνισμό πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας ή φερεγγυότητας και η αιτούσα υπέβαλε τη Βεβαίωση Αδειας Λειτουργία της. η εκτεθείσα στην 12η σκέψη αιτιολογία απόρριψης της προσφοράς της αιτούσας φαίνεται νόμιμη.

15. Επειδή, η αιτούσα είχε προβάλει με την προδικαστική προσφυγή της και επαναλαμβάνει με την κρινόμενη αίτηση τον ισχυρισμό ότι η «βεβαίωση» πιστοληπτικής ικανότητας της εταιρίας «Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος» που υπέβαλε η παρεμβαίνουσα σε συμμόρφωση με τη διάταξη του επίμαχου όρου του άρθρου 7 παρ. 9 της διακήρυξης δεν συνιστά κατά το περιεχόμενο της πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας αλλά εσωτερικό έγγραφο μεταξύ της παρεμβαίνουσας και του παραπάνω Τραπεζικού Ιδρύματος, που ανήκουν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετεί παράβαση της αρχής του ίσου μέτρου κρίσης των προσφορών, η οποία θα δικαιολογούσε, κατ' εξαίρεση, το έννομο συμφέρον του διαγωνιζομένου που αποκλείσθηκε να προβάλει αιτιάσεις κατά της αποδοχής άλλων προσφορών (ΣτΕ 2451, 2444/2009, ΣτΕ ΕΑ 135/2011, 872, 329/2010), διότι η παράβαση της εν λόγω αρχής προϋποθέτει ότι διαγωνιζόμενος, για τον οποίο συντρέχει ο ίδιος λόγος αποκλεισμού με τον αιτούντα, έγινε δεκτός στην περαιτέρω διαγωνιστική διαδικασία (ΣτΕ ΕΑ 43, 231/2003, 351/2004, 736/2007, 406/2008 κ.ά.). Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, ενώ η αιτούσα αποκλείσθηκε επειδή παρέλειψε να υποβάλει πιστοποιητικό πιστοληπτικής ικανότητας ή φερεγγυότητας, με τον παραπάνω ισχυρισμό της βάλλει όχι κατά της παράλειψης τήρησης της υποχρέωσης αυτής εκ μέρους της παρεμβαίνουσας αλλά κατά του περιεχομένου του υποβληθέντος από αυτή δικαιολογητικού πιστοληπτικής ικανότητας, δηλαδή για λόγο διαφορετικό από εκείνον του αποκλεισμού της ίδιας (πρβλ. ΣτΕ 1206/2008). Συνεπώς, και εφόσον κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη φαίνεται ότι νομίμως αποκλείσθηκε η αιτούσα από την περαιτέρω διαδικασία του διαγωνισμού, χωρίς έννομο συμφέρον στρέφεται κατά της αποδοχής της προσφοράς της παρεμβαίνουσας και νομίμως η σχετική αιτίαση της προδικαστικής προσφυγής της απορρίφθηκε σιωπηρώς με την προσβαλλόμενη πράξη.

16. Επειδή, μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως αβάσιμη και να επιβληθεί στην αιτούσα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 του ν. 3886/2010, η καταβολή του ποσού του υπολειπομένου 1/3 του παραβόλου, ύψους 1.659,48 ευρώ. Εια την είσπραξη αυτού του ποσού διατάσσεται η διαβίβαση αντιγράφου της παρούσας απόφασης στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, ώστε να επιμεληθεί της διαδικασίας είσπραξης το Τμήμα εκκαθάρισης δικαστικών δαπανών, το οποίο, κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 5 του π.δ/τος 238/2003 (Α' 214), είναι αρμόδιο για τη βεβαίωση των πάσης φύσης δαπανημάτων που επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου ή εισπράττονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, δηλαδή από υπηρεσίες του Δημοσίου, είτε υπό την μορφή της δικαστικής δαπάνης, είτε υπό την μορφή του παραβόλου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το προβλεπόμενο για την άσκηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3886/2010, παράβολο, δοθέντος, άλλωστε, ότι η τελευταία αυτή διάταξη δεν προβλέπει άλλη, ειδική, διαδικασία για τη βεβαίωση του καταλογιζομένου από το Δικαστήριο ενός τρίτου του εν λόγω παραβόλου

(ΣτΕΕΑ 110, 95, 88/2015).

Επειδή, μετά την απόρριψη της αίτησης, πρέπει να γίνει δεκτή η παρέμβαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση.

Δέχεται την παρέμβαση.

Διατάσσει την κατάπτωση του τμήματος του παραβόλου που έχει ήδη προκαταβληθεί και καταδικάζει την αιτούσα εταιρία στην καταβολή του υπολειπομένου τμήματος του, που ανέρχεται σε χίλια εξακόσια πενήντα εννέα ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτά (1.659,48).

Διατάσσει τη διαβίβαση αντιγράφου της παρούσας απόφασης στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, για να προβεί στις αναφερόμενες στο σκεπτικό ενέργειες.

Επιβάλλει στην αιτούσα εταιρία τη δικαστική δαπάνη του καθού Δήμου, που ανέρχεται σε εκατόν είκοσι οκτώ (128,00) ευρώ και της παρεμβαίνουσας εταιρίας, που ανέρχεται σε διακόσια σαράντα πέντε ευρώ και πενήντα λεπτά (245,50).

Το διατακτικό εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 5 Ιουλίου 2016.

Το πλήρες κείμενο δημοσιοποιήθηκε στις 25 Ιουλίου 2016.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Μαρία Τσαγκάρη Αθανάσιος Πολυχρονίδης.

 

ΝΟΜΟΣ 4406/ΦΕΚ Α 133/26.07.2016

Αναλογική εκπροσώπηση των πολιτικών κομμάτων, διεύρυνση του δικαιώματος εκλέγειν και άλλες διατάξεις περί εκλογής Βουλευτών.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο 1

Ηλικία κτήσης δικαιώματος εκλέγειν

Η παρ. 1 του άρθρου 4 του Π.δ. 26/2012 (Α'57) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Το δικαίωμα του εκλέγειν έχουν οι πολίτες Έλληνες και Ελληνίδες που συμπλήρωσαν το δέκατο έβδομο (17ο) έτος της ηλικίας τους».

Άρθρο 2

Καθιέρωση της αναλογικής εκπροσώπησης των κομμάτων

1. α) Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 3231/2004 (Α'45), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3636/2008 (Α'11) και κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 99 παρ. 2 του Π.δ. 26/2012 (Α'57), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Για τον καθορισμό των εδρών που δικαιούται κάθε εκλογικός σχηματισμός, το σύνολο των ψήφων που συγκέντρωσε στην Επικράτεια πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό 300».

β) Το τελευταίο εδάφιο της ως άνω παραγράφου αντικαθίσταται ως εξής:

«Αν το άθροισμα των ως άνω ακέραιων μερών των πηλίκων υπολείπεται του αριθμού 300, τότε παραχωρείται, κατά σειρά, ανά μία έδρα και ως τη συμπλήρωση αυτού του αριθμού στους σχηματισμούς, των οποίων τα πηλίκα εμφανίζουν τα μεγαλύτερα δεκαδικά υπόλοιπα.»

2. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 6 του Ν. 3231/ 2004 (Α' 45), όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 1 του Ν. 3636/2008 (Α' 11) και κωδικοποιήθηκαν στο άρθρο 99 παράγραφοι 3 και 4, αντίστοιχα, του Π.δ. 26/2012 (Α' 57), καταργούνται.

3. α) Ο τίτλος του άρθρου 8 του Ν. 3231/2004 (Α'45), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 3636/2008 (Α'11), αντικαθίσταται ως εξής:

«Κατανομή εδρών στις εκλογικές περιφέρειες».

β) Αντιστοίχως, ο τίτλος του άρθρου 100 του Π.δ. 26/2012 (Α'57) αντικαθίσταται ως εξής:

«Κατανομή εδρών επικρατείας - Κατανομή εδρών στις εκλογικές περιφέρειες».

Άρθρο 3

Λοιπές διατάξεις περί εκλογής βουλευτών

1. Η παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν. 3231/2004 (Α' 45), όπως κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 100 παρ. 7 του Π.δ. 26/ 2012 (Α'57), αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Τυχόν αδιάθετες έδρες διεδρικών και τριεδρικών εκλογικών περιφερειών διατίθενται, κατά σειρά και ανά μία, στον εκλογικό σχηματισμό που εμφανίζει σε καθεμία από αυτές τα μεγαλύτερα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα ψήφων. Εάν σε κάποιο εκλογικό σχηματισμό διατεθούν συνολικά περισσότερες έδρες από όσες δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 6 του παρόντος νόμου, οι πλεονάζουσες αφαιρούνται, ανά μία, από τις τριεδρικές περιφέρειες και αν υπάρξει ανάγκη από τις διεδρικές, στις οποίες ο συνδυασμός αυτός κατέλαβε έδρα, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, εμφανίζοντας τα μικρότερα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα ψήφων».

2. Το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν. 3231/2004 (Α'45), όπως κωδικοποιήθηκαν στο άρθρο 100 παρ. 8 του Π.δ. 26/2012 (Α'57), αντικαθίστανται ως εξής:

«5. Οι εκλογικές περιφέρειες που εξακολουθούν να έχουν αδιάθετες έδρες διατάσσονται κατά φθίνουσα σειρά, με βάση τα μετά την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου εναπομείναντα αχρησιμοποίητα υπόλοιπα ψήφων του εκλογικού σχηματισμού με το μικρότερο αριθμό εγκύρων ψηφοδελτίων στην επικράτεια που δικαιούται έδρα, σύμφωνα με το άρθρο 5. Στον εκλογικό αυτό σχηματισμό παραχωρείται ανά μία έδρα από καθεμία από αυτές τις εκλογικές περιφέρειες και ως τη συμπλήρωση του αριθμού των εδρών που αυτός δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 6».

Άρθρο 4

Καταργούμενες διατάξεις

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Ν. 3636/2008 (ΑΊ1), καθώς και κάθε γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος ή ρυθμίζει τα θέματα αυτά με άλλον τρόπο.

Άρθρο 5

Έναρξη ισχύος

Πλην του άρθρου 1, του οποίου η ισχύς αρχίζει σε κάθε περίπτωση από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει επίσης από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αυτός εφαρμόζεται από τις αμέσως επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές, οποτεδήποτε και αν αυτές διεξαχθούν, τηρουμένων των προϋποθέσεων της παρ. 1 του άρθρου 54 του Συντάγματος, ήτοι της υπερψήφισης του παρόντος άρθρου από την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους.

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 75/ΦΕΚ Α 138/1.8.2016

Ρύθμιση θεμάτων προσωπικού Ελληνικής Αστυνομίας

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 περ. δ; στ' και θ' του Ν.1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α' 152), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.1590/1986 (Α' 49).

2. Τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν.2800/2000 «Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α' 41).

3. Τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 1 του Ν.4249/2014 «Αναδιοργάνωση της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, αναβάθμιση Υπηρεσιών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και ρύθμιση λοιπών θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη» (Α' 73).

4. Τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 3103/2003 «Έκδοση διαβατηρίων από την Ελληνική Αστυνομία και άλλες διατάξεις» (Α'23).

5. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του Π.δ. 63/2005 (Α' 98).

6. Τις διατάξεις του Π.δ. 24/2015 «Σύσταση και μετονομασία Υπουργείων, μεταφορά της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (Α' 20).

7. Την υπ' αριθ. Υ6 από 25-9-2015 απόφαση του Πρωθυπουργού «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Αναπληρωτή Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης Νικόλαο Τόσκα» (Β' 2109).

8. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.

9. Την υπ' αριθ. 8000/1/2016/29-α' από 06-04-2016 εισήγηση της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού.

10. Την υπ' αριθμ. 115/2016 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, αποφασίζουμε:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

Τροποποίηση διατάξεων του Π.δ. 100/2003 «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και λοιπές μετακινήσεις αστυνομικού προσωπικού» (Α' 94)

Άρθρο 1

1. Οι περιπτώσεις α, β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Π.δ. 100/2003, όπως η περίπτωση γ' τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 Π.δ. 85/2011 (Α' 207), αντικαθίστανται ως εξής:

«α. Του τόπου γέννησης του ιδίου ή της συζύγου του ή του πλησιέστερου προς αυτόν τόπου της αυτής περιοχής μετάθεσης.

β. Του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο ίδιος.

γ. Του τόπου στον οποίο έχει ιδιόκτητη κατοικία ο ίδιος, ο/η σύζυγός του ή οι γονείς του ιδίου».

2. Στο άρθρο 2 του Π.δ. 100/2003 προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής:

«8. Ως δυσίατα νοσήματα θεωρούνται οι νοσηρές καταστάσεις και τα νοσήματα, που απαιτούν μακροχρόνια νοσηλεία ή θεραπεία, προσβάλλουν ένα ή περισσότερα όργανα και χαρακτηρίζονται από εξάρσεις ή υφέσεις».

Άρθρο 2

1. Τα δύο τελευταία εδάφια της περίπτωσης α' της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Π.δ. 100/2003, όπως το πρώτο εδάφιο τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Π.δ. 85/2011 και το δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 1του Π.δ. 107/2012 (Α' 185) και τροποποιήθηκε με την παράγραφο 7 του άρθρου 39 του Ν. 4249/2014 (Α'73), τροποποιούνται ως εξής:

«Ο χρόνος απόσπασης αστυνομικού στο εξωτερικό, ο χρόνος μετάθεσης για φοίτηση στη Σχολή Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας και στο Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων (Τ.Ε.Μ.Α.), ο χρόνος υπηρεσίας αστυνομικού στις Υπηρεσίες των εδαφίων γ' και δ' του άρθρου 4 του παρόντος, εφόσον αυτός μετακινήθηκε στις τελευταίες από Υπηρεσία εκτός της περιοχής μετάθεσης που ευρίσκεται η έδρα των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και ο χρόνος απόσπασης - μετακίνησης αστυνομικού με αίτησή του στον τόπο συμφερόντων του, εξαιρουμένων των αποσπάσεων της παρ. 8 του άρθρου 19 του παρόντος, λογίζεται για το διάστημα αυτό, ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του.

Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται για το αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται ή μετακινείται σε Υπηρεσίες των Διευθύνσεων Αστυνομίας Αλεξανδρούπολης, Ορεστιάδας, Λέσβου, Σάμου, Χίου, Α' Δωδεκανήσου και Β' Δωδεκανήσου. Επίσης, δεν εφαρμόζεται για το αστυνομικό προσωπικό που αποσπάται ή μετακινείται για τη διαχείριση μεταναστευτικών ροών καθώς και για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων, έκτακτων και απρόβλεπτων φυσικών καταστροφών ευρείας κλίμακας, όταν η ενίσχυση διενεργείται κατόπιν πρωτοβουλίας της Υπηρεσίας».

2. Στην υποπερίπτωση 4 της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Π.δ. 100/2003, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 2 του Π.δ. 85/2011, προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Η υποβολή αίτησης για τον ως άνω σκοπό επιτρέπεται και στην περίπτωση που δεν έχουν προκηρυχθεί προς κάλυψη κενές θέσεις του βαθμού τους για τη συγκεκριμένη περιοχή μετάθεσης ανεξαρτήτως αν συντρέχουν οι αναφερόμενες στην παράγραφο 4 του άρθρου 12 του παρόντος διατάγματος προϋποθέσεις».

3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 3 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με τις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 2 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Στη σειρά προτεραιότητας για τις μεταθέσεις με αντικειμενικά κριτήρια (μόρια), προηγούνται οι αστυνομικοί που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση τον τόπο συμφερόντων τους».

4. Η παράγραφος 4 του άρθρου 3 του Π.δ. 100/2003 αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Τα μόρια που λαμβάνει ο αστυνομικός λόγω αποστάσεως από τον τόπο συμφερόντων του ή τον τόπο κατοικίας λόγω εργασίας ή ασκήσεως επαγγέλματος της συζύγου του, διαγράφονται μετά την κοινοποίηση της διαταγής μετάθεσής του στην περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων του, καθώς και μετά την τυχόν ακύρωση της μετάθεσής του, κατόπιν ευδοκίμησης της προσφυγής του άρθρου 18 παράγραφος 1 του παρόντος διατάγματος. Μετά την ακύρωση της μετάθεσης, τα ανωτέρω τυχόν δικαιούμενα μόρια, προσμετρούνται από την Σεπτεμβρίου του έτους ακύρωσης της μετάθεσης».

Άρθρο 3

Η παράγραφος 3 του άρθρου 5 του Π.δ. 100/2003 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Η υποβολή δήλωσης αλλαγής τόπου συμφερόντων μεταβάλει τον αριθμό μορίων που συγκεντρώθηκαν με βάση τον προηγούμενο τόπο συμφερόντων. Τα μόρια που αναλογούν σε κάθε ενδιαφερόμενο υπολογίζονται σύμφωνα με το νέο τόπο συμφερόντων, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος».

Άρθρο 4

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 7 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Π.δ. 138/2006 (Α'155), το άρθρο 5 του Π.δ. 85/2011, την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του Π.δ. 132/2011 (Α' 261), την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του Π.δ. 107/2012 και το άρθρο 1 του Π.δ. 172/2013 (Α' 274), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας προκηρύσσονται οι θέσεις που θα πληρωθούν από τους νεοεξερχόμενους Αστυφύλακες οι οποίες είναι αυτές που δεν καλύφθηκαν από τις εκκρεμείς αιτήσεις από τον πίνακα των τακτικών μεταθέσεων, συμπεριλαμβανομένων και όσων δημιουργούνται κατόπιν ευδοκίμησης των προσφυγών του άρθρου 18 παράγραφος 1 του παρόντος διατάγματος, λαμβάνοντας υπόψη και τον αριθμό των κενών οργανικών θέσεων που δημιουργήθηκαν από τους μετατιθέμενους από αυτές τις Διευθύνσεις, εξαιρουμένης της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, της οποίας οι θέσεις μπορούν να υπερβαίνουν τον αριθμό των κενών θέσεων που προκύπτουν από τις τακτικές μεταθέσεις.

Η απόφαση αυτή κοινοποιείται ένα (1) μήνα τουλάχιστον προ της εξόδου, στη Σχολή Αστυφυλάκων και στις Υπηρεσίες που θα τοποθετηθούν. Οι Υπηρεσίες αυτές οφείλουν μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση να αναφέρουν στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας τις συγκεκριμένες Υπηρεσίες δικαιοδοσίας τους που θα τοποθετήσουν τους νέους Αστυφύλακες, που κατανέμονται με απόφαση του Αρχηγού ανάλογα με τη σειρά εξόδου και προτίμησής τους, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

Όσοι έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν τοποθέτηση, τον τόπο συμφερόντων τους καθώς και όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις συνυπηρέτησης με συζύγους δικαστικούς λειτουργούς, συνοριακούς φύλακες, ειδικούς φρουρούς, στρατιωτικούς, αστυνομικούς, λιμενικούς και πυροσβεστικούς υπαλλήλους, τοποθετούνται στις προκηρυχθείσες θέσεις κατά προτεραιότητα και εφόσον έχουν υποβληθεί στην Υπηρεσία τα απαραίτητα πιστοποιητικά, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου».

2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του Π.δ. 138/2006 και με το άρθρο 5 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι νεοεξερχόμενοι Αστυφύλακες τοποθετούνται υποχρεωτικά και δεν μετακινούνται για οποιοδήποτε λόγο για δύο (2) τουλάχιστον έτη, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 12 του παρόντος, σε Αστυνομικά Τμήματα και Αστυνομικούς Σταθμούς. Οι νεοεξερχόμενοι Αστυφύλακες δύνανται να τοποθετούνται στις προαναφερόμενες Υπηρεσίες του τόπου συμφερόντων τους, με την προϋπόθεση ότι οι προκηρυχθείσες θέσεις των τακτικών μεταθέσεων δεν καλύφθηκαν. Η προϋπόθεση αυτή δεν απαιτείται για τις τοποθετήσεις στην περιοχή της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής».

3. Η παράγραφος 6 του άρθρου 7 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του Π.δ. 138/2006 και με το άρθρο 5 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Τα Συμβούλια Μεταθέσεων των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης τοποθετούν αυτούς που κατανέμονται σ' αυτές, σε κενές θέσεις των υφιστάμενων Διευθύνσεών τους, με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος».

4. Στην παράγραφο 7 του άρθρου 7 του Π.δ. 100/2003 η φράση «παράγραφο 2» αντικαθίσταται με τη φράση «παράγραφο 1».

Άρθρο 5

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του Π.δ. 85/2011, την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 132/2011 και την παράγραφο 2 του άρθρου 2 του Π.δ. 107/2012, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας καθορίζεται ο αριθμός των κενών οργανικών θέσεων που ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες θα πληρωθούν από τους νεοεξερχόμενους Υπαστυνόμους Β, κατά Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής και Θεσσαλονίκης, καθώς και κατά Αστυνομικό Τμήμα των Διευθύνσεων Αστυνομίας των Γενικών Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων Βορείου και Νοτίου Αιγαίου.

Για τον υπολογισμό των ως άνω κενών θέσεων δεν λαμβάνονται υπόψη οι θέσεις που θα πληρωθούν, αφενός από τους κατώτερους αξιωματικούς κατά τις τακτικές μεταθέσεις και αφετέρου από νέους Υπαστυνόμους που εμπίπτουν στην εξαίρεση της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στους ενδιαφερόμενους, μέσω της Σχολής Αξιωματικών».

2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Π.δ. 138/2006 και την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι νεοεξερχόμενοι από τη Σχολή Αξιωματικών Υπαστυνόμοι Β' τοποθετούνται υποχρεωτικά και δεν μετακινούνται για οποιοδήποτε λόγο για δύο (2) τουλάχιστον έτη, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 12 του παρόντος, σε Αστυνομικά Τμήματα.

Οι νεοεξερχόμενοι Υπαστυνόμοι Β' δύνανται να τοποθετούνται στις προαναφερόμενες Υπηρεσίες του τόπου συμφερόντων τους, με την προϋπόθεση ότι για την περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων τους, κατά τις τακτικές μεταθέσεις του έτους αποφοίτησής τους, προκηρύχθηκαν κενές θέσεις προς κάλυψη και οι θέσεις αυτές δεν καλύφθηκαν. Η προϋπόθεση αυτή δεν απαιτείται για τις τοποθετήσεις στις περιοχές μετάθεσης των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης. Εξαιρείται ποσοστό 5% των νεοεξερχομένων, που προηγείται στη σειρά εξόδου, οι οποίοι μπορεί να τοποθετούνται στις ανωτέρω Υπηρεσίες των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης καθώς και των Διευθύνσεων Αστυνομίας των Γενικών Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων Βορείου και Νοτίου Αιγαίου, της προτίμησής τους, προηγούμενοι των λοιπών ομοταξίων συναδέλφων τους, τηρουμένης της προϋπόθεσης των δύο προηγούμενων εδαφίων».

3. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003 η φράση «παραγράφου αντικαθίσταται με τη φράση «παραγράφου 2».

4. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 6 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«Όσοι έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν τοποθέτηση, τον τόπο συμφερόντων τους καθώς και όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις συνυπηρέτησης με συζύγους δικαστικούς λειτουργούς, συνοριακούς φύλακες, στρατιωτικούς, αστυνομικούς, λιμενικούς και πυροσβεστικούς υπαλλήλους, τοποθετούνται στις προκηρυχθείσες θέσεις με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, κατά προτεραιότητα με βάση την ως άνω αναγραφόμενη σειρά και εφόσον έχουν υποβληθεί στην Υπηρεσία τα απαραίτητα πιστοποιητικά».

5. Η παράγραφος 5 του άρθρου 8 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 Π.δ. 138/2006 και την παράγραφο 3 του άρθρου 6 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Τα Συμβούλια Μεταθέσεων των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης τοποθετούν τους Υπαστυνόμους Β' που κατανέμονται σ' αυτές σε κενές θέσεις των υφιστάμενων Διευθύνσεών τους, με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο. Στη συνέχεια, τα Συμβούλια Μεταθέσεων των Διευθύνσεων των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης τοποθετούν αυτούς σε κενές θέσεις των Υπηρεσιών τους, με τα ίδια ως άνω κριτήρια».

Άρθρο 6

Στο τέλος του άρθρου 10 του Π.δ. 100/2003 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Όσοι από τους μετατασσόμενους σε υπηρεσία γραφείου τοποθετήθηκαν σε άλλη περιοχή μετάθεσης κατ' εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου και στη συνέχεια επανέρχονται στην ενεργό υπηρεσία, τοποθετούνται υποχρεωτικά σε υπηρεσία της ίδιας περιοχής μετάθεσης στην οποία υπηρετούσαν κατά το χρόνο μετάταξής τους σε υπηρεσία γραφείου».

Άρθρο 7

Η παράγραφος 8 του άρθρου 12 του Π.δ. 100/2003, όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με την παρ.2 του άρθρου 7 του Π.δ. 85/2011 (Α'207), αντικαθίσταται ως εξής:

«8. Οι αστυνομικοί δύνανται, με εξαίρεση τους νεοπροαχθέντες Αρχιφύλακες (άρθρο 15), να υποβάλουν αιτήσεις μετάθεσης, ακόμα και όταν δεν έχουν προκηρυχθεί κενές, προς κάλυψη, θέσεις του βαθμού τους με αντικειμενικά κριτήρια (μόρια), για την περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων τους, ανεξάρτητα εάν έχουν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, εφόσον υπάγονται σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:

α. πολύτεκνοι,

β. έχοντες μέλος της ιδίας οικογένειας με αναπηρία 67% τουλάχιστον ή με αναπηρία Α.ΜΕ.Α. γ. έχοντες τρία (3) τέκνα.

Επί των αιτήσεων αυτών αποφαίνεται το αρμόδιο όργανο, βάσει κοινωνικών και υπηρεσιακών κριτηρίων. Οι αιτούντες αστυνομικοί δύνανται να μετατεθούν κάνοντας χρήση των διατάξεων της παρούσας παραγράφου μόνο μία φορά».

Άρθρο 8

Η περίπτωση ε' της παραγράφου 4 του άρθρου 14 του Π.δ. 100/2003, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 8 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«ε. Το Β' δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου κάθε έτους το αρμόδιο Συμβούλιο Μεταθέσεων, εκτιμώντας τις υπηρεσιακές ανάγκες, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί από τις τελευταίες τακτικές μεταθέσεις καταρτίζει αριθμητικούς πίνακες κατά Διεύθυνση Αστυνομίας ή άλλη εξομοιούμενη με αυτή Υπηρεσία κενών οργανικών θέσεων σε Ανθυπαστυνόμους - Αρχιφύλακες - Αστυφύλακες που πρέπει να πληρωθούν κατά το Γ' δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου, λαμβάνοντας υπόψη και τις αιτήσεις ακυρώσεως που προέκυψαν από τις τακτικές μεταθέσεις. Οι θέσεις θα καλύπτονται από Ανθυπαστυνόμους - Αρχιφύλακες - Αστυφύλακες που ζητούσαν μετάθεση για τις Υπηρεσίες αυτές και μνημονεύονται στους πίνακες των τακτικών μεταθέσεων.

Σε περίπτωση που οι ως άνω θέσεις Αστυφυλάκων δεν καλύπτονται από τις εκκρεμείς αιτήσεις του πίνακα τακτικών μεταθέσεων, καλύπτονται με τοποθετήσεις νεοεξερχόμενων Αστυφυλάκων».

Άρθρο 9

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 15 του Π.δ. 100/2003, όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του Π.δ.107/2012, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Οι προαγόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.δ. 82/2006 (Α' 86) στο βαθμό του Αρχιφύλακα γενικών καθηκόντων μετατίθενται υποχρεωτικά και δε μετακινούνται για οποιοδήποτε λόγο για ένα (1) τουλάχιστον έτος σε Αστυνομικά Τμήματα και Αστυνομικούς Σταθμούς, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3. Οι προαναφερόμενοι παραμένουν στις Υπηρεσίες τους μέχρι την περίοδο των τακτικών μεταθέσεων, οπότε μετατίθενται με τη διαδικασία των επομένων παραγράφων».

2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 15 του Π.δ. 100/2003 όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 Π.δ. 138/2006, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Το πρώτο 10ήμερο του μηνός Ιουλίου με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας καθορίζονται οι κενές οργανικές θέσεις, κατά Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής και Θεσσαλονίκης και Διεύθυνση Αστυνομίας Νομού, που πρέπει να καλυφθούν από τους νεοπροαχθέντες Αρχιφύλακες. Οι ανωτέρω θέσεις υποχρεωτικά προκηρύσσονται στις Διευθύνσεις Αστυνομίας όπου σε οργανικές θέσεις Ανθυπαστυνόμων - Αρχιφυλάκων, δεν υπάρχουν επιλαχόντες με τόπο συμφερόντων από τους πίνακες των τακτικών μεταθέσεων του ιδίου έτους, με εξαίρεση τη Γ.Α.Δ. Αττικής. Κατά το δεύτερο 10ήμερο Ιουλίου οι Αρχιφύλακες αυτοί καλούνται να υποβάλουν υποχρεωτικά δήλωση προτίμησης όλων των ανωτέρω Υπηρεσιών, μετατίθενται δε σ' αυτές με βάση τη σειρά προτεραιότητας του άρθρου 3 του παρόντος και τη σειρά προτίμησης. Δεν επιτρέπεται να καθορισθούν θέσεις προς πλήρωση σε Υπηρεσίες για τις οποίες δεν είχαν καθορισθεί θέσεις προς κάλυψη κατά τις τακτικές μεταθέσεις του ιδίου έτους. Οι μεταθέσεις κοινοποιούνται με διαταγή του Προϊσταμένου Κλάδου Διοικητικής Υποστήριξης και Ανθρώπινου Δυναμικού μέχρι τέλους Ιουλίου. Οι μετατιθέμενοι στις Γ.Α.Δ. Αττικής ή Θεσσαλονίκης κατανέμονται από το οικείο Συμβούλιο Μεταθέσεων στις Διευθύνσεις δικαιοδοσίας τους. Η περαιτέρω τοποθέτηση στις επιμέρους Υπηρεσίες των Διευθύνσεων γίνεται από το οικείο Συμβούλιο Μεταθέσεων με υπηρεσιακά και κοινωνικά κριτήρια και η χορήγηση του Φύλλου Πορείας πραγματοποιείται μέχρι την 31η Αυγούστου. Για την παρούσα μετάθεση λαμβάνονται υπόψη τα μόρια που συγκεντρώνονται με βάση τα κριτήρια των εδαφίων β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος, καθώς και τα μόρια με βάση τη σειρά επιτυχίας κατά τις προαγωγικές εξετάσεις, ως εξής:

(1) Από 1-10% των επιτυχόντων 10 μόρια

(2) Από 11-20% « 9 μόρια

(3) Από 21-30% « 8 μόρια

(4) Από 31-40% « 7 μόρια

(5) Από 41-50% « 6 μόρια

(6) Από 51-60% « 5 μόρια

(7) Από 61-70% « 4 μόρια

(8) Από 71-80% « 3 μόρια

(9) Από 81-90% « 2 μόρια

(10) Από 91-100% « 1 μόριο».

3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 15 του Π.δ. 100/2003 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Οι νεοπροαγόμενοι Αρχιφύλακες που ασκούν καθήκοντα πυροτεχνουργών, συνοδών σκύλων και εκγυμναστών αυτών και προγραμματιστών - αναλυτών - χειριστών μηχανών εισαγωγής στοιχείων και χειριστών του κεντρικού συστήματος Η/Υ της Δ/νσης Πληροφορικής του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, επικεφαλείς χειριστών περιφερειακών συστημάτων (TOP USERS), οι υπηρετούντες στη Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, εφόσον είναι κάτοχοι πτυχίων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με αντικείμενο συναφές προς εκείνο της Υπηρεσίας αυτής, στην Ειδική Κατασταλτική Αντιτρομοκρατική Μονάδα (Ε.Κ.Α.Μ.), στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, καθώς και όσοι υπηρετούν στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών και ασκούν εξειδικευμένα καθήκοντα ή εργαστηριακές εξετάσεις ή έχουν υποστεί ειδικές εκπαιδεύσεις και είναι κάτοχοι πτυχίων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με αντικείμενο συναφές προς εκείνο της Υπηρεσίας αυτής, παραμένουν στις Υπηρεσίες τους, εφόσον υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις και σχετική πρόταση των Υπηρεσιών τους. Επίσης παραμένουν στην ίδια περιοχή μετάθεσης, ανεξαρτήτως ύπαρξης κενών οργανικών θέσεων, οι πολύτεκνοι, οι έχοντες μέλος της ιδίας οικογένειας με αναπηρία 67% τουλάχιστον ή με αναπηρία Α.Μ.Ε.Α., οι έχοντες τρία τέκνα, καθώς και όσοι εμπίπτουν στις περιπτώσεις του εδαφίου ιδ' παρ. 1 άρθρου 17 του παρόντος διατάγματος, καθώς και εκείνοι που μετατέθηκαν με αντικειμενικά κριτήρια στον τόπο συμφερόντων τους και όσοι τοποθετήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του παρόντος διατάγματος».

Άρθρο 10

1. Η περίπτωση δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής:

«δ. Σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή τέκνου ή πάθησης από δυσίατο νόσημα, όπως αυτό ορίζεται στην υπ' αριθμ. Υ1/Γ.Π./οικ.16884 από 12-10-2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (Β'1386), όπως ισχύει, του αστυνομικού ή μέλους της ίδιας οικογένειάς του, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου στην Υπηρεσία του και έκδοση σχετικής γνωμάτευσης από την Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή (Α.Υ.Ε.) της Ελληνικής Αστυνομίας.

Με την αίτηση συνυποβάλλονται: α) αντίγραφο του ατομικού δελτίου ασθενειών, εφόσον η πάθηση αφορά τον ίδιο, β) πλήρες ιστορικό της νόσου από τον θεράποντα ιατρό, γ) αντίγραφο των σχετικών προς την επικαλούμενη πάθηση εντολών υγειονομικής περίθαλψης και συνταγογραφούμενων φαρμάκων, από τα ατομικά βιβλιάρια νοσηλείας και συνταγολογίου, δ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου, ειδικού επί της παθήσεως και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με την πάθηση, όπως εξιτήριο Νοσοκομείου ή Κλινικής, γνωματεύσεις Υγειονομικών Επιτροπών ή άλλων ειδικών επί της παθήσεως ιατρών, αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων κ.λπ., προς διευκόλυνση του ιδίου και των αρμοδίων Υπηρεσιών και ε) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου του τόπου για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος, στην οποία να αναφέρεται ότι ο έχων την περιγραφόμενη πάθηση θα δύναται να παρακολουθείται για το πρόβλημά του στον τόπο αυτό ή προσκόμιση αντίστοιχης γνωμάτευσης ιατρού, ειδικού επί της παθήσεως, του τόπου για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος.

Η Υπηρεσία του ενδιαφερομένου υποβάλλει την αίτηση και τα συνημμένα δικαιολογητικά στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και αυτή στη συνέχεια παραπέμπει τον πάσχοντα αστυνομικό ή το πάσχον μέλος της ιδίας οικογένειάς του ενώπιον της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής, διαβιβάζοντας αυτή όλη τη σχετική αλληλογραφία. Η αυτοπρόσωπη παρουσίαση στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή του πάσχοντος μέλους της ιδίας οικογένειας του αστυνομικού δεν απαιτείται σε περίπτωση που συντρέχουν σοβαροί λόγοι αδυναμίας μετακίνησής του, που προκύπτουν από γνωμάτευση του εκτελούντος χρέη υπηρεσιακού ιατρού στον τόπο διαμονής του ενδιαφερομένου.

Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή στη συνέχεια εξετάζει τους παραπεμπόμενους και γνωματεύει σχετικά. Σε περίπτωση που η γνωμάτευσή της αφορά αστυνομικό που πάσχει από δυσίατο νόσημα προχωρεί σε κρίση της σωματικής του ικανότητας, από υγειονομικής πλευράς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Στην ίδια γνωμάτευσή της η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή θα αποφαίνεται: α) αν πληρούνται οι προϋποθέσεις επαρκούς ιατρικής παρακολούθησης του έχοντος το δυσίατο νόσημα αιτούντος αστυνομικού ή μέλους της ιδίας οικογένειάς του στον τόπο για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος και β) αν η κατάστασή του επιτρέπει την ασφαλή μετακίνησή του».

2. Η περίπτωση ια' της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του Π.δ. 85/2011, τροποποιείται ως εξής:

«ια. Ύστερα από αίτηση αμοιβαίας μετάθεσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι υπηρετούν σε Υπηρεσίες της αυτής περιοχής μετάθεσης. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η υποβολή αίτησης αμοιβαίας μετάθεσης για άλλη περιοχή μετάθεσης, για τους αστυνομικούς μέχρι το βαθμό του Αστυνόμου Β. Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να υποβάλει αίτημα αμοιβαίας μετάθεσης με τον πρώτο επιλαχόντα των πινάκων των τακτικών μεταθέσεων του τρέχοντος έτους της αντίστοιχης περιοχής στην οποία επιθυμεί να μετατεθεί. Σε περίπτωση μη επιθυμίας του πρώτου επιλαχόντα, με μέριμνα του ενδιαφερομένου θα κινείται η ίδια διαδικασία με τον δεύτερο επιλαχόντα και ούτω καθεξής.

Η μη δήλωση επιθυμίας των επιλαχόντων, θα προκύπτει από υπεύθυνη δήλωσή τους, την οποία θα προσκομίζει μαζί με το αίτημα αμοιβαίας μετάθεσης ο ενδιαφερόμενος. Δε γίνεται δεκτή η αίτηση για αμοιβαία μετάθεση των νεοεξερχομένων των Σχολών και νεοπροαχθέντων αρχιφυλάκων, πριν την παρέλευση τριετίας από την τοποθέτηση ή μετάθεσή τους αντίστοιχα. Οι διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 12 του παρόντος έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή. Οι αμοιβαίες μεταθέσεις ενεργούνται μεταξύ κατεχόντων ίδια οργανική θέση».

3. Η περίπτωση ιδ' της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Π.δ. 100/2003, αντικαθίσταται ως εξής:

«ιδ. Για λόγους συνυπηρέτησης με σύζυγο δικαστικό λειτουργό, συνοριακό φύλακα ή ειδικό φρουρό ή στρατιωτικό ή αστυνομικό ή λιμενικό ή πυροσβεστικό υπάλληλο. Στις τέσσερις τελευταίες περιπτώσεις, ο κατά βαθμό κατώτερος ακολουθεί τον ανώτερο. Στην περίπτωση συνυπηρέτησης με σύζυγο αστυνομικό και εφόσον οι υπηρεσιακές ανάγκες το επιτρέπουν, μέχρι το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου δύναται να μην ισχύει ο προαναφερόμενος περιορισμός. Επιπλέον, για συνυπηρέτηση αστυνομικού με σύζυγο Ειδικό Φρουρό επιτρέπεται μετάθεση μέχρι και το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου.

Εάν παύσουν να υφίστανται οι λόγοι για τους οποίους πραγματοποιήθηκε η μετάθεση, πριν την παρέλευση πενταετίας από την εκτέλεση αυτής και εφόσον δεν έχει αποκτηθεί από το γάμο αυτό τέκνο, ο αστυνομικός μετατίθεται υποχρεωτικά σε Υπηρεσία της περιοχής μετάθεσης από την οποία είχε μετατεθεί για λόγους συνυπηρέτησης. Η ενημέρωση της Υπηρεσίας για έλλειψη των λόγων συνιστά υποχρέωση του ιδίου του αστυνομικού ο οποίος οφείλει να υποβάλει άμεσα σχετική αναφορά. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα».

4. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του Π.δ. 85/2011, προστίθεται περίπτωση κγ' ως εξής:

«κγ. Σε περίπτωση θανάτου γονέα ή αδελφού, ο οποίος υπηρετούσε στην Ελληνική Αστυνομία και τραυματίστηκε θανάσιμα κατά την εκτέλεση του καθήκοντος».

Άρθρο 11

1. Η περίπτωση θ' της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Π.δ. 100/2003, αντικαθίσταται ως εξής:

«θ. Για τη διευκόλυνση των καθηκόντων του Προέδρου και του Γραμματέα των Δευτεροβαθμίων Συνδικαλιστικών Οργανώσεων καθώς και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου τα οποία κατέχουν θέση στο Προεδρείο ή στην Εκτελεστική Γραμματεία των ως άνω οργανώσεων, ύστερα από αίτησή τους, εφόσον υπηρετούν σε Υπηρεσία που εδρεύει εκτός της περιοχής μετάθεσης της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής. Στην περίπτωση αυτή, οι μεν Πρόεδροι και Γραμματείς αποσπώνται στη Διεύθυνση Εσωτερικών Λειτουργιών του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους, οι δε λοιποί αποσπώνται σε Υπηρεσίες που εδρεύουν στην περιοχή μετάθεσης της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, κατόπιν αιτιολογημένης πρότασης των ως άνω οργανώσεων και για το χρονικό διάστημα που χρειάζεται για την άσκηση των καθηκόντων τους κατά τη διάρκεια της θητείας τους».

2. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Π.δ. 100/2003, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 11 του Π.δ. 85/2011 και την παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Π.δ. 132/2011, προστίθενται περιπτώσεις ιε’ ιστ' και ιζ' ως εξής:

«ιε. Σε περίπτωση διορισμού ως δικαστικού συμπαραστάτη από το αρμόδιο δικαστήριο σε γονείς ή αδέλφια που πάσχουν από δυσίατο νόσημα, όπως αυτό ορίζεται στην υπ' αριθμ. Υ1/Γ.Π./οικ.16884 από 12-10-2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (Β'1386), όπως ισχύει, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου στην Υπηρεσία του και έκδοση σχετικής γνωμάτευσης από την Ανωτάτη Υγειονομική Επιτροπή της Ελληνικής Αστυνομίας. Με την αίτηση συνυποβάλλονται α) πλήρες ιστορικό της νόσου από τον θεράποντα ιατρό, β) αντίγραφο των σχετικών προς την επικαλούμενη πάθηση εντολών υγειονομικής περίθαλψης και συνταγογραφούμενων φαρμάκων, από τα ατομικά βιβλιάρια νοσηλείας και συνταγολογίου, γ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου, ειδικού επί της παθήσεως και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με την πάθηση, όπως εξιτήριο Νοσοκομείου ή Κλινικής, γνωματεύσεις Υγειονομικών Επιτροπών ή άλλων ειδικών επί της παθήσεως ιατρών, αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων κ.λπ., προς διευκόλυνση του ιδίου και των αρμοδίων Υπηρεσιών και δ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου του τόπου για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος, στην οποία να αναφέρεται ότι ο έχων την περιγραφόμενη πάθηση θα δύναται να παρακολουθείται για το πρόβλημά του στον τόπο αυτό ή προσκόμιση αντίστοιχης γνωμάτευσης ιατρού, ειδικού επί της παθήσεως, του τόπου για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος.

Η Υπηρεσία του ενδιαφερομένου υποβάλλει την αίτηση και τα συνημμένα δικαιολογητικά στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και αυτή στη συνέχεια παραπέμπει το πάσχον μέλος της οικογένείας του ενώπιον της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής, διαβιβάζοντας αυτή όλη τη σχετική αλληλογραφία. Η αυτοπρόσωπη παρουσίαση στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή του πάσχοντος μέλους της οικογένειάς του αστυνομικού δεν απαιτείται σε περίπτωση που συντρέχουν σοβαροί λόγοι αδυναμίας μετακίνησής του, που προκύπτουν από γνωμάτευση του εκτελούντος χρέη υπηρεσιακού ιατρού στον τόπο διαμονής του ενδιαφερομένου.

Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή στη συνέχεια εξετάζει τους παραπεμπόμενους και γνωματεύει σχετικά. Στην ίδια γνωμάτευση, η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή αποφαίνεται αν πληρούνται οι προϋποθέσεις επαρκούς ιατρικής παρακολούθησης του έχοντος το δυσίατο νόσημα μέλους της οικογένειας του αστυνομικού στον τόπο για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος. Η διάρκεια της απόσπασης είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κατ' έτος εφόσον ο αστυνομικός αποδεικνύει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις οποίες αρχικά χορηγήθηκε. Ο χρόνος απόσπασης λογίζεται ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του και δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης.

ιστ. Σε περίπτωση διάζευξης αστυνομικού και στον οποίο έχει ανατεθεί η επιμέλεια του ανήλικου τέκνου του. Η διάρκεια της απόσπασης είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κατ' έτος εφόσον ο αστυνομικός αποδεικνύει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις οποίες αρχικά χορηγήθηκε, υποβάλοντας πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο. Η ενημέρωση της Υπηρεσίας για τυχόν μεταβολή της οικογενειακής κατάστασης συνιστά υποχρέωση του ίδιου του αστυνομικού ο οποίος οφείλει να υποβάλει άμεσα σχετική αναφορά. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χρόνος απόσπασης λογίζεται ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του και δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης.

ιζ. Για τους νεοεξερχόμενους Αστυφύλακες και Υπαστυνόμους Β' από τη Σχολή Αξιωματικών, καθώς και για τους νεοπροαχθέντες Αρχιφύλακες, σε Αστυνομικά Τμήματα των Διευθύνσεων Αστυνομίας Αλεξανδρούπολης, Ορεστιάδας, Λέσβου, Σάμου, Χίου, Α' Δωδεκανήσου και Β' Δωδεκανήσου, μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από την τοποθέτηση ή μετάθεσή τους αντίστοιχα. Επίσης, οι νεοεξερχόμενοι Υπαστυνόμοι Β' από τη Σχολή Αξιωματικών δύνανται να αποσπούνται κατ' εφαρμογή του άρθρου 19 παρ. 2 περίπτ. σε Αστυνομικά Τμήματα ή Αστυνομικούς Σταθμούς της αυτής περιοχής μετάθεσης, μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από την τοποθέτησή τους, εφόσον δεν είναι δυνατή η απόσπαση έτερου Αξιωματικού για την αναπλήρωση κωλυομένου Υπαστυνόμου που διοικεί αυτοτελή Υπηρεσία».

Άρθρο12

Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του Π.δ. 100/2003, προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Δύναται να ανανεωθεί για ακόμη δύο (2) μήνες, χωρίς τη συναίνεση του μετακινούμενου. Δεν επιτρέπεται νέα προσωρινή μετακίνηση εφόσον έχει συμπληρωθεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και δεν έχει παρέλθει έτος από τη λήξη της προηγούμενης προσωρινής μετακίνησης. Δυνατότητα περαιτέρω ανανέωσής της χωρίς τις προαναφερόμενες χρονικές προϋποθέσεις, θα υφίσταται μόνο με τη συναίνεση του μετακινούμενου».

Άρθρο 13

Η περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του Π.δ. 100/2003, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του Π.δ. 85/2011, αντικαθίσταται ως εξής: «α. Από την προκήρυξη των εκλογών (Ευρωεκλογές -Βουλευτικές - Νομαρχιακές - Δημοτικές) ή δημοψηφίσματος και μέχρι την πέμπτη ημέρα από την ημερομηνία διεξαγωγής της ψηφοφορίας».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

Τροποποίηση διατάξεων του Π.δ. 211/2005 «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετακινήσεις συνοριακών φυλάκων και ειδικών φρουρών» (Α' 254)

Άρθρο 14

1. Οι περιπτώσεις α, β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίστανται ως εξής:

«α. Του τόπου γέννησης του ιδίου ή του συζύγου του ή του πλησιέστερου προς αυτόν τόπου της αυτής περιοχής μετάθεσης,

β. Του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο ίδιος και γ. Του τόπου στον οποίο έχει ιδιόκτητη κατοικία ο ίδιος, ο/η σύζυγός του ή οι γονείς του ιδίου».

2. Στο άρθρο 2 του Π.δ. 211/2005 προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:

«6. Ως δυσίατα νοσήματα θεωρούνται οι νοσηρές καταστάσεις και τα νοσήματα, που απαιτούν μακροχρόνια νοσηλεία ή θεραπεία, προσβάλλουν ένα ή περισσότερα όργανα και χαρακτηρίζονται από εξάρσεις ή υφέσεις».

Άρθρο 15

1. Η υποπερίπτωση (4) της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«(4) Οι έγγαμοι ειδικοί φρουροί για κάθε πλήρες έτος μετάθεσης μακράν του τόπου κατοικίας του/της συζύγου του/της λόγω εργασίας ή ασκήσεως επαγγέλματος, που πιστοποιείται με βεβαίωση του αρμοδίου ασφαλιστικού φορέα και βεβαίωση διαμονής του οικείου Δήμου, εφόσον ο τόπος αυτός ανήκει σε άλλη περιοχή μετάθεσης και απέχει τουλάχιστον τριάντα (30) χιλιόμετρα από την έδρα της Υπηρεσίας τους και υποβάλλουν κατ' έτος αίτηση μετάθεσης για τον τόπο αυτό, λαμβάνουν ένα (1) μόριο για απόσταση από 30 έως 200 χλμ, τρία (3) μόρια για απόσταση από 201 έως 400 χλμ και πέντε (5) μόρια για απόσταση πέραν των 401 χλμ. Η υποβολή αίτησης για τον ως άνω σκοπό επιτρέπεται και στην περίπτωση που δεν έχουν προκηρυχθεί προς κάλυψη κενές θέσεις της κατηγορίας τους για τη συγκεκριμένη περιοχή μετάθεσης ανεξαρτήτως αν συντρέχουν οι χρονικές προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 12».

2. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Π.δ. 211/2005, προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Ο χρόνος απόσπασης - μετακίνησης ειδικού φρουρού με αίτησή του στον τόπο συμφερόντων του, εξαιρουμένων των αποσπάσεων - μετακινήσεων που διατάσσονται για ενίσχυση αστυνομικών Υπηρεσιών αεροδρομίων και αστυνομικών Υπηρεσιών σε περιοχές αυξημένου τουριστικού ενδιαφέροντος, λογίζεται για το διάστημα αυτό, ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του.

Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται για τους ειδικούς φρουρούς που αποσπώνται ή μετακινούνται σε Υπηρεσίες των Διευθύνσεων Αστυνομίας Αλεξανδρούπολης, Ορεστιάδας, Λέσβου, Σάμου, Χίου, Α' Δωδεκανήσου και Β' Δωδεκανήσου. Επίσης, δεν εφαρμόζεται για τους ειδικούς φρουρούς που αποσπώνται ή μετακινούνται για τη διαχείριση μεταναστευτικών ροών καθώς και για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων, έκτακτων και απρόβλεπτων φυσικών καταστροφών ευρείας κλίμακας, όταν η ενίσχυση διενεργείται κατόπιν πρωτοβουλίας της Υπηρεσίας».

3. Η παράγραφος 4 του άρθρου 3 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Στη σειρά προτεραιότητας για τις μεταθέσεις με αντικειμενικά κριτήρια (μόρια) προηγούνται οι ειδικοί φρουροί που έχουν στην περιοχή, για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».

4. Η παράγραφος 5 του άρθρου 3 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Τα μόρια που λαμβάνει ο ειδικός φρουρός λόγω αποστάσεως από τον τόπο συμφερόντων του ή τον τόπο κατοικίας λόγω εργασίας ή ασκήσεως επαγγέλματος της συζύγου του διαγράφονται μετά την κοινοποίηση της διαταγής μετάθεσής του στην περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων του, καθώς και μετά την τυχόν ακύρωση της μετάθεσής του σε οποιαδήποτε περιοχή μετάθεσης. Μετά την ακύρωση της μετάθεσης, τα ανωτέρω τυχόν δικαιούμενα μόρια, προσμετρούνται από την Σεπτεμβρίου του έτους ακύρωσης της μετάθεσης».

Άρθρο 16

1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 4 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Η υποβολή δήλωσης αλλαγής τόπου συμφερόντων μεταβάλει τον αριθμό μορίων που συγκεντρώθηκαν με βάση τον προηγούμενο τόπο συμφερόντων. Τα μόρια που αναλογούν σε κάθε ενδιαφερόμενο υπολογίζονται σύμφωνα με το νέο τόπο συμφερόντων, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 3».

2. Η παράγραφος 4 του άρθρου 6 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Η Σχολή Αστυφυλάκων, κοινοποιεί στους συνοριακούς φύλακες, ένα μήνα πριν την αποφοίτησή τους, την απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας περί κατανομής των οργανικών θέσεων της κατηγορίας τους και τους καλεί να υποβάλουν αιτήσεις στις οποίες δηλώνουν υποχρεωτικά όλες τις Υπηρεσίες που αναφέρονται στην απόφαση, κατά σειρά προτίμησής τους. Όσοι υπάγονται στην κατηγορία της παραγράφου 6, υποβάλλουν και αντίγραφα των σχετικών πιστοποιητικών. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας τουλάχιστον 15 ημέρες πριν την αποφοίτησή τους».

3. Η παράγραφος 5 του άρθρου 6 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Στις τοποθετήσεις που αφορούν την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου προηγούνται οι συνοριακοί φύλακες που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».

Άρθρο 17

1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του Π.δ. 211/2005, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 1 του Π.δ. 161/2008 (Α'221), αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας καθορίζεται ο αριθμός των κενών οργανικών θέσεων που, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες, θα πληρωθούν από τους αποφοιτούντες ειδικούς φρουρούς, κατά Διεύθυνση Αστυνομίας ή ισότιμη Υπηρεσία. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται ένα μήνα τουλάχιστον πριν από την αποφοίτησή τους στις Διευθύνσεις Αστυνομίας ή ισότιμες Υπηρεσίες στις οποίες θα τοποθετηθούν και στη Σχολή Αστυφυλάκων. Οι Υπηρεσίες αυτές οφείλουν, μέσα σε 10 ημέρες από την κοινοποίηση, να αναφέρουν στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας τις συγκεκριμένες Υπηρεσίες δικαιοδοσίας τους που θα τοποθετήσουν τους ειδικούς φρουρούς που κατανέμονται με την απόφαση του Αρχηγού. Η Σχολή Αστυφυλάκων κοινοποιεί αμέσως την απόφαση αυτή στους ειδικούς φρουρούς, οι οποίοι δηλώνουν υποχρεωτικά με αίτησή τους όλες τις Υπηρεσίες που αναφέρονται σ' αυτή, κατά σειρά προτίμησής τους, με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας τουλάχιστον 15 ημέρες πριν την αποφοίτησή τους».

2. Η παράγραφος 4 του άρθρου 7 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Στις τοποθετήσεις προηγούνται οι ειδικοί φρουροί που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».

Άρθρο 18

Η παράγραφος 2 του άρθρου 8 του Π.δ. 211/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι μετατασσόμενοι σε υπηρεσία γραφείου τοποθετούνται με διαταγή του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, αποκλειστικά για την άσκηση καθηκόντων διοικητικής υποστήριξης.

Όσοι από τους μετατασσόμενους σε υπηρεσία γραφείου τοποθετήθηκαν σε άλλη περιοχή μετάθεσης κατ' εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου και στη συνέχεια επανέρχονται στην ενεργό υπηρεσία, τοποθετούνται υποχρεωτικά σε υπηρεσία της ίδιας περιοχής μετάθεσης στην οποία υπηρετούσαν κατά το χρόνο μετάταξής τους σε υπηρεσία γραφείου».

Άρθρο 19

Η παράγραφος 3 του άρθρου 11 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Οι αιτήσεις για μεταθέσεις εντός της ίδιας περιοχής μετάθεσης υποβάλλονται το πρώτο 15νθήμερο του Μαΐου. Οι μεταθέσεις διατάσσονται το δεύτερο 15νθήμερο του Ιουλίου και πραγματοποιούνται μέχρι 31 Αυγούστου κάθε έτους. Στη σειρά προτεραιότητας προηγούνται οι συνοριακοί φύλακες που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».

Άρθρο 20

1. Η παράγραφος 6 του άρθρου 12 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Στη σειρά προτεραιότητας προηγούνται οι ειδικοί φρουροί που έχουν στην περιοχή για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο συμφερόντων τους».

2. Η παράγραφος 8 του άρθρου 12 του Π.δ. 211/2005 αντικαθίσταται ως εξής:

«8. Οι ειδικοί φρουροί, δύνανται να υποβάλουν αιτήσεις μετάθεσης με αντικειμενικά κριτήρια (μόρια), ακόμα και όταν δεν έχουν προκηρυχθεί κενές, προς κάλυψη, θέσεις της κατηγορίας τους, για την περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων τους, ανεξάρτητα εάν έχουν την προϋπόθεση της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, εφόσον υπάγονται στις ακόλουθες κατηγορίες:

α. πολύτεκνοι

β. έχοντες μέλος της ιδίας οικογένειας με αναπηρία 67% τουλάχιστον ή με αναπηρία Α.ΜΕ.Α.

γ. έχοντες τρία (3) τέκνα.

Επί των αιτήσεων αυτών αποφαίνεται το αρμόδιο όργανο, βάσει κοινωνικών και υπηρεσιακών κριτηρίων. Οι αιτούντες ειδικοί φρουροί δύνανται να μετατεθούν κάνοντας χρήση των διατάξεων της παρούσας παραγράφου μόνο μία φορά».

3. Η παράγραφος 9 του άρθρου 12 του Π.δ. 211/2005, όπως προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 166/2007 και τροποποιήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 36/2011 (Α' 95), αντικαθίσταται ως εξής:

«9. Το Γ' δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου κάθε έτους, ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, εκτιμώντας τις υπηρεσιακές ανάγκες, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί από τις τελευταίες τακτικές μεταθέσεις καταρτίζει αριθμητικούς πίνακες κατά Διεύθυνση Αστυνομίας ή άλλη εξομοιούμενη με αυτή Υπηρεσία κενών οργανικών θέσεων σε ειδικούς φρουρούς που πρέπει να πληρωθούν κατά το Γ' δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου, λαμβάνοντας υπόψη και τις αιτήσεις ακυρώσεως που προέκυψαν από τις τακτικές μεταθέσεις. Οι θέσεις θα καλύπτονται από ειδικούς φρουρούς που ζητούσαν μετάθεση για τις Υπηρεσίες αυτές και μνημονεύονται στους πίνακες των τακτικών μεταθέσεων».

4. Στο τέλος του άρθρου 12 του Π.δ. 211/2005, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του Π.δ. 161/2008, τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 166/2007 και την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Π.δ. 36/2011, προστίθεται παράγραφος 10 ως εξής:

«10. Ειδικοί φρουροί που μετατίθενται για λόγους πειθαρχίας σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13, δεν επιτρέπεται για οποιοδήποτε λόγο να μετατεθούν εκ νέου σε Υπηρεσίες της περιοχής από την οποία μετατέθηκαν πριν την παρέλευση δεκαετίας».

Άρθρο 21

1. Η περίπτωση γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«γ. Όταν υποβαθμίζεται ή καταργείται Υπηρεσία ή ιδρύεται νέα. Στην τελευταία περίπτωση και εφόσον στη νέα Υπηρεσία μετατίθεται προσωπικό από άλλη περιοχή μετάθεσης, αυτό προέρχεται από τους οικείους πίνακες τακτικών μεταθέσεων κατά σειρά προτεραιότητας. Σε περίπτωση που οι θέσεις δεν καλύπτονται από τους παραπάνω πίνακες καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλλουν σχετική αίτηση, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 11 και 12 του παρόντος διατάγματος».

2. Η περίπτωση ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«ε. Σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή τέκνου ή πάθησης από δυσίατο νόσημα, όπως αυτό ορίζεται στην υπ' αριθμ. Υ1/Γ.Π./οικ.16884 από 12-10-2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (Β'1386), όπως ισχύει, του ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα ή μέλους της ίδιας οικογένειάς του, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου στην Υπηρεσία του και έκδοση σχετικής γνωμάτευσης από την Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή (Α.Υ.Ε.) της Ελληνικής Αστυνομίας.

Με την αίτηση συνυποβάλλονται: α) αντίγραφο του ατομικού δελτίου ασθενειών, εφόσον η πάθηση αφορά τον ίδιο, β) πλήρες ιστορικό της νόσου από τον θεράποντα ιατρό, γ) αντίγραφο των σχετικών προς την επικαλούμενη πάθηση εντολών υγειονομικής περίθαλψης και συνταγογραφούμενων φαρμάκων, από τα ατομικά βιβλιάρια νοσηλείας και συνταγολογίου, δ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου, ειδικού επί της παθήσεως και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με την πάθηση, όπως εξιτήριο Νοσοκομείου ή Κλινικής, γνωματεύσεις Υγειονομικών Επιτροπών ή άλλων ειδικών επί της παθήσεως ιατρών, αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων κ.λπ., προς διευκόλυνση του ιδίου και των αρμοδίων Υπηρεσιών και ε) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου του τόπου για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος, στην οποία να αναφέρεται ότι ο έχων την περιγραφόμενη πάθηση θα δύναται να παρακολουθείται για το πρόβλημά του στον τόπο αυτό ή προσκόμιση αντίστοιχης γνωμάτευσης ιατρού, ειδικού επί της παθήσεως, του τόπου για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος.

Η Υπηρεσία του ενδιαφερομένου υποβάλλει την αίτηση και τα συνημμένα δικαιολογητικά στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και αυτή στη συνέχεια παραπέμπει τον πάσχοντα ειδικό φρουρό ή συνοριακό φύλακα ή το πάσχον μέλος της ιδίας οικογένειάς του ενώπιον της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής, διαβιβάζοντας σ' αυτή όλη τη σχετική αλληλογραφία. Η αυτοπρόσωπη παρουσίαση στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή του πάσχοντος μέλους της ιδίας οικογένειας του ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα δεν απαιτείται σε περίπτωση που συντρέχουν σοβαροί λόγοι αδυναμίας μετακίνησής του, που προκύπτουν από γνωμάτευση του εκτελούντος χρέη υπηρεσιακού ιατρού στον τόπο διαμονής του ενδιαφερομένου.

Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή στη συνέχεια εξετάζει τους παραπεμπόμενους και γνωματεύει σχετικά. Σε περίπτωση που η γνωμάτευσή της αφορά ειδικό φρουρό ή συνοριακό φύλακα που πάσχει από δυσίατο νόσημα προχωρεί σε κρίση της σωματικής του ικανότητας, από υγειονομικής πλευράς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Στην ίδια γνωμάτευσή της η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή θα αποφαίνεται: α) αν πληρούνται οι προϋποθέσεις επαρκούς ιατρικής παρακολούθησης του έχοντος το δυσίατο νόσημα αιτούντος ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα ή μέλους της ιδίας οικογένειάς του στον τόπο για τον οποίο επιθυμεί έκτακτη μετάθεση ο ενδιαφερόμενος και β) αν η κατάστασή του επιτρέπει την ασφαλή μετακίνησή του».

3. Η περίπτωση στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«στ. Ύστερα από αίτηση αμοιβαίας μετάθεσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι υπηρετούν σε Υπηρεσίες της αυτής περιοχής μετάθεσης. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η υποβολή αίτησης αμοιβαίας μετάθεσης για άλλη περιοχή μετάθεσης. Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να υποβάλει αίτημα αμοιβαίας μετάθεσης με τον πρώτο επιλαχόντα των πινάκων των τακτικών μεταθέσεων του τρέχοντος έτους της αντίστοιχης περιοχής στην οποία επιθυμεί να μετατεθεί. Σε περίπτωση μη επιθυμίας του πρώτου επιλαχόντα, με μέριμνα του ενδιαφερομένου θα κινείται η ίδια διαδικασία με τον δεύτερο επιλαχόντα και ούτω καθεξής. Η μη δήλωση επιθυμίας των επιλαχόντων, θα προκύπτει από υπεύθυνη δήλωσή τους, την οποία θα προσκομίζει μαζί με το αίτημα αμοιβαίας μετάθεσης ο ενδιαφερόμενος. Οι διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 12 του παρόντος έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή».

4. Η περίπτωση ζ' της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, αντικαθίσταται ως εξής:

«ζ. Για λόγους συνυπηρέτησης με σύζυγο αστυνομικό ή συνοριακό φύλακα ή ειδικό φρουρό ή πυροσβεστικό υπάλληλο ή στρατιωτικό ή λιμενικό ή δικαστικό λειτουργό. Σε περίπτωση που ο σύζυγος του συνοριακού φύλακα υπηρετεί σε περιοχή που δεν έχουν κατανεμηθεί οργανικές θέσεις της κατηγορίας του δύναται να υπηρετήσει στην πλησιέστερη Διεύθυνση Αστυνομίας, που υπάρχουν οργανικές θέσεις.

Εάν παύσουν να υφίστανται οι λόγοι για τους οποίους πραγματοποιήθηκε η μετάθεση, πριν την παρέλευση πενταετίας από την εκτέλεση αυτής και εφόσον δεν έχει αποκτηθεί από το γάμο αυτό τέκνο, ο ειδικός φρουρός-συνοριακός φύλακας μετατίθεται υποχρεωτικά σε Υπηρεσία της περιοχής μετάθεσης από την οποία είχε μετατεθεί για λόγους συνυπηρέτησης. Η ενημέρωση της Υπηρεσίας για έλλειψη των λόγων συνιστά υποχρέωση του ιδίου του ειδικού φρουρού ο οποίος οφείλει να υποβάλει άμεσα σχετική αναφορά. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα».

5. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 13 του Π.δ. 211/2005, προστίθεται περίπτωση η' ως εξής:

«η. Σε περίπτωση θανάτου γονέα ή αδελφού, ο οποίος υπηρετούσε στην Ελληνική Αστυνομία και τραυματίστηκε θανάσιμα κατά την εκτέλεση του καθήκοντος».

Άρθρο 22

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 15 του Π.δ. 211/2005 προστίθενται περιπτώσεις γ; δ; ε' και στ' ως εξής:

«γ. Για την άσκηση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 93 του Ν.3852/2010 (Α' 87), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του Ν.4071/2012 (Α' 85) και ισχύει. Καθ' όλη τη διάρκεια της απόσπασης τους λογίζεται ότι υπηρετούν στον τόπο συμφερόντων τους και ο χρόνος αυτός δεν θεμελιώνει δικαίωμα αίτησης μετάθεσης.

δ. Σε περίπτωση σπουδών σε Σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για την απόκτηση πρώτου πτυχίου. Η αίτηση απόσπασης ή ανανέωσης αυτής υποβάλλεται το πρώτο 15νθήμερο του μηνός Οκτωβρίου εκάστου έτους, για την περιοχή μετάθεσης, όπου εδρεύει η Σχολή και διαρκεί μέχρι 31 Οκτωβρίου του επόμενου έτους. Η απόσπαση αυτή ανανεώνεται για όσα χρόνια προβλέπεται φοίτηση στη Σχολή, συν δύο (2) έτη, εφόσον ο ειδικός φρουρός-συνοριακός φύλακας προσκομίζει βεβαίωση της οικείας Σχολής από την οποία να προκύπτει ότι έλαβε προαγωγικό βαθμό σε ποσοστό τουλάχιστον 40% των μαθημάτων και των δύο εξαμήνων, στα οποία προστίθενται και τα τυχόν μεταφερόμενα από προηγούμενα εξάμηνα. Ο ειδικός φρουρός- συνοριακός φύλακας στην περίπτωση αυτή λογίζεται, ότι υπηρετεί καθ' όλη τη διάρκεια της απόσπασής του στον τόπο συμφερόντων του. Ο χρόνος απόσπασής του δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση του δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης.

ε. Σε περίπτωση διορισμού ως δικαστικού συμπαραστάτη από το αρμόδιο δικαστήριο σε γονείς ή αδέλφια που πάσχουν από δυσίατο νόσημα, όπως αυτό ορίζεται στην υπ' αριθμ. Υ1/Γ.Π./οικ.16884 από 12-10-2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (Β'1386), όπως ισχύει, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου στην Υπηρεσία του και έκδοση σχετικής γνωμάτευσης από την Ανωτάτη Υγειονομική Επιτροπή της Ελληνικής Αστυνομίας. Με την αίτηση συνυποβάλλονται α) πλήρες ιστορικό της νόσου από τον θεράποντα ιατρό, β) αντίγραφο των σχετικών προς την επικαλούμενη πάθηση εντολών υγειονομικής περίθαλψης και συνταγογραφούμενων φαρμάκων, από τα ατομικά βιβλιάρια νοσηλείας και συνταγολογίου, γ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου, ειδικού επί της παθήσεως και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με την πάθηση, όπως εξιτήριο Νοσοκομείου ή Κλινικής, γνωματεύσεις Υγειονομικών Επιτροπών ή άλλων ειδικών επί της παθήσεως ιατρών, αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων κ.λπ., προς διευκόλυνση του ιδίου και των αρμοδίων Υπηρεσιών και δ) γνωμάτευση Διευθυντή Κλινικής Κρατικού Νοσοκομείου του τόπου για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος, στην οποία να αναφέρεται ότι ο έχων την περιγραφόμενη πάθηση θα δύναται να παρακολουθείται για το πρόβλημά του στον τόπο αυτό ή προσκόμιση αντίστοιχης γνωμάτευσης ιατρού, ειδικού επί της παθήσεως, του τόπου για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος.

Η Υπηρεσία του ενδιαφερομένου υποβάλλει την αίτηση και τα συνημμένα δικαιολογητικά στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και αυτή στη συνέχεια παραπέμπει το πάσχον μέλος της οικογένείας του ενώπιον της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής, διαβιβάζοντας αυτή όλη τη σχετική αλληλογραφία. Η αυτοπρόσωπη παρουσίαση στην Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή του πάσχοντος μέλους της οικογένειάς του ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα δεν απαιτείται σε περίπτωση που συντρέχουν σοβαροί λόγοι αδυναμίας μετακίνησής του, που προκύπτουν από γνωμάτευση του εκτελούντος χρέη υπηρεσιακού ιατρού στον τόπο διαμονής του ενδιαφερομένου.

Η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή στη συνέχεια εξετάζει τους παραπεμπόμενους και γνωματεύει σχετικά. Στην ίδια γνωμάτευση, η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή αποφαίνεται αν πληρούνται οι προϋποθέσεις επαρκούς ιατρικής παρακολούθησης του έχοντος το δυσίατο νόσημα μέλους της οικογένειας του ειδικού φρουρού ή συνοριακού φύλακα στον τόπο για τον οποίο επιθυμεί απόσπαση ο ενδιαφερόμενος. Η διάρκεια της απόσπασης είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κατ' έτος εφόσον ο ειδικός φρουρός ή συνοριακός φύλακας αποδεικνύει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις οποίες αρχικά χορηγήθηκε. Ο χρόνος απόσπασης λογίζεται ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του και δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης.

στ. Σε περίπτωση διάζευξης και ανάθεσης επιμέλειας ανήλικου τέκνου. Η διάρκεια της απόσπασης είναι ετήσια και μπορεί να ανανεώνεται κατ' έτος εφόσον ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύει ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τις οποίες αρχικά χορηγήθηκε, υποβάλλοντας πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο. Η ενημέρωση της Υπηρεσίας για τυχόν μεταβολή της οικογενειακής κατάστασης συνιστά υποχρέωση του ίδιου του Ειδικού Φρουρού -Συνοριακού Φύλακα ο οποίος οφείλει να υποβάλει άμεσα σχετική αναφορά. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χρόνος απόσπασης λογίζεται ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του και δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης».

Άρθρο 23

Στο τέλος του άρθρου 16 του Π.δ. 211/2005 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Δύναται να ανανεωθεί για ακόμη δύο (2) μήνες, χωρίς τη συναίνεση του μετακινούμενου. Δεν επιτρέπεται νέα προσωρινή μετακίνηση εφόσον έχει συμπληρωθεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και δεν έχει παρέλθει έτος από τη λήξη της προηγούμενης προσωρινής μετακίνησης. Δυνατότητα περαιτέρω ανανέωσής της χωρίς τις προαναφερόμενες χρονικές προϋποθέσεις, θα υφίσταται μόνο με τη συναίνεση του μετακινούμενου».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

Τροποποίηση Π.δ. 27/1986 «Άδειες Προσωπικού Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Τάξης του Υπουργείου Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης» (Α'11)

Άρθρο 24

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του Π.δ. 27/1986, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του Π.δ. 12/1994 (Α'10) και το άρθρο 2 του Π.δ. 66/2000 (Α'57), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Η άδεια μητρότητας των γυναικών αστυνομικών χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52 του Ν. 3528/2007 «Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ». (Α'26). Στους άνδρες αστυνομικούς χορηγείται άδεια με αποδοχές, διάρκειας τριών (3) ημερών, σε περίπτωση γέννησης τέκνου τους, κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη γέννηση. Στους αστυνομικούς που υιοθετούν τέκνο χορηγείται με τους ίδιους όρους η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 52 του Ν. 3528/2007 άδεια».

2. Η παράγραφος 5 του άρθρου 10 του Π.δ. 27/1986 αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Γονείς που έχουν ανήλικα τέκνα, τα οποία είναι μαθητές στοιχειώδους, μέσης, γενικής ή τεχνικής εκπαίδευσης δικαιούνται να απουσιάζουν ορισμένες ώρες ή ολόκληρη την ημέρα από την εργασία τους για να επισκεφθούν το σχολείο των παιδιών τους προς παρακολούθηση της σχολικής τους επίδοσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις που εφαρμόζονται για τους δημόσιους πολιτικούς υπαλλήλους».

3. Στο τέλος της παραγράφου 11 του άρθρου 10 του Π.δ. 27/1986, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 1του Π.δ. 13/2007 (Α'9), προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Οι ενδιαφερόμενοι δύνανται να αιτηθούν αντί του μειωμένου ωραρίου, τη χορήγηση, ανά ημερολογιακό έτος και ανά περίπτωση πάσχοντος, άδειας απουσίας διάρκειας είκοσι (20) ημερών, με αποδοχές. Οι διευκολύνσεις της παρούσας παραγράφου χορηγούνται από τους αρμόδιους κατά περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 14. Κατ' εξαίρεση, για το προσωπικό που αναφέρεται στις περιπτώσεις η', ιε' και ιζ' του άρθρου 14, οι ως άνω διευκολύνσεις χορηγούνται από τους αρμόδιους για τη χορήγηση αδειών των περιπτώσεων ζ, ιδ' και ιστ' του ιδίου άρθρου, αντίστοιχα.

4. Στο άρθρο 10 του Π.δ. 27/1986 προστίθενται παράγραφοι 12, 13 και 14 ως εξής:

«12. Στις γυναίκες αστυνομικούς που υποβάλλονται σε διαδικασία ιατρικά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, χορηγείται άδεια απουσίας μίας (1) ημέρας κατά την ημέρα της ωοληψίας και άδεια απουσίας δεκαπέντε (15) ημερών από την εμβρυομεταφορά, με αποδοχές. Στους άνδρες αστυνομικούς χορηγείται άδεια απουσίας μίας (1) ημέρας, κατά την ημέρα της ωοληψίας, καθώς και άδεια απουσίας μίας (1) ημέρας, κατά την ημέρα της εμβρυομεταφοράς της συζύγου του, με αποδοχές.

Αρμόδιοι για την έγκριση χορήγησης των προβλεπόμενων από την παρούσα παράγραφο αδειών είναι οι οριζόμενοι στο άρθρο 14 και για τη χορήγηση τους απαιτείται η προσκόμιση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων του δημόσιου ή ιδιωτικού κέντρου πραγματοποίησης της διαδικασίας ιατρικά υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

13. Στο αστυνομικό προσωπικό χορηγείται άδεια, με αποδοχές, διάρκειας πέντε (5) ημερών σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή συγγενούς έως και β' βαθμού εξ αίματος ή έως και α' βαθμού εξ αγχιστείας, κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την επέλευση του θανάτου.

Αρμόδιοι για την έγκριση χορήγησης της προβλεπόμενης από την παρούσα παράγραφο άδειας είναι οι οριζόμενοι στο άρθρο 14 και για τη χορήγησή της απαιτείται η προσκόμιση σχετικών αποδεικτικών στοιχείων.

14. Το αστυνομικό προσωπικό που πάσχει από νόσημα, το οποίο απαιτεί τακτικές μεταγγίσεις αίματος ή χρήζει περιοδικής νοσηλείας χορηγείται ειδική άδεια απουσίας με αποδοχές έως είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες το χρόνο. Η ως άνω άδεια χορηγείται και στους αστυνομικούς των οποίων οι σύζυγοι ή τα τέκνα πάσχουν από νόσημα, το οποίο απαιτεί τακτικές μεταγγίσεις αίματος ή χρήζουν περιοδικής νοσηλείας, ανά περίπτωση πάσχοντος. Τα νοσήματα που απαιτούν περιοδική νοσηλεία καθορίζονται στις διατάξεις της υπ' αριθ. Φ.400/39/5521 Σχ. 149 από 19.2.1998 απόφασης Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Υγείας και Πρόνοιας (Β'235), όπως εκάστοτε ισχύει.

Η εν λόγω άδεια χορηγείται από τους αρμόδιους κατά περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 14. Κατ' εξαίρεση, για το προσωπικό που αναφέρεται στις περιπτώσεις η', ιε' και ιζ' του άρθρου 14, η εν λόγω άδεια χορηγείται από τους αρμόδιους για τη χορήγηση αδειών των περιπτώσεων ζ', ιδ' και ιστ' του ιδίου άρθρου, αντίστοιχα.

Άρθρο 25

1. Μετά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 10Α του Π.δ. 27/1986, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 1 του Π.δ. 70/2011 (Α'169), προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Ειδικά, η άδεια εννέα (9) μηνών με αποδοχές για ανατροφή παιδιού χορηγείται άπαξ και εξαντλείται μέχρι το παιδί να συμπληρώσει το έκτο (6ο) έτος της ηλικίας του».

2. Στο τέλος του άρθρου 10Α του Π.δ. 27/1986, προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:

«5. Για τους γονείς μονογονεϊκών οικογενειών, τους γονείς μετά από διαζύγιο ή ακύρωση γάμου, οι οποίοι έχουν τη γονική μέριμνα του τέκνου, καθώς και στην περίπτωση που ο ένας εκ των δύο γονέων πάσχει από ψυχική, νοητική ή σωματική αναπηρία με ποσοστό 67% και άνω, η άδεια ανατροφής του τέκνου αυξάνεται κατά ένα (1) μήνα. Το ως άνω διάστημα αυξάνεται κατά δεκαπέντε (15) ημέρες για κάθε επιπλέον τέκνο».

Άρθρο 26

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς των διατάξεων των Κεφαλαίων Α' και Β' αρχίζει από την 01-09-2016, ενώ η ισχύς των διατάξεων του Κεφαλαίου Γ' από τη δημοσίευση του παρόντος διατάγματος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Στον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.

 

ΝΟΜΟΣ 4411/ΦΕΚ Α 142/3.8.2016

Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο και του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της, σχετικά με την ποινικοποίηση πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης, που διαπράττονται μέσω Συστημάτων Υπολογιστών - Μεταφορά στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 2013/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις επιθέσεις κατά συστημάτων πληροφοριών και την αντικατάσταση της απόφασης - πλαισίου 2005/222/ΔΕΥ του Συμβουλίου, ρυθμίσεις σωφρονιστικής και αντεγκληματικής πολιτικής και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΟΝ ΚΥΒΕΡΝΟΧΩΡΟ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΤΗΣ, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΑΞΕΩΝ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΦΟΒΙΚΗΣ ΦΥΣΗΣ, ΠΟΥ ΔΙΑΠΡΑΤΤΟΝΤΑΙ

ΜΕΣΩ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΩΝ

Άρθρο πρώτο

Κυρώνεται και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο που υπογράφηκε στη Βουδαπέστη στις 23 Νοεμβρίου 2001 και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο αυτής αναφορικά με την ποινικοποίηση πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης που διαπράττονται μέσω συστημάτων υπολογιστών που υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 28 Ιανουαρίου 2003, το κείμενο των οποίων σε πρωτότυπο στην αγγλική και γαλλική γλώσσα και σε μετάφραση στην ελληνική έχει ως εξής:

(ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΑΓΓΛΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΒΛΕΠΕ ΟΙΚΕΙΟ ΦΕΚ Α’ 142/3.8.2016).

(Βλέπε: Σύμβαση 23.11.2001 του 2001 ΦΕΚ Α 142/3.8.2016).

Βλέπε: Πρωτόκολλο 28.1.2003 του 2003 ΦΕΚ Α 142/3.8.2016).

Σύμβαση για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο, Βουδαπέστη 23.11.2001

Τα Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και τα άλλα Κράτη που υπογράφουν το παρόν,

Θεωρώντας ότι ο στόχος του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι να επιτύχει μεγαλύτερη ενότητα μεταξύ των μελών του,

Αναγνωρίζοντας την αξία της προώθησης της συνεργασίας με τα άλλα κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας Σύμβασης,

Πεπεισμένα για την ανάγκη να επιδιωχθεί κατά προτεραιότητα μία κοινή αντεγκληματική πολιτική που θα στοχεύει στην προστασία της κοινωνίας από το έγκλημα στον κυβερνοχώρο, κυρίως με την υιοθέτηση της κατάλληλης νομοθεσίας και την ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας.

Έχοντας επίγνωση των θεμελιωδών αλλαγών που επέφερε η ψηφιοποίηση, η σύγκλιση και η συνεχιζόμενη παγκοσμιοποίηση των δικτύων υπολογιστών.

Εκφράζοντας την ανησυχία τους για τον κίνδυνο χρησιμοποίησης των δικτύων υπολογιστών και ηλεκτρονικών πληροφοριών για την διάπραξη εγκλημάτων και αποθήκευσης και μεταφοράς των αποδεικτικών στοιχείων που αφορούν στα εγκλήματα αυτά δια μέσου των δικτύων αυτών.

Αναγνωρίζοντας την ανάγκη για συνεργασία μεταξύ των κρατών του Δημοσίου και του Ιδιωτικού τομέα στην καταπολέμηση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο και την ανάγκη να προστατευθούν τα θεμιτά συμφέροντα στην χρήση και την ανάπτυξη της τεχνολογίας της πληροφορικής.

Πιστεύοντας ότι η αποτελεσματική μάχη κατά του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο απαιτεί αυξημένη, ταχεία και καλά συντονισμένη διεθνή συνεργασία σε θέματα ποινικού ενδιαφέροντος.

Πεπεισμένα ότι η παρούσα Σύμβαση είναι αναγκαία για να αποτρέψει τις ενέργειες που στρέφονται κατά του απορρήτου, της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των συστημάτων υπολογιστών, των δικτύων υπολογιστών και των ηλεκτρονικών δεδομένων καθώς και την μη νόμιμη χρήση αυτών των συστημάτων, δικτύων και δεδομένων, με την ποινικοποίηση αυτής, όπως περιγράφεται στην παρούσα Σύμβαση, και την υιοθέτηση μέτρων για την αποτελεσματική καταπολέμηση αυτών των εγκληματικών πράξεων, διευκολύνοντας τον εντοπισμό, την έρευνα και την δίωξη τους ,τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο και προβλέποντας ρυθμίσεις για ταχεία και αξιόπιστη διεθνή συνεργασία.

Έχοντας κατά νου την ανάγκη διασφάλισης της σωστής ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων της επιβολής του νόμου και του σεβασμού των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως αυτά προστατεύονται από την Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1950 για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, την Διεθνή Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1966 για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα, και τις άλλες ισχύουσες συμβάσεις προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες επιβεβαιώνουν το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να έχει την γνώμη του χωρίς παρεμβάσεις καθώς και το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο περιλαμβάνεται και η ελευθερία της αναζήτησης, λήψης και διανομής πληροφοριών και ιδεών παντός είδους, ανεξαρτήτως συνόρων, καθώς και τα δικαιώματα που αφορούν τον σεβασμό του απορρήτου.

Έχοντας επίσης κατά νου το δικαίωμα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτό ορίζεται για παράδειγμα στην Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1981 για την Προστασία του Ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα.

Έχοντας υπ' όψη την Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1989 για τα Δικαιώματα του Παιδιού και την Σύμβαση του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας του 1999 για τις Χειρότερες Μορφές Παιδικής Εργασίας.

Λαμβάνοντας υπ' όψη τις υφιστάμενες συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης για την συνεργασία στον ποινικό τομέα, καθώς και παρεμφερείς συνθήκες που υφίστανται μεταξύ των Κρατών Μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλων Κρατών και τονίζοντας ότι η παρούσα Σύμβαση έχει ως στόχο να συμπληρώσει αυτές τις συμβάσεις ώστε να καταστήσει περισσότερο αποτελεσματικές τις ποινικές έρευνες και τις διώξεις για εγκληματικές πράξεις που σχετίζονται με συστήματα και δεδομένα υπολογιστών και να καταστήσει δυνατή τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή για εγκληματικές πράξεις.

Επιδοκιμάζοντας τις πρόσφατες εξελίξεις οι οποίες περαιτέρω προάγουν τη διεθνή συνεννόηση και συνεργασία στην καταπολέμηση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο, συμπεριλαμβανομένων των ενεργειών του ΟΗΕ, του ΟΟΣΑ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των G8.

Έχοντας υπόψη τις Συστάσεις της Επιτροπής Υπουργών No. R (85) 10 σχετικά με την πρακτική εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Αμοιβαία Συνδρομή σε Ποινικές Υποθέσεις, όσον αφορά τις αιτήσεις δικαστικής συνδρομής για την άρση απορρήτου τηλεπικοινωνιών, No. R (88) 2 σχετικά με την πειρατεία στον τομέα των πνευματικών και συγγενικών δικαιωμάτων, No. R (87) 15 που ρυθμίζει την χρήση προσωπικών δεδομένων στον αστυνομικό τομέα, No. R (95) 4 σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, με ιδιαίτερη αναφορά στις τηλεφωνικές υπηρεσίες, καθώς και No. R (89) 9 σχετικά με το έγκλημα που σχετίζεται με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, όπου υπάρχουν οδηγίες για τις εθνικές νομοθεσίες σχετικά με τους ορισμούς ορισμένων εγκλημάτων σχετιζόμενων με υπολογιστές, και No. R (95) 13 που αφορά προβλήματα της ποινικής Οικονομίας σε σχέση με την τεχνολογία της πληροφορικής.

Λαμβάνοντας υπ' όψη την υπ' αριθ. 1 Απόφαση που ελήφθη από τους Υπουργούς Δικαιοσύνης της Ευρώπης στην 21η Διάσκεψη τους (Πράγα, 10 και 11 Ιουνίου 1997), η οποία εισηγήθηκε στην Επιτροπή Υπουργών να υποστηρίξει το έργο σχετικά με το έγκλημα στον κυβερνοχώρο που επιτελεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC) με σκοπό να επιτευχθεί προσέγγιση των διατάξεων των εγχώριων ποινικών δικαίων και να καταστεί δυνατή η χρήση αποτελεσματικών μέσων έρευνας των εγκλημάτων αυτών , καθώς και την υπ' αριθ. 3 Απόφαση που ελήφθη από τους Υπουργούς Δικαιοσύνης της Ευρώπης στην 23η Διάσκεψη τους (Λονδίνο, 8 και 9 Ιουνίου 2000), η οποία ενθάρρυνε τα διαπραγματευόμενα μέρη να συνεχίσουν τις προσπάθειες τους με σκοπό να βρεθούν οι κατάλληλες λύσεις ώστε να καταστεί δυνατόν να προσχωρήσει στην Σύμβαση μεγαλύτερος αριθμός Κρατών και αναγνώρισε την ανάγκη ύπαρξης ενός γρήγορου και αποτελεσματικού συστήματος διεθνούς συνεργασίας, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπ' όψη του τις συγκεκριμένες απαιτήσεις της καταπολέμησης του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο.

Έχοντας επίσης υπ' όψη το Σχέδιο Δράσης που υιοθέτησαν οι Αρχηγοί Κρατών και Κυβερνήσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης με την ευκαιρία της Δεύτερης Διάσκεψης Κορυφής (Στρασβούργο, 10 και 11 Οκτωβρίου 1997) για την αναζήτηση κοινά αποδεκτών λύσεων στην ανάπτυξη της τεχνολογίας της πληροφορικής με βάση τα πρότυπα και τις αξίες του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Συμφώνησαν τα εξής:

Κεφάλαιο I – Ορολογία

Άρθρο 1

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης:

α. "σύστημα υπολογιστή" σημαίνει μία συσκευή ή ένα σύνολο διασυνδεδεμένων ή σχετιζόμενων συσκευών, μία ή περισσότερες από τις οποίες πραγματοποιεί αυτόματη επεξεργασία δεδομένων βάσει ενός προγράμματος.

β. "δεδομένα υπολογιστών" σημαίνει αναπαράσταση γεγονότων, πληροφοριών ή εννοιών σε μορφή κατάλληλη για να υποστούν επεξεργασία σε ένα σύστημα υπολογιστή, περιλαμβανομένου και ενός προγράμματος κατάλληλου για να προκαλέσει την εκτέλεση μιας λειτουργίας από ένα σύστημα υπολογιστή.

γ. "πάροχος υπηρεσιών" σημαίνει:

ι. κάθε δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας που παρέχει στους χρήστες των υπηρεσιών του την δυνατότητα να επικοινωνούν μέσω ενός συστήματος υπολογιστή, και

ιι. κάθε άλλος φορέας που επεξεργάζεται ή αποθηκεύει δεδομένα υπολογιστών είτε για λογαριασμό αυτής της υπηρεσίας επικοινωνίας, είτε των χρηστών αυτής της υπηρεσίας.

δ. "δεδομένα κίνησης" σημαίνει τα δεδομένα υπολογιστών που σχετίζονται με μία επικοινωνία μέσω ενός συστήματος υπολογιστή, δημιουργούμενα από ένα σύστημα υπολογιστή που αποτελούσε τμήμα της αλυσίδας επικοινωνίας, τα οποία καταδεικνύουν την προέλευση, τον προορισμό, το δρομολόγιο, το χρόνο, την ημερομηνία, το μέγεθος, τη διάρκεια ή τον τύπο της υφιστάμενης υπηρεσίας της επικοινωνίας.

Κεφάλαιο II - Μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε εθνικό επίπεδο

Τμήμα 1 - Ουσιαστικό ποινικό δίκαιο

Τίτλος 1 - Εγκλήματα κατά της εμπιστευτικότητας, ακεραιότητας και διαθεσιμότητας των δεδομένων και συστημάτων υπολογιστών

Άρθρο 2

Παράνομη πρόσβαση

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η άνευ δικαιώματος πρόσβαση στο σύνολο ή σε μέρος ενός συστήματος υπολογιστή, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση διάπραξης του εγκλήματος την παραβίαση μέτρων ασφαλείας, με την πρόθεση να αποκτηθούν δεδομένα υπολογιστή ή με άλλη αθέμιτη πρόθεση, ή σε σχέση με ένα σύστημα υπολογιστή που είναι συνδεδεμένο με ένα άλλο σύστημα υπολογιστή.

Άρθρο 3

Υποκλοπή

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η υποκλοπή δια τεχνικών μέσων μη δημοσίων διαβιβάσεων δεδομένων υπολογιστή από και προς ή εντός ενός συστήματος υπολογιστή, περιλαμβανομένων και των ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών από ένα σύστημα υπολογιστή στο οποίο ευρίσκονται αυτά τα δεδομένα υπολογιστών, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση της διάπραξης του εγκλήματος την αθέμιτη πρόθεση, ή την επίτευξη σύνδεσης ενός συστήματος υπολογιστή με ένα άλλο σύστημα υπολογιστή.

Άρθρο 4

Παρεμβολές σε δεδομένα

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η άνευ δικαιώματος βλάβη, διαγραφή, φθορά, αλλοίωση ή καταστολή δεδομένων υπολογιστών, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση.

2. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρήσει το δικαίωμα να θέσει ως προϋπόθεση ύπαρξης εγκλήματος για την συμπεριφορά που περιγράφεται στην παρ . 1 την πρόκληση σοβαρής ζημίας.

Άρθρο 5

Παρεμβολές σε συστήματα

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η άνευ δικαιώματος σοβαρή παρακώλυση της λειτουργίας ενός συστήματος υπολογιστή δια της εισαγωγής, διαβίβασης, βλάβης, διαγραφής, φθοράς, αλλοίωσης ή καταστολής δεδομένων υπολογιστή, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση.

Άρθρο 6

Κακή χρήση συσκευών

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η άνευ δικαιώματος και από πρόθεση διάπραξη των κάτωθι:

α. Παραγωγή, πώληση, προμήθεια προς χρήση, εισαγωγή, διανομή ή άλλως διάθεση:

ι. μιας συσκευής, περιλαμβανομένου και ενός προγράμματος υπολογιστή, σχεδιασμένης ή προσαρμοσμένης πρωτίστως με σκοπό τη διάπραξη κάποιου εκ των εγκλημάτων που περιγράφονται στα ως άνω Άρθρα 2 έως 5,

ιι. ενός συνθηματικού ή κωδικού πρόσβασης, ή άλλου παρεμφερούς δεδομένου, με την χρήση του οποίου είναι δυνατόν να αποκτηθεί πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος ενός συστήματος υπολογιστή, με πρόθεση να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό της διάπραξης κάποιου εκ των εγκλημάτων που περιγράφονται στα ως άνω Άρθρα 2 έως 5, και

β. Κατοχή ενός αντικειμένου από τα αναφερόμενα στις παραγράφους α.ι και α.ιι ανωτέρω, με σκοπό τη διάπραξη κάποιου εκ των εγκλημάτων που περιγράφονται στα ως άνω Άρθρα 2 έως 5. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση να υπάρχει κατοχή ενός αριθμού τέτοιων αντικειμένων πριν θεμελιωθεί ποινική ευθύνη.

2. Το παρόν άρθρο δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι δημιουργεί ποινική ευθύνη σε περίπτωση που η παραγωγή, πώληση, προμήθεια προς χρήση, εισαγωγή, διανομή ή άλλως διάθεση ή κατοχή όπως περιγράφεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν γίνεται με σκοπό τη διάπραξη κάποιου εκ των εγκλημάτων που περιγράφονται στα Άρθρα 2 έως 5 της παρούσης Σύμβασης, όπως π.χ. για την πραγματοποίηση επιτρεπτών δοκιμών ή για την προστασία ενός συστήματος υπολογιστή.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρήσει το δικαίωμα να μην εφαρμόσει την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, υπό τον όρο ότι η επιφύλαξη αυτή δεν θα αφορά στην πώληση, στην διανομή ή άλλως στη διάθεση των αντικειμένων που περιγράφονται στην παράγραφο 1 α.ιι του παρόντος άρθρου.

Τίτλος 2 - Εγκλήματα σχετικά με υπολογιστές

Άρθρο 7

Πλαστογραφία σχετική με υπολογιστές

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η από πρόθεση και άνευ δικαιώματος εισαγωγή, αλλοίωση, διαγραφή ή καταστολή δεδομένων υπολογιστή, που έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή μη αυθεντικών δεδομένων, με σκοπό να θεωρηθούν αυτά αυθεντικά ή να γίνουν ενέργειες με βάση αυτά ωσάν να είναι αυθεντικά για νόμιμους σκοπούς, ασχέτως του εάν αυτά τα δεδομένα είναι ή όχι άμεσα αναγνώσιμα ή αντιληπτά. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να θέσει ως προϋπόθεση θεμελίωσης ποινικής ευθύνης την ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης ή παρόμοιας αθέμιτης πρόθεσης.

Άρθρο 8

Απάτη σχετική με υπολογιστές

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό του δίκαιο η από πρόθεση και άνευ δικαιώματος πρόκληση απώλειας ξένης περιουσίας δια της

α. εισαγωγής, αλλοίωσης, διαγραφής ή καταστολής δεδομένων υπολογιστή,

β. παρέμβασης στη λειτουργία ενός συστήματος υπολογιστή

με δόλια ή αθέμιτη πρόθεση όπως, άνευ δικαιώματος, προσπορισθεί οικονομικό όφελος για τον ίδιο ή για άλλο πρόσωπο.

Τίτλος 3 - Εγκλήματα σχετικά με το περιεχόμενο

Άρθρο 9

Εγκλήματα σχετικά με την παιδική πορνογραφία

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθούν στο εσωτερικό δίκαιο του οι ακόλουθες συμπεριφορές, όταν διαπράττονται από πρόθεση και άνευ δικαιώματος:

α. παραγωγή παιδικής πορνογραφίας με σκοπό την διανομή της μέσω ενός συστήματος υπολογιστή,

β. προσφορά ή διάθεση παιδικής πορνογραφίας μέσω ενός συστήματος υπολογιστή,

γ. διανομή ή μετάδοση παιδικής πορνογραφίας μέσω ενός συστήματος υπολογιστή,

δ. προμήθεια παιδικής πορνογραφίας μέσω ενός συστήματος υπολογιστή για ιδία χρήση ή για άλλο πρόσωπο,

ε. κατοχή παιδικής πορνογραφίας σε ένα σύστημα υπολογιστή ή σε ένα μέσο αποθήκευσης δεδομένων υπολογιστή.

2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 ανωτέρω, ο όρος "παιδική πορνογραφία" περιλαμβάνει πορνογραφικό υλικό που απεικονίζει οπτικά:

α. ένα ανήλικο να εμπλέκεται σε σαφώς σεξουαλική συμπεριφορά

β. ένα πρόσωπο που φαίνεται ότι είναι ανήλικο να συμμετέχει σε σαφώς σεξουαλική συμπεριφορά,

γ. ρεαλιστικές εικόνες που απεικονίζουν ένα ανήλικο να εμπλέκεται σε σαφώς σεξουαλική συμπεριφορά.

3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 ανωτέρω, ο όρος "ανήλικος" περιλαμβάνει όλα τα πρόσωπα κάτω των 18 ετών. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, παρά ταύτα, να ορίσει χαμηλότερο όριο ηλικίας, το οποίο δεν μπορεί να είναι κάτω των 16 ετών.

4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να μην εφαρμόσει εν όλω ή εν μέρει τις παραγράφους 1, υποπαραγράφους δ και ε και 2 και τις υποπαραγράφους β και γ.

Τίτλος 4- Εγκλήματα σχετικά με παραβιάσεις δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων

Άρθρο 10

Εγκλήματα σχετικά με παραβιάσεις δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό δίκαιο του η παραβίαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright) όπως αυτά ορίζονται στο δίκαιο αυτού του Συμβαλλομένου Μέρους, σε εκτέλεση των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει από την Πράξη του Παρισιού της 24 Ιουλίου 1971 που αναθεώρησε την Σύμβαση της Βέρνης για την Προστασία των Λογοτεχνικών και Καλλιτεχνικών Έργων (the Bern Convention for the Protection of Literary and Artistic Works), την Συμφωνία για τις Εμπορικές Πτυχές των Δικαιωμάτων Διανοητικής Ιδιοκτησίας (the Agreement on Trade-Related Aspects of Intellectual Property Rights) και την Συνθήκη του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας WIPO για την πνευματική ιδιοκτησία (the WIPO Copyright Treaty), με εξαίρεση τα ηθικά δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που παρέχονται από αυτές τις συμβάσεις, στην περίπτωση που αυτές οι πράξεις διαπράττονται από πρόθεση, σε εμπορική κλίμακα και με την χρήση ενός συστήματος υπολογιστή.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό δίκαιο του η παραβίαση των συγγενικών δικαιωμάτων, όπως αυτά ορίζονται στο δίκαιο αυτού του Συμβαλλομένου Μέρους, σε εκτέλεση των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει από τη Σύμβαση για την Προστασία των Ερμηνευτών ή Εκτελεστών Καλλιτεχνών, των Παραγωγών Φωνογραφικών και Ραδιοτηλεοπτικών Οργανισμών (Σύμβαση της Ρώμης) (the International Convention for the Protection of Performers, Producers of Phonograms and Broadcasting Organisations - Rome Convention), την Συμφωνία για τις Εμπορικές Πτυχές των Δικαιωμάτων Διανοητικής Ιδιοκτησίας (the Agreement on Trade-Related Aspects of Intellectual Property Rights) και την Σύμβαση για τις Ερμηνείες / Εκτελέσεις και τα Φωνογραφήματα (the WIPO Performances and Phonograms Treaty), με εξαίρεση τα ηθικά δικαιώματα που παρέχονται από αυτές τις συμβάσεις, όταν αυτές οι πράξεις διαπράττονται από πρόθεση, σε εμπορική κλίμακα και με την χρήση ενός συστήματος υπολογιστή.

3. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να μην προβεί σε ποινικοποίηση σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου σε περιορισμένες περιπτώσεις, υπό τον όρο ότι διαθέτει άλλα αποτελεσματικά, προς τούτο, ένδικα βοηθήματα και ότι αυτή η επιφύλαξη δεν μειώνει τις διεθνείς υποχρεώσεις του Συμβαλλομένου Μέρους, όπως αυτές αναφέρονται στα διεθνή νομικά κείμενα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

Τίτλος 5 - Εξαρτημένη ευθύνη και κυρώσεις

Άρθρο 11

Απόπειρα και συμμετοχή

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό δίκαιο του η συνδρομή ή εξώθηση στη διάπραξη οποιουδήποτε εκ των εγκλημάτων που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 2 έως 10 της παρούσης Σύμβασης, όταν αυτά διαπράττονται από πρόθεση.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να ποινικοποιηθεί στο εσωτερικό δίκαιο του η απόπειρα διάπραξης οιουδήποτε εκ των εγκλημάτων που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 5, 7, 8 και 9.1α και γ της παρούσης Σύμβασης, όταν η απόπειρα αυτή γίνεται από πρόθεση.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να μην εφαρμόσει εν όλω ή εν μέρει την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 12

Ευθύνη Νομικών Προσώπων

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίσει ότι θα θεμελιούται ευθύνη των νομικών προσώπων για ποινικά εγκλήματα που ποινικοποιούνται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, όταν αυτά διαπράττονται προς όφελος των νομικών προσώπων από ένα φυσικό πρόσωπο που ενεργεί είτε ατομικώς ή ως μέλος ενός οργάνου του νομικού προσώπου και έχει ιθύνουσα θέση εντός αυτού του νομικού προσώπου, δυνάμει:

- εξουσιοδότησης να εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο, ή

- εξουσίας να λαμβάνει αποφάσεις για λογαριασμό του νομικού προσώπου, ή

-εξουσίας να ασκεί έλεγχο εντός του νομικού προσώπου.

2. Πέραν των περιπτώσεων που έχουν ήδη προβλεφθεί στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να θεμελιώνεται ευθύνη ενός νομικού προσώπου, όταν η έλλειψη επίβλεψης ή ελέγχου από ένα φυσικό πρόσωπο όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, κατέστησε δυνατή την διάπραξη ενός ποινικού αδικήματος που ποινικοποιείται από την παρούσα Σύμβαση, προς όφελος του νομικού προσώπου από ένα φυσικό πρόσωπο που ενεργεί υπό τον έλεγχο του .

3. Τηρουμένων των νομικών αρχών των Συμβαλλομένων Μερών, η ευθύνη ενός νομικού προσώπου μπορεί να είναι ποινική, αστική ή διοικητική.

4. Η εν λόγω ευθύνη δεν αποκλείει την θεμελίωση ποινικής ευθύνης των φυσικών προσώπων που διέπραξαν το αδίκημα.

Άρθρο 13

Κυρώσεις και μέτρα

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για να εξασφαλίσει ότι τα ποινικά αδικήματα που καθιερώνονται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 τιμωρούνται με αποτελεσματικές, αναλογικές, αποτρεπτικές ποινικές ή μη κυρώσεις ή μέτρα, περιλαμβανομένων των χρηματικών κυρώσεων.

Τμήμα 2 - Δικονομικό Δίκαιο

Τίτλος 1 - Κοινές διατάξεις

Άρθρο 14

Πλαίσιο των δικονομικών διατάξεων

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να θεσπίσει τις αρμοδιότητες και τις διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν τμήμα για τους σκοπούς συγκεκριμένων ποινικών ερευνών ή διώξεων.

2. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που ρητά προβλέπονται στο Άρθρο 21, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος εφαρμόζει τις αρμοδιότητες και τις διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου:

α. Στα ποινικά εγκλήματα που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 της παρούσας Σύμβασης,

β. Στα ποινικά εγκλήματα που διαπράττονται με την χρήση ενός συστήματος υπολογιστή και

γ. Στη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή ενός ποινικού αδικήματος.

3. α. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να επιφυλαχθεί να εφαρμόσει τα μέτρα που αναφέρονται στο Άρθρο 20 μόνον για εγκλήματα ή κατηγορίες εγκλημάτων που θα προσδιορισθούν στην επιφύλαξη, υπό τον όρο ότι το εύρος αυτών των εγκλημάτων ή των κατηγοριών εγκλημάτων δεν θα είναι περισσότερο περιορισμένο από το εύρος των εγκλημάτων στο οποίο (κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος) θα εφαρμόζει τα μέτρα που αναφέρονται στο Άρθρο 21. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος προσπαθεί να περιορίσει αυτήν την επιφύλαξη ώστε να παρέχεται η δυνατότητα της ευρύτερης δυνατής εφαρμογής του μέτρου που αναφέρεται στο Άρθρο 20.

β. Όταν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος, εξ αιτίας περιορισμών στην ισχύουσα νομοθεσία του κατά τον χρόνο υιοθέτησης της παρούσης Σύμβασης, δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει τα μέτρα που αναφέρονται στα Άρθρα 20 και 21 στις επικοινωνίες που διαβιβάζονται εντός ενός συστήματος υπολογιστή ενός παρόχου υπηρεσιών, το οποίο σύστημα:

ι λειτουργεί προς όφελος μιας κλειστής ομάδας χρηστών,

και

ιι δεν χρησιμοποιεί δίκτυο δημοσίων επικοινωνιών και δεν είναι συνδεδεμένο σε άλλο σύστημα υπολογιστή, δημόσιο ή ιδιωτικό, το Συμβαλλόμενο Μέρος αυτό μπορεί να επιφυλαχθεί να μην εφαρμόσει αυτά τα μέτρα σε αυτές τις επικοινωνίες. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος προσπαθεί να περιορίσει αυτήν την επιφύλαξη ώστε να παρέχεται η δυνατότητα της ευρύτερης δυνατής εφαρμογής των μέτρων που αναφέρονται στα Άρθρα 20 και 21.

Άρθρο 15

Όροι και διασφαλίσεις

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος εξασφαλίζει ότι η θέσπιση, εκτέλεση και εφαρμογή των αρμοδιοτήτων και διαδικασιών που προβλέπονται στο παρόν τμήμα υπόκειται στους όρους και τις διασφαλίσεις που προβλέπονται από το εγχώριο δίκαιο του, οι οποίες προβλέπουν επαρκή προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, περιλαμβανομένων και των δικαιωμάτων που δημιουργούνται από τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει δυνάμει της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών του Συμβουλίου της Ευρώπης του 1950, της Διεθνούς Σύμβασης για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα του 1966 του ΟΗΕ, και των λοιπών ισχυουσών διεθνών συμφωνιών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, και οι οποίες ενσωματώνουν την αρχή της αναλογικότητας.

2. Ανάλογα με το είδος της αρμοδιότητας ή της διαδικασίας, αυτοί οι όροι και οι διασφαλίσεις περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων δικαστική ή άλλη ανεξάρτητη επίβλεψη, τους λόγους που δικαιολογούν την εφαρμογή, τον περιορισμό του αντικειμένου και της διάρκειας αυτής της αρμοδιότητας ή διαδικασίας.

3. Στο βαθμό που συμβαδίζει με το δημόσιο συμφέρον και ειδικότερα με την ορθή απονομή δικαιοσύνης, το κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος εξετάζει την επίπτωση που έχουν οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες του παρόντος τμήματος επί των δικαιωμάτων, ευθυνών και θεμιτών συμφερόντων των τρίτων.

Τίτλος 2 - Κατεπείγουσα διατήρηση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστών

Άρθρο 16

Κατεπείγουσα διατήρηση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστών

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να μπορούν οι αρμόδιες αρχές να διατάξουν ή ομοίως να διασφαλίσουν την κατεπείγουσα διατήρηση συγκεκριμένων δεδομένων υπολογιστή, περιλαμβανομένων των στοιχείων κίνησης που έχουν αποθηκευθεί σε ένα σύστημα υπολογιστή, ιδίως όταν πιθανολογείται ότι τα δεδομένα του υπολογιστή είναι ιδιαιτέρως ευάλωτα σε απώλεια ή τροποποίηση.

2. Στην περίπτωση που ένα Συμβαλλόμενο Μέρος υλοποιεί την παράγραφο 1 ανωτέρω με την εντολή προς ένα πρόσωπο να διατηρήσει συγκεκριμένα αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή που βρίσκονται στην κατοχή ή τον έλεγχο του, το Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να υποχρεώσει αυτό το πρόσωπο να διατηρήσει και να διαφυλάξει την ακεραιότητα των εν λόγω δεδομένων υπολογιστή για το χρονικό διάστημα που απαιτείται έως ότου μπορέσουν οι αρμόδιες αρχές να ζητήσουν την χορήγηση τους, διάστημα που δεν θα υπερβαίνει τις 90 ημέρες. Ένα Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ορίσει ότι η διαταγή αυτή ανανεώνεται.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να υποχρεωθεί ο κάτοχος ή άλλο πρόσωπο που έχει στην φύλαξη του τα δεδομένα υπολογιστή, να τηρεί εχεμύθεια σχετικά με αυτές τις διαδικασίες για το χρονικό διάστημα που ορίζεται από το εσωτερικό δίκαιο του.

4. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο αφορούν στα Άρθρα 14 και 15.

Άρθρο 17

Κατεπείγουσα διατήρηση και μερική αποκάλυψη στοιχείων κίνησης

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα απαραίτητα νομοθετικά και άλλα μέτρα σε σχέση με τα στοιχεία κίνησης που πρέπει να διατηρηθούν δυνάμει του Άρθρου 16, για:

α. να εξασφαλισθεί ότι η κατεπείγουσα διατήρηση των στοιχείων κίνησης θα είναι διαθέσιμη ανεξαρτήτως της συμμετοχής ενός ή περισσοτέρων παροχών υπηρεσιών στη διαβίβαση αυτών των επικοινωνιών και

β. να εξασφαλισθεί η κατεπείγουσα αποκάλυψη προς την αρμόδια αρχή του Συμβαλλόμενου Μέρους, ή προς ένα πρόσωπο διορισμένο από αυτήν την αρχή, επαρκούς ποσότητας στοιχείων κίνησης ώστε το Συμβαλλόμενο Μέρος να είναι σε θέση να εντοπίσει τους παρόχους υπηρεσιών και την διαδρομή μέσω της οποίας διαβιβάσθηκε αυτή η επικοινωνία.

2. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.

Τίτλος 3 - Διαταγή επίδειξης

Άρθρο 18

Διαταγή επίδειξης

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να διατάξουν:

α. ένα πρόσωπο που βρίσκεται στην Επικράτεια του να υποβάλλει συγκεκριμένα δεδομένα υπολογιστή που βρίσκονται υπό τον έλεγχο αυτού του προσώπου και τα οποία είναι αποθηκευμένα σε ένα σύστημα υπολογιστή ή σε ένα μέσον αποθήκευσης δεδομένων υπολογιστή και

β. έναν πάροχο υπηρεσιών που προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Επικράτεια του Συμβαλλόμενου Μέρους, να υποβάλει πληροφορίες για συνδρομητές σε σχέση με τις υπηρεσίες αυτές, πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του εν λόγω παρόχου υπηρεσιών,

2. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.

3. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος "πληροφορίες για συνδρομητές" σημαίνει κάθε πληροφορία υπό μορφή δεδομένων υπολογιστή ή υπό οιανδήποτε άλλη μορφή, η οποία φυλάσσεται από έναν πάροχο υπηρεσιών και αφορά τους συνδρομητές των υπηρεσιών του, με εξαίρεση τα στοιχεία κίνησης ή περιεχομένου, από την οποία μπορεί να εξακριβωθεί:

α. ο τύπος της χρησιμοποιούμενης υπηρεσίας επικοινωνιών, οι τεχνικές προδιαγραφές της και η περίοδος υπηρεσίας,

β. η ταυτότητα του συνδρομητή, η ταχυδρομική ή η γεωγραφική διεύθυνση, το τηλέφωνο και άλλοι αριθμοί πρόσβασης, τα στοιχεία χρέωσης και πληρωμής που είναι διαθέσιμα με βάση τη σύμβαση ή συμφωνία παροχής υπηρεσιών,

γ. κάθε άλλη πληροφορία σχετική με τον τόπο εγκατάστασης του εξοπλισμού επικοινωνίας, που είναι διαθέσιμη με βάση την σύμβαση ή συμφωνία παροχής υπηρεσιών,

Τίτλος 4 - Έρευνα και κατάσχεση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή

Άρθρο 19

Έρευνα και κατάσχεση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να δοθεί η δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές του να ερευνούν ή ομοίως να έχουν πρόσβαση:

α. σε ένα σύστημα υπολογιστή ή σε μέρος αυτού και στα δεδομένα υπολογιστή που είναι αποθηκευμένα σε αυτόν, και

β. σε ένα μέσο αποθήκευσης δεδομένων υπολογιστή στο οποίο υπάρχουν αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή μέσα στην επικράτεια του.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίσει ότι σε περίπτωση που οι αρχές του ερευνούν ή έχουν πρόσβαση σε ένα συγκεκριμένο σύστημα υπολογιστή ή σε μέρος αυτού σε εκτέλεση της παραγράφου Ι.α και πιθανολογείται ότι τα αναζητούμενα δεδομένα είναι αποθηκευμένα σε άλλο σύστημα υπολογιστή ή μέρος αυτού μέσα στην επικράτεια του, και αυτά τα δεδομένα είναι νομίμως προσιτά ή διαθέσιμα στο αρχικό σύστημα, οι αρχές έχουν την δυνατότητα να επεκτείνουν ταχέως την έρευνα ή παρόμοια πρόσβαση προς το άλλο σύστημα.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να κατάσχουν ή ομοίως να εξασφαλίζουν τα δεδομένα υπολογιστή στα οποία απέκτησαν πρόσβαση σύμφωνα με τις παραγράφους 1 ή 2. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν την εξουσία:

α. να κατάσχουν ή ομοίως να ασφαλίζουν ένα σύστημα υπολογιστή ή μέρος αυτού ή ένα μέσον αποθήκευσης δεδομένων υπολογιστή,

β. να παράγουν και να διατηρούν ένα αντίγραφο αυτών των δεδομένων υπολογιστή,

γ. να διατηρούν την ακεραιότητα των σχετικών αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή,

δ. να καθιστούν απρόσιτα ή να αφαιρούν αυτά τα δεδομένα υπολογιστή από το εξεταζόμενο σύστημα υπολογιστή.

4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία ώστε να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να διατάξουν οποιοδήποτε πρόσωπο έχει γνώση περί της λειτουργίας του συστήματος υπολογιστή ή των μέτρων που ισχύουν για την προστασία των δεδομένων υπολογιστή που υπάρχουν σε αυτό, να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να καταστεί δυνατή η άσκηση των μέτρων που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2.

5. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.

Τίτλος 5 - Συλλογή δεδομένων υπολογιστή σε πραγματικό χρόνο

Άρθρο 20

Συλλογή δεδομένων κίνησης σε πραγματικό χρόνο

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να:

α. συλλέγουν ή καταγράφουν με την εφαρμογή τεχνικών μέσων στην επικράτεια αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους, και

β. αναγκάζουν έναν πάροχο υπηρεσιών με την υφιστάμενη τεχνική ικανότητα του:

ι να συλλέγει ή καταγράφει με την εφαρμογή τεχνικών

μέσων στην επικράτεια αυτή του Συμβαλλόμενου Μέρους, ή

ιι να συνεργάζεται και να βοηθά τις αρμόδιες αρχές στην συλλογή ή καταγραφή, δεδομένων κίνησης, σε πραγματικό χρόνο, σε σχέση με συγκεκριμένες επικοινωνίες στην επικράτεια του που διαβιβάζονται μέσω ενός συστήματος υπολογιστή.

2. Στην περίπτωση που ένα Συμβαλλόμενο Μέρος λόγω των πάγιων αρχών του εσωτερικού νομικού συστήματος του δεν μπορεί να λάβει τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο Ι.α μπορεί άντ' αυτών να λάβει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίσει ότι θα γίνεται συλλογή ή καταγραφή σε πραγματικό χρόνο δεδομένων κίνησης που σχετίζονται με τις συγκεκριμένες επικοινωνίες που διαβιβάζονται στην επικράτεια του, δια της εφαρμογής τεχνικών μέσων σε αυτήν την επικράτεια.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξαναγκασθεί ένας πάροχος υπηρεσιών να τηρήσει εχεμύθεια ως προς το γεγονός της εκτέλεσης κάποιας δικαιοδοσίας που προβλέπεται στο παρόν άρθρο και κάθε πληροφορίας που σχετίζεται με αυτήν.

4. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.

Άρθρο 21

Άρση του απορρήτου των δεδομένων περιεχομένου

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία σε σχέση με ένα φάσμα σοβαρών εγκλημάτων που θα καθοριστούν από το εσωτερικό δίκαιο, ώστε να δύνανται οι αρμόδιες αρχές του να:

α. συλλέγουν ή καταγράφουν με την εφαρμογή τεχνικών μέσων στην επικράτεια αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους, και

β. αναγκάζουν έναν πάροχο υπηρεσιών με την υφιστάμενη τεχνική ικανότητα του:

ι να συλλέγει ή καταγράφει με την εφαρμογή τεχνικών

μέσων στην επικράτεια αυτή του Συμβαλλόμενου Μέρους, ή

ιι να συνεργάζεται και να βοηθά τις αρμόδιες αρχές στη συλλογή ή καταγραφή, δεδομένων περιεχομένου, σε πραγματικό χρόνο, σε σχέση με συγκεκριμένες επικοινωνίες στην επικράτεια του που διαβιβάζονται μέσω ενός συστήματος υπολογιστή.

2. Στην περίπτωση που ένα Συμβαλλόμενο Μέρος λόγω των πάγιων αρχών του εσωτερικού νομικού συστήματος του δεν μπορεί να λάβει τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 .α μπορεί αντ' αυτών να λάβει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίζει ότι θα γίνεται συλλογή ή καταγραφή σε πραγματικό χρόνο δεδομένων περιεχομένου για συγκεκριμένες επικοινωνίες που διαβιβάζονται στην επικράτεια του, δια της εφαρμογής τεχνικών μέσων σε αυτήν την επικράτεια.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να εξαναγκασθεί ένας πάροχος υπηρεσιών να τηρεί εχεμύθεια ως προς το γεγονός της εκτέλεσης κάποιας εξουσίας που προβλέπεται στο παρόν άρθρο και κάθε πληροφορίας που σχετίζεται με αυτήν.

4. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται στα Άρθρα 14 και 15.

Τμήμα 3 - Δικαιοδοσία

Άρθρο 22

Δικαιοδοσία

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι αναγκαία για να θεμελιωθεί η δικαιοδοσία επί κάθε εγκλήματος που ποινικοποιείται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 της παρούσας Σύμβασης, όταν τα εγκλήματα αυτά διαπράττονται:

α. εντός της επικράτειας του ή

β. επί ενός πλοίου που φέρει την σημαία του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους, ή

γ. επί ενός αεροσκάφους που είναι καταχωρημένο σύμφωνα με τους νόμους του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους, ή

δ. από ένα πολίτη του, εάν το έγκλημα τιμωρείται από το ποινικό δίκαιο στον τόπο που διαπράχθηκε ή εάν το έγκλημα διαπράχθηκε εκτός της εδαφικής δικαιοδοσίας ενός κράτους.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να επιφυλαχθεί να εφαρμόσει μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις υπό συγκεκριμένες συνθήκες τους κανόνες περί δικαιοδοσίας που αναφέρονται στις παραγράφους Ι.β έως Ι.δ του παρόντος Άρθρου ή μέρους αυτού.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει τα μέτρα που είναι αναγκαία για να θεμελιωθεί δικαιοδοσία επί των εγκλημάτων που αναφέρονται στο Άρθρο 24 παράγραφος 1, της παρούσας Σύμβασης, σε περιπτώσεις όπου ο φερόμενος ως εγκληματίας είναι παρών μέσα στην επικράτεια του και δεν τον εκδίδει σε άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος αποκλειστικώς και μόνον με βάση την εθνικότητα του, κατόπιν αίτησης έκδοσης.

4. Η παρούσα Σύμβαση δεν αποκλείει την άσκηση ποινικής δικαιοδοσίας από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του.

5. Όταν περισσότερα από ένα Συμβαλλόμενα Μέρη διεκδικούν δικαιοδοσία επί ενός εγκλήματος που ποινικοποιείται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, τα εμπλεκόμενα μέρη θα διαβουλευθούν, όπου αυτό απαιτείται, με σκοπό να προσδιορισθεί η καταλληλότερη δικαιοδοσία για να ασκηθεί δίωξη.

Κεφάλαιο III - Διεθνής συνεργασία

Τμήμα 1 - Γενικές αρχές

Τίτλος 1 - Γενικές αρχές σχετικά με την διεθνή συνεργασία

Άρθρο 23

Γενικές αρχές σχετικές με την διεθνή συνεργασία

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη συνεργάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου και με την εφαρμογή των σχετικών διεθνών συμφωνιών διεθνούς συνεργασίας σε ποινικά θέματα, των ρυθμίσεων που έχουν γίνει με βάση την ενιαία ή αμοιβαία νομοθεσία, και τους εσωτερικούς νόμους, στη μέγιστη δυνατή έκταση για την πραγματοποίηση ερευνών ή την άσκηση διώξεων για ποινικά αδικήματα σχετιζόμενα με συστήματα υπολογιστών και δεδομένα, ή για την συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή που αφορούν ποινικά αδικήματα.

Τίτλος 2 - Αρχές σχετικά με την έκδοση

Άρθρο 24

Έκδοση

1. α. Το παρόν άρθρο αφορά εκδόσεις μεταξύ Συμβαλλόμενων Μερών για τα αδικήματα που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 της παρούσας Σύμβασης, υπό τον όρο ότι αυτά τιμωρούνται βάσει των νόμων αμφοτέρων των Συμβαλλόμενων Μερών με στερητική της ελευθερίας ποινή της οποίας το μέγιστο ύψος είναι τουλάχιστον ένα έτος, ή με ακόμη βαρύτερη ποινή.

β. Όταν μια διαφορετική ελαχίστη ποινή ισχύει δυνάμει μιας ρύθμισης η οποία έχει συμφωνηθεί με βάση την ενιαία ή αμοιβαία νομοθεσία ή μια συνθήκη περί έκδοσης, περιλαμβανομένης και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης (ΕΤ8 No. 24), που ισχύει μεταξύ δύο ή περισσότερων Συμβαλλόμενων Μερών, τότε ισχύει η ελαχίστη ποινή που προβλέπεται δυνάμει της εν λόγω ρύθμισης.

2. Τα ποινικά αδικήματα που περιγράφονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου θεωρούνται ότι αποτελούν εγκλήματα για το οποία επιτρέπεται η έκδοση σε κάθε συνθήκη έκδοσης που ισχύει μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν να συμπεριλάβουν τα εν λόγω εγκλήματα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση, σε κάθε συνθήκη έκδοσης που θα συνάψουν μεταξύ τους.

3. Εάν ένα Συμβαλλόμενο Μέρος έχει ως προϋπόθεση για την έκδοση την ύπαρξη συνθήκης, και αυτό το Συμβαλλόμενο Μέρος λάβει ένα αίτημα έκδοσης από άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος με τον οποίο δεν έχει συνάψει σύμβαση έκδοσης, μπορεί να θεωρήσει την παρούσα Σύμβαση ως την νομική βάση για την έκδοση σε σχέση με οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

4. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη που δεν έχουν ως προϋπόθεση για την έκδοση την ύπαρξη σύμβασης, θα αναγνωρίζουν τα ποινικά αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ως αδικήματα μεταξύ των.

5. Η έκδοση υπόκειται στις προϋποθέσεις που προβλέπει το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, ή οι ισχύουσες συμβάσεις περί έκδοσης, συμπεριλαμβανομένων και των λόγων για τους οποίους το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, μπορεί να αρνηθεί την έκδοση.

6. Εάν η έκδοση για ένα ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου απορριφθεί μόνο με βάση την υπηκοότητα του εκζητούμενου προσώπου ή επειδή το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, θεωρεί ότι έχει δικαιοδοσία επί του εγκλήματος, τότε το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, παραπέμπει την υπόθεση κατόπιν αιτήματος του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους στις αρμόδιες αρχές του με σκοπό να ασκηθεί ποινική δίωξη και θα αναφέρει την τελική έκβαση στο αιτούν μέρος σε εύθετο χρόνο. Οι εν λόγω αρχές εκδίδουν την απόφαση τους, διεξάγουν τις έρευνες τους και ασκούν την δίωξη τους με τον ίδιο τρόπο όπως και για οποιοδήποτε άλλο έγκλημα παρεμφερούς φύσης σύμφωνα με τον νόμο του εν λόγω Συμβαλλόμενου Μέρους.

7. α. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, την στιγμή της υπογραφής ή όταν καταθέτει το έγγραφο κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, γνωστοποιεί στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης το όνομα και την διεύθυνση κάθε αρχής που είναι υπεύθυνη για την έκδοση και λήψη αιτημάτων έκδοσης ή προσωρινής σύλληψης σε περίπτωση μη ύπαρξης σύμβασης.

β. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης δημιουργεί και ενημερώνει ένα μητρώο των αρχών που θα γνωστοποιηθούν κατ' αυτόν τον τρόπο από τα Συμβαλλόμενα Μέρη. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος διασφαλίζει ότι τα στοιχεία που υπάρχουν στο μητρώο είναι πάντοτε ακριβή.

Τίτλος 3 - Γενικές αρχές σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή

Άρθρο 25

Γενικές αρχές σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη παρέχουν την ευρύτερη δυνατή αμοιβαία συνδρομή μεταξύ τους για την πραγματοποίηση ερευνών ή την άσκηση διώξεων σε περιπτώσεις ποινικών αδικημάτων σχετιζόμενων με συστήματα υπολογιστή και δεδομένων, ή για την συλλογή αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή που αφορούν σε ένα ποινικό αδίκημα.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος λαμβάνει επίσης τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που απαιτούνται για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που καθορίζονται στα άρθρα 27 έως 35.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, σε επείγουσες περιστάσεις, μπορεί να απευθύνει αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής ή σχετικά μηνύματα με γρήγορα μέσα επικοινωνίας όπως τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο υπό την προϋπόθεση ότι τα μέσα αυτά εξασφαλίζουν τα απαραίτητα επίπεδα ασφάλειας και γνησιότητας (συμπεριλαμβανομένης και της χρήσης κρυπτογραφίας στις περιπτώσεις που απαιτείται), και ότι θα επακολουθεί επίσημη επιβεβαίωση, όταν αυτή ζητείται από το μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, αποδέχεται και απαντά στο αίτημα με οποιοδήποτε από τα γρήγορα μέσα επικοινωνίας.

4. Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά σε άρθρα του παρόντος κεφαλαίου, η αμοιβαία συνδρομή υπόκειται στις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τους νόμους του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, ή από τις ισχύουσες συμβάσεις περί αμοιβαίας συνδρομής, περιλαμβανόμενων των λόγων για τους οποίους το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, μπορεί να αρνηθεί τη συνεργασία. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, δεν ασκεί το δικαίωμα άρνησης της αμοιβαίας συνδρομής για τα εγκλήματα που αναφέρονται στα άρθρα 2 έως 11 με μόνη αιτιολογία ότι το αίτημα αφορά ένα έγκλημα το οποίο θεωρεί ως φορολογικό.

5. Στην περίπτωση που σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, έχει το δικαίωμα να θέσει ως προϋπόθεση για την παροχή αμοιβαίας συνδρομής την ύπαρξη διττού αξιόποινου, η προϋπόθεση αυτή θα θεωρείται ότι εκπληρώνεται, ασχέτως εάν οι νόμοι του κατατάσσουν το έγκλημα στην ίδια κατηγορία εγκλημάτων ή εάν περιγράφουν το έγκλημα με την ίδια ορολογία με το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, εάν η περιγραφόμενη συμπεριφορά για την οποία ζητείται η συνδρομή, αποτελεί ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους δικούς του νόμους.

Άρθρο 26

Αυθόρμητη ενημέρωση

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, μέσα στα όρια του εσωτερικού του δικαίου και χωρίς προηγουμένως να του ζητηθεί, μπορεί να αποστείλει σε άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος πληροφορίες που έχει λάβει στα πλαίσια των δικών του ερευνών, όταν κρίνει ότι η γνωστοποίηση των πληροφοριών αυτών θα μπορούσε να βοηθήσει το Συμβαλλόμενο Μέρος, που λαμβάνει τις πληροφορίες, να ξεκινήσει ή να διενεργήσει έρευνες ή να ασκήσει διώξεις για ποινικά αδικήματα που θεμελιώνονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση ή που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αίτημα συνεργασίας από εκείνο το Συμβαλλόμενο Μέρος δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου.

2. Πριν χορηγήσει τις πληροφορίες αυτές, το παρέχον Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ζητήσει να τηρηθεί εμπιστευτικότητα ως προς αυτές ή να χρησιμοποιηθούν αυτές υπό όρους. Εάν το λαμβάνον Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να συμμορφωθεί με το αίτημα αυτό, πρέπει να ειδοποιεί σχετικά το παρέχον τις πληροφορίες Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο στη συνέχει θα κρίνει εάν οι πληροφορίες αυτές πρέπει να δοθούν Εάν το λαμβάνον Συμβαλλόμενο Μέρος αποδεχθεί τις πληροφορίες με τους όρους αυτούς, τότε θα δεσμεύεται από αυτούς.

Τίτλος 4 Διαδικασίες που αφορούν τις αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής ελλείψει ισχυουσών διεθνών συμφωνιών

ΑΡΘΡΟ 27

Διαδικασίες που αφορούν τις αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής ελλείψει ισχυουσών διεθνών συμβάσεων

1.Σε περίπτωση που μεταξύ του αιτούντος και του Συμβαλλόμενου Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν υπάρχει σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής στην βάση της ενιαίας ή αμοιβαίας νομοθεσίας, ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 9 του παρόντος άρθρου. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν ισχύουν στην περίπτωση που υφίσταται τέτοιου είδους σύμβαση, ρύθμιση ή νομοθεσία, εκτός εάν τα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφωνήσουν να εφαρμόσουν αντ’ αυτών σύνολο ή μέρος του υπόλοιπου του παρόντος άρθρου.

2.α. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος ορίζει μία (ή περισσότερες) κεντρική αρχή που είναι υπεύθυνη για την αποστολή και την απάντηση αιτήσεων, αμοιβαίας συνδρομής, για την εκτέλεση των αιτήσεων αυτών ή για την διαβίβασή τους προς τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εκτέλεσή τους.

β. Οι κεντρικές αρχές επικοινωνούν απ’ ευθείας μεταξύ τους.

γ. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος, κατά το χρόνο της υπογραφής ή όταν καταθέτει τα έγγραφα κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, γνωστοποιεί στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης τα ονόματα και τις διευθύνσεις των αρχών που ορίζονται σε εκτέλεση της παρούσας παραγράφου.

δ. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης δημιουργεί και ενημερώνει ένα μητρώο των κεντρικών αρχών που θα οριστούν από τα Συμβαλλόμενα Μέρη. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος διασφαλίζει ότι τα στοιχεία που υπάρχουν στο μητρώο είναι πάντοτε ακριβή.

3. Οι αιτήσεις αμοιβαίας συνδρομής δυνάμει του παρόντος άρθρου εκτελούνται σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται από τον αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, εκτός εάν είναι ασύμβατες με το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση.

4. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, πέραν των λόγων άρνησης που ορίζονται στο Άρθρο 25, παράγραφος 4, μπορεί να αρνηθεί τη συνδρομή εάν:

α. η αίτηση αφορά ένα έγκλημα το οποίο το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, θεωρεί πολιτικό έγκλημα ή έγκλημα σχετιζόμενο με ένα πολιτικό έγκλημα, ή

β. θεωρεί ότι η εκτέλεση της αίτησης είναι πιθανόν να θίξει την κυριαρχία, την ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή άλλα ουσιαστικά δικαιώματα του.

5. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, μπορεί να αναβάλει να ενεργήσει επί μιας αίτησης εάν η ενέργεια αυτή θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τις ποινικές έρευνες ή διώξεις που διενεργούνται από τις αρχές του.

6. Πριν αρνηθεί ή αναβάλει τη συνδρομή, το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, εξετάζει, εάν χρειάζεται, κατόπιν διαβούλευσης με το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος εάν η αίτηση μπορεί να γίνει δεκτή μερικώς ή υπό τους όρους που εκείνο θα θεωρήσει αναγκαίους.

7. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, ενημερώνει αμέσως το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος για την έκβαση της εκτέλεσης της αίτησης συνδρομής. Σε περίπτωση άρνησης ή αναβολής της αίτησης συνδρομής θα αναφέρονται οι λόγοι. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, ενημερώνει επίσης το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος για τους τυχόν λόγους που καθιστούν αδύνατη την εκτέλεση της αίτησης ή που πιθανώς θα την καθυστερήσουν σημαντικά.

8. Το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ζητήσει από το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, να τηρήσει εμπιστευτικότητα ως προς το γεγονός της υποβολής μιας αίτησης δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου, καθώς και για το αντικείμενο αυτής, εκτός εάν τούτο απαιτείται για την εκτέλεση της. Εάν το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, δεν μπορεί να συμμορφωθεί με το αίτημα εμπιστευτικότητας, ειδοποιεί αμέσως το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο, στη συνέχεια κρίνει εάν μολαταύτα η αίτηση θα πρέπει να εκτελεστεί.

9.α. Σε περίπτωση επείγοντος, οι αιτήσεις για αμοιβαία συνδρομή ή οι σχετικές επικοινωνίες αποστέλλονται απ' ευθείας από τις δικαστικές αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους προς τις αντίστοιχες αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση. Σε κάθε τέτοια περίπτωση, αποστέλλεται ταυτοχρόνως ένα

αντίγραφο στην κεντρική αρχή του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, μέσω της κεντρικής αρχής του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους.

β. Κάθε αίτηση ή επικοινωνία σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο μπορεί να γίνει μέσω του Διεθνούς Ποινικού Αστυνομικού Οργανισμού (Ιντερπόλ).

γ. Όταν υποβάλλεται μία αίτηση σύμφωνα με την υποπαράγραφο α του παρόντος άρθρου και η αρχή δεν είναι αρμόδια να επιληφθεί της αίτησης, διαβιβάζει την αίτηση στην αρμοδία εθνική αρχή και ενημερώνει απ' ευθείας σχετικώς το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος.

δ. Οι αιτήσεις ή οι επικοινωνίες, που γίνονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο και δεν συνεπάγονται εξαναγκασμό σε ενέργεια, μπορούν να διαβιβάζονται απ' ευθείας από τις αρμόδιες αρχές του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους προς τις αρμόδιες αρχές του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση.

ε. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος κατά το χρόνο της υπογραφής ή όταν καταθέτει το έγγραφο κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, μπορεί να δηλώσει στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης ότι για λόγους αποτελεσματικότητας, οι αιτήσεις δυνάμει της παρούσας παραγράφου θα απευθύνονται στην κεντρική αρχή του.

Άρθρο 28

Εμπιστευτικότητα και περιορισμοί

1. Όταν δεν υφίσταται σύμβαση ή ρύθμιση αμοιβαίας συνδρομής με βάση ενιαία ή αμοιβαία ισχύουσα νομοθεσία μεταξύ του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους και του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος άρθρου. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν έχουν εφαρμογή όταν υφίσταται τέτοια συνθήκη, ρύθμιση ή νομοθεσία, εκτός εάν τα ενδιαφερόμενα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφωνήσουν να εφαρμόζουν το σύνολο ή το υπόλοιπο του παρόντος άρθρου αντ' αυτών.

2. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, μπορεί να θέσει προϋποθέσεις για την παροχή πληροφοριών ή υλικού σε απάντηση μιας αίτησης, υπό τον όρο ότι:

α. οι πληροφορίες θα τηρηθούν εμπιστευτικές σε περίπτωση που η αίτηση για αμοιβαία δικαστική συνδρομή δεν μπορεί να εκτελεστεί χωρίς την προϋπόθεση αυτή, ή

β. δεν θα χρησιμοποιηθούν για έρευνες ή διώξεις άλλες από εκείνες που αναφέρονται στην αίτηση.

3. Εάν το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να συμμορφωθεί με μία προϋπόθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, ενημερώνει αμέσως το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, το οποίο στη συνέχεια κρίνει εάν οι πληροφορίες πρέπει να δοθούν. Εάν το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος αποδεχθεί αυτόν τον όρο, τότε θα δεσμεύεται από αυτόν.

4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος που παρέχει πληροφορίες ή υλικό, υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, μπορεί να ζητήσει από το άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος να εξηγήσει σχετικά με την προϋπόθεση αυτή πως χρησιμοποίησε αυτές τις πληροφορίες ή το υλικό.

Τμήμα 2-Ειδικές διατάξεις

Τίτλος I — Αμοιβαία συνδρομή σχετικά με προληπτικά μέτρα

Άρθρο 29

Κατεπείγουσα διατήρηση αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστών

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να, ζητήσει από ένα άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος να διατάξει ή με άλλο τρόπο εξασφαλίσει την κατεπείγουσα διατήρηση δεδομένων που είναι αποθηκευμένα σε ένα σύστημα υπολογιστή, το οποίο ευρίσκεται στην επικράτεια του άλλου Συμβαλλομένου Μέρους, για τα οποία το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος προτίθεται να υποβάλει αίτηση αμοιβαίας συνδρομής με σκοπό την έρευνα ή με παρόμοιο τρόπο πρόσβαση, κατάσχεση, εξασφάλιση ή αποκάλυψη των δεδομένων.

2. Κάθε αίτηση διατήρησης που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 πρέπει να αναφέρει:

α. την αρχή που ζητεί την διατήρηση,

β. το έγκλημα που αποτελεί το αντικείμενο της ποινικής έρευνας ή δίωξης και συνοπτική περιγραφή των συναφών πραγματικών περιστατικών,

γ. τα προς διατήρηση αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή και την σχέση τους με το έγκλημα,

δ. κάθε διαθέσιμη πληροφορία που ταυτοποιεί τον κατέχοντα τα αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή ή τη θέση του συστήματος υπολογιστή,

ε. την αναγκαιότητα της διατήρησης και

στ. ότι το Συμβαλλόμενο Μέρος προτίθεται να υποβάλει αίτηση αμοιβαίας συνδρομής για την έρευνα ή με παρόμοιο τρόπο πρόσβαση, κατάσχεση, εξασφάλιση ή αποκάλυψη των αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή.

3. Με την λήψη της αίτησης από Συμβαλλόμενο Μέρος, το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την κατεπείγουσα διατήρηση των συγκεκριμένων δεδομένων, σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο. Για τους σκοπούς της ανταπόκρισης στην αίτηση, δεν απαιτείται η ύπαρξη διττού αξιόποινου ως προϋπόθεση για την εν λόγω διατήρηση,.

4. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος που έχει θέσει ως προϋπόθεση την ύπαρξη διττού αξιόποινου για την ανταπόκριση σε μία αίτηση για αμοιβαία συνδρομή με σκοπό την έρευνα ή τη με ανάλογο τρόπο πρόσβαση, κατάσχεση ή την με ανάλογο τρόπο εξασφάλιση ή αποκάλυψη των αποθηκευμένων δεδομένων υπολογιστή, μπορεί, για εγκλήματα άλλα από εκείνα που ποινικοποιούνται σύμφωνα με τα Άρθρα 2 έως 11 της Σύμβασης, να διατηρεί το δικαίωμα να αρνηθεί την ανταπόκριση στην αίτηση για διατήρηση δυνάμει του παρόντος άρθρου, στις περιπτώσεις που έχει λόγους να πιστεύει ότι κατά την στιγμή της αποκάλυψης των δεδομένων δεν μπορεί να εκπληρωθεί η προϋπόθεση του διττού αξιόποινου.

5. Επί πλέον, μία αίτηση για διατήρηση μπορεί να απορριφθεί μόνον εάν:

α. η αίτηση αφορά έγκλημα το οποίο το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, χαρακτηρίζει ως πολιτικό έγκλημα ή έγκλημα που σχετίζεται με πολιτικό έγκλημα, ή

β. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, θεωρεί ότι η αποδοχή της αίτησης είναι πιθανόν να θίξει την κυριαρχία, την ασφάλεια, την δημόσια τάξη ή άλλα θεμελιώδη συμφέροντα του.

6. Στην περίπτωση που το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, θεωρεί ότι η διατήρηση δεν θα εξασφαλίσει την μελλοντική διαθεσιμότητα των δεδομένων ή ότι θα απειλήσει την εμπιστευτικότητα ή άλλως θα βλάψει την έρευνα του αιτούντος Συμβαλλόμενου Μέρους, ενημερώνει αμέσως σχετικά το αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος το οποίο κρίνει εάν η αίτηση θα πρέπει να γίνει αποδεκτή σε κάθε περίπτωση.

7. Κάθε διατήρηση που πραγματοποιείται σε ανταπόκριση της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, θα γίνεται για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών, με σκοπό να δοθεί η δυνατότητα στο αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος να υποβάλει αίτηση για την έρευνα ή με παρόμοιο τρόπο πρόσβαση, κατάσχεση ή με παρόμοιο τρόπο εξασφάλιση ή αποκάλυψη των δεδομένων. Μετά τη λήψη μιας τέτοιας αίτησης, τα δεδομένα συνεχίζουν να διατηρούνται μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης αυτής.

Άρθρο 30

Κατεπείγουσα αποκάλυψη διατηρηθέντων δεδομένων κίνησης

1. Σε περίπτωση που κατά τη διαδικασία αποδοχής του αιτήματος που υποβλήθηκε σύμφωνα με το Άρθρο 29 για διατήρηση δεδομένων κίνησης που αφορούν σε μια συγκεκριμένη επικοινωνία, το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, διαπιστώσει ότι ένας πάροχος υπηρεσιών σε άλλο Κράτος αναμίχθηκε στη διαβίβαση της επικοινωνίας, το Συμβαλλόμενο αυτό Μέρος αποκαλύπτει κατεπειγόντως στο αιτούν Συμβαλλόμενο Μέρος επαρκή ποσότητα δεδομένων κίνησης για να ταυτοποιηθεί ο εν λόγω πάροχος υπηρεσιών και η διαδρομή μέσω της οποίας διαβιβάσθηκε η επικοινωνία αυτή.

2. Η αποκάλυψη των δεδομένων κίνησης δυνάμει της παραγράφου 1 μπορεί να απορριφθεί μόνον εάν:

α. η αίτηση αφορά έγκλημα το οποίο το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, χαρακτηρίζει ως πολιτικό έγκλημα ή έγκλημα που σχετίζεται με πολιτικό έγκλημα ή

β. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, θεωρεί ότι η εκτέλεση της αίτησης είναι πιθανόν να θίξει την κυριαρχία, την ασφάλεια, την δημόσια τάξη ή άλλα θεμελιώδη συμφέροντα του.

Τίτλος 2 - Αμοιβαία συνδρομή σχετικά με ανακριτικές πράξεις

Άρθρο 31

Αμοιβαία συνδρομή σχετικά με την πρόσβαση σε αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να ζητήσει από άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος να ερευνήσει ή με παρόμοιο τρόπο αποκτήσει πρόσβαση, κατάσχει ή με παρόμοιο τρόπο εξασφαλίσει ή αποκαλύψει δεδομένα που είναι αποθηκευμένα σε ένα σύστημα υπολογιστή που βρίσκεται στην επικράτεια του Συμβαλλόμενου Μέρους, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, περιλαμβανομένων των δεδομένων που έχουν διατηρηθεί κατ' εφαρμογή του Άρθρου 29.

2. Το Συμβαλλόμενο Μέρος, προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, ανταποκρίνεται στην αίτηση αυτή εφαρμόζοντας τις διεθνείς συμβάσεις, ρυθμίσεις και νόμους που αναφέρονται στο Άρθρο 23, και σύμφωνα με τις λοιπές σχετικές διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

3. Το αίτημα αντιμετωπίζεται σε κατεπείγουσα βάση όταν:

α. λογίζεται βάσιμα ότι τα σχετικά δεδομένα είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε απώλεια ή τροποποίηση, ή

β. οι συμβάσεις, ρυθμίσεις και νόμοι που αναφέρονται στην παράγραφο 2 προβλέπουν κατεπείγουσα συνεργασία.

Άρθρο 32

Διασυνοριακή πρόσβαση σε αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή, μετά από συναίνεση ή σε περίπτωση που αυτά είναι διαθέσιμα στο κοινό

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, χωρίς την εξουσιοδότηση του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους:

α. να έχει πρόσβαση σε αποθηκευμένα δεδομένα υπολογιστή που είναι διαθέσιμα στο κοινό (ανοικτή πηγή), ασχέτως της γεωγραφικής θέσης των δεδομένων, ή

β. να αποκτήσει πρόσβαση ή να λάβει, μέσω ενός συστήματος υπολογιστή στην επικράτεια του, δεδομένα υπολογιστή που είναι αποθηκευμένα σε άλλο Συμβαλλόμενο Μέρος, εάν το Συμβαλλόμενο Μέρος λάβει την νόμιμη και οικειοθελή συναίνεση του προσώπου που έχει την νόμιμη εξουσία να αποκαλύπτει τα δεδομένα στο Συμβαλλόμενο Μέρος μέσω του συστήματος υπολογιστή του.

Άρθρο 33

Δικαστική συνδρομή για την συλλογή δεδομένων κίνησης σε πραγματικό χρόνο

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη παρέχουν αμοιβαία συνδρομή για τη συλλογή σε πραγματικό χρόνο δεδομένων κίνησης σχετικά με συγκεκριμένες επικοινωνίες στην επικράτεια τους, που διαβιβάζονται μέσω ενός συστήματος υπολογιστή. Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 2, η εν λόγω συνδρομή διέπεται από τους όρους και τις διαδικασίες που προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος παρέχει παρόμοια συνδρομή τουλάχιστον αναφορικά με αδικήματα για τα οποία επιτρέπεται, η συλλογή δεδομένων κίνησης σε πραγματικό χρόνο σε παρόμοιες υποθέσεις σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο.

Άρθρο 34

Αμοιβαία συνδρομή σχετικά με την άρση απορρήτου δεδομένων περιεχομένου

Τα Συμβαλλόμενα Μέρη παρέχουν αμοιβαία συνδρομή για την συλλογή ή καταγραφή σε πραγματικό χρόνο δεδομένων περιεχομένου σχετικά με συγκεκριμένες επικοινωνίες στην επικράτεια τους, που διαβιβάζονται μέσω ενός συστήματος υπολογιστή, στον βαθμό που επιτρέπεται από τις ισχύουσες συμβάσεις και το εσωτερικό τους δίκαιο.

Τίτλος 3 - Δίκτυο 24/7

Άρθρο 35

Δίκτυο 24/7

1.Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος ορίζει ένα σημείο επαφής που θα είναι διαθέσιμο σε εικοσιτετράωρη βάση, επτά ημέρες την εβδομάδα, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η παροχή άμεσης συνδρομής, σε περιπτώσεις έρευνας ή δίωξης αναφορικά με ποινικά αδικήματα σχετιζόμενα με συστήματα και δεδομένα υπολογιστή, ή με σκοπό την συλλογή των αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή για ένα ποινικό αδίκημα. Η εν λόγω συνδρομή περιλαμβάνει την διευκόλυνση ή, εάν αυτό επιτρέπεται από το εσωτερικό δίκαιο και την πρακτική, την άμεση εφαρμογή των ακόλουθων μέτρων.

α. την παροχή τεχνικών συμβουλών,

β. την διατήρηση των δεδομένων σύμφωνα με τα Αρθρα 29 και 30,

γ. τη συλλογή, αποδεικτικών στοιχείων, παροχή νομικής ενημέρωσης και τον εντοπισμό των υπόπτων.

2. α. Το σημείο επαφής κάθε Συμβαλλόμενου Μέρους είναι αρμόδιο να επικοινωνεί σε κατεπείγουσα βάση με το σημείο επαφής ενός άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους.

β. Εάν το σημείο επαφής που θα ορίσει ένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν ανήκει στην αρχή (ή τις αρχές του Συμβαλλόμενου αυτού Μέρους που είναι αρμόδια (ή αρμόδιες) για την παροχή αμοιβαίας συνδρομής ή για την έκδοση, το σημείο επαφής διασφαλίζει ότι είναι σε θέση να συντονίζεται με την αρχή (ή τις αρχές) αυτή (ή αυτές) σε κατεπείγουσα βάση.

3. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος εξασφαλίζει την ύπαρξη διαθέσιμου εκπαιδευμένου και καταρτισμένου προσωπικού για την διευκόλυνση της λειτουργίας του δικτύου.

Κεφάλαιο IVTελικές διατάξεις

Άρθρο 36

Υπογραφή και θέση σε ισχύ

1.Η παρούσα Σύμβαση είναι ανοικτή για υπογραφή από τα Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και από τα Κράτη μέλη που έλαβαν μέρος στην επεξεργασία της.

2.Η παρούσα Σύμβαση υπόκειται σε κύρωση, αποδοχή ή έγκριση. Τα έγγραφα κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης κατατείθενται στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.

3. Η παρούσα Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημέρα κατά την οποία πέντε Κράτη, μεταξύ των οποίων πρέπει να περιλαμβάνονται τουλάχιστον τρία Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης θα έχουν εκφράσει την συναίνεσή τους να δεσμευτούν από την Σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2.

4. Σε σχέση με κάθε υπογράφον Κράτος που εκφράζει μεταγενεστέρως την συναίνεση του να δεσμευτεί από αυτήν, η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημέρα κατά την οποία το εν λόγω Κράτος εκφράζει την συναίνεση του να δεσμευτεί από την Σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2.

Άρθρο 37

Προσχώρηση στην Σύμβαση

1. Μετά την θέση σε ισχύ της παρούσας Σύμβασης, η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, αφού διαβουλευτεί και λάβει την ομόφωνη συναίνεση των Συμβαλλόμενων Κρατών της Σύμβασης, μπορεί να καλεί κάθε Κράτος που δεν είναι μέλος του Συμβουλίου και δεν έχει συμμετάσχει στην επεξεργασία της Σύμβασης, να προσχωρήσει στην παρούσα Σύμβαση. Η απόφαση λαμβάνεται με την πλειοψηφία που προβλέπεται από το Άρθρο 20.δ του Καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης, και με ομοφωνία των εκπροσώπων των Συμβαλλόμενων Κρατών που συμμετέχουν στην Επιτροπή Υπουργών.

2. Σε σχέση με κάθε υπογράφον Κράτος που προσχωρεί στην Σύμβαση σύμφωνα με την παράγραφο 1 ανωτέρω, η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημέρα κατάθεσης του εγγράφου προσχώρησης στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Άρθρο 38

Εδαφική εφαρμογή

1. Κάθε Κράτος, κατά τη στιγμή της υπογραφής ή της κατάθεσης του εγγράφου κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, καθορίζει την επικράτεια ή τις επικράτειες στις οποίες εφαρμόζεται η Σύμβαση.

2. Κάθε Κράτος, σε μεταγενέστερη ημερομηνία, με δήλωση που θα απευθύνει στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, μπορεί να επεκτείνει την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης σε κάθε άλλη επικράτεια που θα καθορίσει στη δήλωση. Σε σχέση με αυτή την επικράτεια, η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημέρα παραλαβής της δήλωσης από το Γενικό Γραμματέα.

3. Κάθε δήλωση που γίνεται δυνάμει των προηγούμενων δύο παραγράφων προκειμένου περί κάθε επικράτειας καθοριζόμενης στην εν λόγω δήλωση, μπορεί να αποσυρθεί με ειδοποίηση απευθυνόμενη προς το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η απόσυρση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημέρα παραλαβής της εν λόγω ειδοποίησης από το Γενικό Γραμματέα.

Άρθρο 39

Αποτελέσματα της Σύμβασης

1. Σκοπός της παρούσας Σύμβασης είναι να συμπληρώσει τις ισχύουσες πολυμερείς ή διμερείς συνθήκες ή ρυθμίσεις μεταξύ των Συμβαλλόμενων Μερών, περιλαμβανόμενων των διατάξεων:

- της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης που άνοιξε προς υπογραφή στο Παρίσι στις 13 Δεκεμβρίου 1957 (ETS No. 24),

-ης Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Αμοιβαία Συνδρομή σε Ποινικές Υποθέσεις, που άνοιξε προς υπογραφή στο Στρασβούργο στις 20 Απριλίου 1959 (ETS No. 30),

- του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαστικής Συνδρομής επί ποινικών υποθέσεων, που άνοιξε προς υπογραφή στο Στρασβούργο στις 17 Μαρτίου 1978 (ETS No. 99).

2. Εάν δύο ή περισσότερα Συμβαλλόμενα Μέρη έχουν ήδη συνάψει συμφωνία ή συνθήκη πάνω σε θέματα που ρυθμίζονται από την παρούσα Σύμβαση ή έχουν ρυθμίσει διαφορετικά τις σχέσεις τους πάνω σε αυτά τα θέματα, ή εάν το πράξουν στο μέλλον, δικαιούνται επίσης να εφαρμόζουν εκείνη την σύμβαση ή συνθήκη ή να ρυθμίζουν αναλόγως εκείνες τις σχέσεις. Εν τούτοις, σε περίπτωση που τα Συμβαλλόμενα Μέρη ρυθμίσουν τις σχέσεις τους πάνω σε θέματα τα οποία ρυθμίζει η παρούσα Σύμβαση με τρόπο διαφορετικό από ότι σε αυτή, το πράττουν κατά τρόπον που είναι συμβατός με τους σκοπούς και πς αρχές της Σύμβασης.

3. Η παρούσα Σύμβαση δεν μπορεί να θίγει άλλα δικαιώματα, περιορισμούς, υποχρεώσεις και ευθύνες ενός Συμβαλλόμενου Μέρους.

Άρθρο 40

Δηλώσεις

Με γραπτή ειδοποίηση απευθυνόμενη στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, κατά τη στιγμή της υπογραφής ή κατά το χρόνο της κατάθεσης του εγγράφου κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, κάθε Κράτος μπορεί να δηλώσει ότι κάνει χρήση της δυνατότητας να απαιτήσει πρόσθετα στοιχεία, όπως ορίζουν τα Άρθρα 2, 3, 6 παράγραφος Ι.β, 7, 9παράγραφος 3, και27 παράγραφος 9.ε.

Άρθρο 41

Ομοσπονδιακή ρήτρα

1. Ένα ομόσπονδο Κράτος μπορεί να επιφυλαχθεί να αναλάβει υποχρεώσεις, δυνάμει του Κεφαλαίου II της παρούσας Σύμβασης σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές που διέπουν τη σχέση μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης του και των συστατικών Πολιτειών του ή άλλων παρόμοιων εδαφικών ενοτήτων υπό τον όρο ότι θα συνεχίσει να είναι σε θέση να συνεργάζεται με βάση το Κεφάλαιο III.

2. Όταν διατυπώσει μια επιφύλαξη σύμφωνα με την παράγραφο 1, ένα ομόσπονδο Κράτος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τους όρους αυτής της επιφύλαξης για να αποκλείσει ή να μειώσει τις υποχρεώσεις του για τη θέσπιση των μέτρων που ορίζονται στο Κεφάλαιο II. Εν γένει, θα προβλέψει ευρύτερες και αποτελεσματικότερες αρμοδιότητες επιβολής του νόμου σε σχέση με τα μέτρα αυτά.

3. Σε σχέση με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης, η εφαρμογή των οποίων εμπίπτει στη δικαιοδοσία των συστατικών Πολιτειών του ή άλλων παρόμοιων εδαφικών ενοτήτων, που δεν είναι υποχρεωμένες από το συνταγματικό σύστημα της ομοσπονδίας να λαμβάνουν νομοθετικά μέτρα, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές των Πολιτειών αυτών για τις εν λόγω διατάξεις και θα δώσει τη θετική γνώμη της, ενθαρρύνοντας τις Πολιτείες να ενεργήσουν καταλλήλως για την θέση τους σε ισχύ.

Άρθρο 42

Επιφυλάξεις

Με γραπτή ειδοποίηση απευθυνόμενη στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, κατά τη στιγμή της υπογραφής ή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του εγγράφου κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης, κάθε Κράτος μπορεί να δηλώσει ότι κάνει χρήση των επιφυλάξεων που προβλέπονται στο Άρθρο 4, παράγραφος 2, Άρθρο 6 παράγραφος 3, Άρθρο 9 παράγραφος 4, Άρθρο 10 παράγραφος 3, Άρθρο 11 παράγραφος 3, Άρθρο 14 παράγραφος 3, Άρθρο 22 παράγραφος 2, Άρθρο 29 παράγραφος 4, και Άρθρο 41 παράγραφος 1. Καμμία άλλη επιφύλαξη δεν μπορεί να διατυπωθεί.

Άρθρο 43

Καθεστώς και άρση των επιφυλάξεων

1. Συμβαλλόμενο Μέρος που έχει καταθέσει επιφύλαξη σύμφωνα με το Άρθρο 42 μπορεί να την άρει εν όλω ή εν μέρει με ειδοποίηση απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η άρση τίθεται σε ισχύ την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης από τον Γενικό Γραμματέα. Εάν η ειδοποίηση αναφέρει ότι η άρση μιας επιφύλαξης πρόκειται να τεθεί σε ισχύ σε μια ημερομηνία που θα ορίζεται στην ειδοποίηση και αυτή η ημερομηνία είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας που η ειδοποίηση θα παραληφθεί από τον Γενικό Γραμματέα, η άρση τίθεται σε ισχύ κατά την εν λόγω μεταγενέστερη ημερομηνία.

2. Συμβαλλόμενο Μέρος που έχει καταθέσει επιφύλαξη κατά το Άρθρο 42, αίρει την εν λόγω επιφύλαξη, εν όλω ή εν μέρει, μόλις το επιτρέψουν οι περιστάσεις.

3. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης μπορεί περιοδικά να ερωτά τα Συμβαλλόμενα Μέρη που έχουν καταθέσει μία ή περισσότερες επιφυλάξεις κατά το Άρθρο 42, σχετικά με τις προοπτικές άρσης αυτών των επιφυλάξεων.

Άρθρο 44

Τροποποιήσεις

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να προτείνει τροποποιήσεις της παρούσας Σύμβασης, οι οποίες κοινοποιούνται από το Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης στα Κράτη-Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα Κράτη μη Μέλη που έλαβαν μέρος στην επεξεργασία της παρούσας Σύμβασης, καθώς και σε κάθε άλλο Κράτος που έχει προσχωρήσει ή έχει προσκληθεί να προσχωρήσει στην παρούσα Σύμβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 37.

2. Κάθε τροποποίηση προτεινόμενη από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος κοινοποιείται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC), η οποία θα γνωμοδοτεί στην Επιτροπή Υπουργών επί της εν λόγω προτεινομένης τροποποίησης.

3. Η Επιτροπή Υπουργών εξετάζει την προτεινόμενη τροποποίηση και τη γνωμοδότηση της CDPC και κατόπιν διαβουλεύσεων με τα Κράτη μη Μέλη που είναι Συμβαλλόμενα Μέρη της παρούσας Σύμβασης, μπορεί να υιοθετήσει την τροποποίηση.

4. Το κείμενο τροποποίησης που εγκρίνεται από την Επιτροπή Υπουργών σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος Άρθρου, αποστέλλεται στα Συμβαλλόμενα Μέρη προς αποδοχή.

5. Κάθε τροποποίηση που εγκρίνεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου τίθεται σε ισχύ την τριακοστή ημέρα μετά την ημέρα που όλα τα Συμβαλλόμενα Μέρη θα έχουν ενημερώσει το Γενικό Γραμματέα για την αποδοχή τους.

Άρθρο 45

Επίλυση διαφορών

1. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC) τηρείται ενήμερη για την ερμηνεία και εφαρμογή της Σύμβασης.

2. Σε περίπτωση που υπάρξει διαφορά μεταξύ Συμβαλλόμενων Μερών ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης, αυτά αναζητούν επίλυση της διαφοράς μέσω διαπραγματεύσεων ή άλλων ειρηνικών μέσων της επιλογής τους, όπως δια της υποβολής της διαφοράς στην CDPC, σε ένα διαιτητικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις θα είναι δεσμευτικές για τα Συμβαλλόμενα Μέρη, ή στο Διεθνές Δικαστήριο, όπως θα συμφωνήσουν τα ενδιαφερόμενα Συμβαλλόμενα Μέρη.

Άρθρο 46

Διαβουλεύσεις των Συμβαλλόμενων Μερών

1. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη διαβουλεύονται περιοδικά, όταν αυτό χρειάζεται, με σκοπό να διευκολυνθεί:

α. η αποτελεσματική χρήση και εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης, όπως επίσης και ο εντοπισμός τυχόν προβλημάτων αυτής, καθώς και τα αποτελέσματα κάθε δήλωσης ή επιφύλαξης που έχει γίνει δυνάμει της Σύμβασης,

β. η ανταλλαγή πληροφοριών για σημαντικές νομικές, πολιτικές ή τεχνολογικές εξελίξεις πάνω στο θέμα του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο και της συλλογής αποδεικτικών στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή,

γ. εξέταση πιθανών συμπληρώσεων και τροποποιήσεων της παρούσας Σύμβασης.

2. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC) τηρείται περιοδικά ενήμερη για τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC) διευκολύνει τις διαβουλεύσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να βοηθήσει τα Συμβαλλόμενα Μέρη στην προσπάθεια τους να συμπληρώσουν ή να τροποποιήσουν τη Σύμβαση. Το αργότερο τρία έτη μετά τη θέση σε ισχύ της παρούσας Σύμβασης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα Προβλήματα του Εγκλήματος (CDPC), σε συνεργασία με τα Συμβαλλόμενα Μέρη, προβαίνει σε επανεξέταση όλων των διατάξεων της Σύμβασης και, εάν υπάρχει ανάγκη, προτείνει τις κατάλληλες τροποποιήσεις.

4. Εκτός από τις περιπτώσεις που τα έξοδα αναλαμβάνονται από το Συμβούλιο της Ευρώπης, τα έξοδα που συνεπάγεται η εκτέλεση των διατάξεων της παραγράφου 1 βαρύνουν τα Συμβαλλόμενα Μέρη με τον τρόπο που εκείνα θα καθορίσουν.

5. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη βοηθούνται από τη Γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρώπης να εκτελέσουν τις αρμοδιότητες τους σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Άρθρο 47

Καταγγελία

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί οποτεδήποτε να καταγγείλει την παρούσα Σύμβαση με ειδοποίηση απευθυνόμενη στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης,

2. Η εν λόγω καταγγελία τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μηνός που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών μετά την ημερομηνία κατά την οποία η ειδοποίηση θα παραληφθεί από τον Γενικό Γραμματέα.

Άρθρο 48

Ειδοποίηση

Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης ειδοποιεί όλα τα Κράτη Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα Κράτη μη Μέλη που έχουν λάβει μέρος στην επεξεργασία της παρούσας Σύμβασης, καθώς και κάθε Κράτος που έχει προσχωρήσει σε αυτήν ή έχει προσκληθεί να προσχωρήσει σε αυτήν, σχετικά με:

α. κάθε υπογραφή,

β. την κατάθεση εγγράφου κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης,

γ. κάθε ημερομηνία θέσης σε ισχύ της παρούσας Σύμβασης σύμφωνα με τα Άρθρα 36 και 37,

δ. κάθε δήλωση που γίνεται δυνάμει του Άρθρου 40, ή κάθε επιφύλαξη που διατυπώνεται σύμφωνα με το Άρθρο 42,

ε. κάθε άλλη πράξη, ειδοποίηση ή επικοινωνία που σχετίζεται με την παρούσα Σύμβαση.

Σε πίστωση των ανωτέρω, οι υπογράφοντες, δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, υπέγραψαν την παρούσα Σύμβαση.

Έγινε στη Βουδαπέστη σήμερα 23 Νοεμβρίου 2001 στην Αγγλική και τη Γαλλική γλώσσα, αμφοτέρων των κειμένων όντων εξ ίσου αυθεντικών, σε ένα αντίγραφο το οποίο θα κατατεθεί στα αρχεία του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης θα διαβιβάσει επικυρωμένα αντίγραφα σε κάθε Κράτος Μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, στα Κράτη μη Μέλη που έλαβαν μέρος στην επεξεργασία της παρούσας Σύμβασης, καθώς και κάθε Κράτος που έχει προσκληθεί να προσχωρήσει σε αυτήν.

Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Σύμβασης για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο αναφορικά με την ποινικοποίηση πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης που διαπράττονται μέσω συστημάτων υπολογιστών, Στρασβούργο 28.1.2003

Τα Κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και τα υπόλοιπα Συμβαλλόμενα Κράτη της Σύμβασης για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο, που άνοιξε προς υπογραφή στην Βουδαπέστη στις 23 Νοεμβρίου 2001, τα οποία υπογράφουν την παρούσα Σύμβαση,

Θεωρώντας ότι ο σκοπός του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι η επίτευξη μεγαλύτερης ενότητας μεταξύ των μελών του,

Υπενθυμίζοντας ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα τους,

Τονίζοντας την ανάγκη διασφάλισης πλήρους και αποτελεσματικής εφαρμογής όλων των δικαιωμάτων του ανθρώπου χωρίς καμιά διάκριση, όπως αυτά κατοχυρώνονται σε Ευρωπαϊκά και άλλα διεθνή κείμενα,

Πεπεισμένα ότι οι πράξεις ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης συνιστούν παραβίαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και απειλή για το κράτος δικαίου και τη δημοκρατική σταθερότητα,

Θεωρώντας ότι το εθνικό και διεθνές δίκαιο είναι αναγκαίο να προβλέπει επαρκή νομική αντίδραση σε προπαγάνδα ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης μέσω συστημάτων υπολογιστών,

Έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι η προπαγάνδα υπέρ τέτοιων πράξεων συχνά ποινικοποιείται στην εθνική νομοθεσία,

Έχοντας υπ' όψη την Σύμβαση για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο, η οποία προβλέπει σύγχρονα και ευέλικτα μέσα διεθνούς συνεργασίας και πεπεισμένα για την ανάγκη εναρμόνισης των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου αναφορικά με την καταπολέμηση της ρατσιστικής και ξενοφοβικής προπαγάνδας,

Έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές προσφέρουν πρωτοφανή μέσα διευκόλυνσης της ελευθερίας της έκφρασης και της επικοινωνίας ανά την υφήλιο,

Αναγνωρίζοντας ότι η ελευθερία της έκφρασης συνιστά ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία της δημοκρατικής κοινωνίας και αποτελεί μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της και την ανάπτυξη κάθε ανθρώπινης οντότητας,

Ανησυχώντας, ωστόσο, για τον κίνδυνο κακής χρήσης ή κατάχρησης των συστημάτων υπολογιστών, με σκοπό την διάδοση ρατσιστικής και ξενοφοβικής προπαγάνδας,

Έχοντας επίγνωση της ανάγκης διασφάλισης της δέουσας ισορροπίας μεταξύ της ελευθερίας της έκφρασης και της αποτελεσματικής μάχης κατά πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης

Αναγνωρίζοντας ότι ο σκοπός του παρόντος Πρωτοκόλλου δεν είναι να θίξει τις καθιερωμένες αρχές που σχετίζονται με την ελευθερία της έκφρασης στα εθνικά νομικά συστήματα,

Λαμβάνοντας υπ' όψη τα σχετικά διεθνή νομικά κείμενα σε αυτόν τον τομέα και, συγκεκριμένα, τη Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το υπ' αρ. 12 Πρωτόκολλο της, αναφορικά με τη γενική απαγόρευση των διακρίσεων, καθώς και τις ισχύουσες συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη συνεργασία στον ποινικό τομέα και, ειδικότερα, τη Σύμβαση για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο, τη Διεθνή Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη όλων των Μορφών Φυλετικών Διακρίσεων της 21'κ Δεκεμβρίου 1965, την Κοινή Δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 15^ Ιουλίου 1996 που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο βάσει του Άρθρου Κ3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση αναφορικά με την δράση για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας,

Χαιρετίζοντας τις πρόσφατες εξελίξεις, οι οποίες περαιτέρω προωθούν τη διεθνή κατανόηση και συνεργασία στην καταπολέμηση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας,

Έχοντας επίσης υπ' όψη το Σχέδιο Δράσης που υιοθετήθηκε από τους Αρχηγούς Κρατών και Κυβερνήσεων του Συμβουλίου της Ευρώπης επ’ ευκαιρία της Δεύτερης Διάσκεψης Κορυφής (Στρασβούργο 10-11 Οκτωβρίου 1997), με σκοπό να επιδιώξουν κοινές θέσεις για τα ζητήματα της ανάπτυξης των νέων τεχνολογιών με βάση τα πρότυπα και τις αξίες του Συμβουλίου της Ευρώπης

Συμφώνησαν τα εξής:

Κεφάλαιο I - Κοινές Διατάξεις

Άρθρο 1

Σκοπός

Ο σκοπός του παρόντος Πρωτοκόλλου είναι να συμπληρωθούν μεταξύ των Συμβαλλόμενων στο Πρωτόκολλο Μερών, οι διατάξεις της Σύμβασης για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο η οποία άνοιξε προς υπογραφή στις 23 Νοεμβρίου 2001 (η οποία στη συνέχεια του παρόντος θα αναφέρεται ως "η Σύμβαση"), όσον αφορά στην ποινικοποίηση πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης που διαπράττονται μέσω συστημάτων υπολογιστών.

Άρθρο 2

Ορισμοί

1. Για τους σκοπούς του παρόντος Πρωτοκόλλου

"ρατσιστικό και ξενοφοβικό υλικό" σήμαινα κάθε γραπτό υλικό, εικόνα ή άλλη έκφραση ιδεών ή θεωριών που υποστηρίζουν, προάγουν ή υποδαυλίζουν το μίσος, τις διακρίσεις ή την βία κατά κάποιου ατόμου ή ομάδας ατόμων με βάση την φυλή, το χρώμα, την καταγωγή, την εθνική ή την εθνοτική προέλευση, καθώς και την θρησκεία, εάν αυτή χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για κάποιον από τους ανωτέρω παράγοντες.

2. Οι όροι και οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στο παρόν Πρωτόκολλο ερμηνεύονται όπως στη Σύμβαση.

Κεφάλαιο ΙΙ - Μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε εθνικό επίπεδο

Άρθρο 3

Διάδοση ρατσιστικού και ξενοφοβικού υλικού μέσω συστημάτων υπολογιστών

1) Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θεσπίζει νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιερώσει ως ποινικό αδίκημα στην εσωτερική του νομοθεσία, την ακόλουθη συμπεριφορά, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση και χωρίς δικαίωμα:

διανομή ή με άλλο τρόπο διάθεση ρατσιστικού και ξενοφοβικού υλικού στο κοινό μέσω συστήματος υπολογιστή.

2) Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να μην ποινικοποιήσει τη συμπεριφορά που ορίζει η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου, εάν το υλικό που προσδιορίζεται από το Άρθρο 2, παράγραφος 1, υποστηρίζει, προάγει ή υποδαυλίζει διακρίσεις που δεν σχετίζονται με μίσος ή βία, υπό την προϋπόθεση ότι είναι διαθέσιμα άλλα αποτελεσματικά ένδικα βοηθήματα.

3) Παρά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να μην εφαρμόσει την παράγραφο 1 στις περιπτώσεις διακρίσεων για τις οποίες, εξαιτίας καθιερωμένων αρχών στο εθνικό νομικό του σύστημα αναφορικά με την ελευθερία της έκφρασης, δεν μπορεί να προβλέψει τα αποτελεσματικά ένδικα βοηθήματα που αναφέρει η εν λόγω παράγραφος 2.

Άρθρο 4 - Απειλή με ρατσιστικά και ξενοφοβικά κίνητρα

Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιερώσει ως ποινικό αδίκημα στην εσωτερική του νομοθεσία την ακόλουθη συμπεριφορά, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση και χωρίς δικαίωμα:

απειλή, μέσω συστήματος υπολογιστή, με την διάπραξη ενός σοβαρού ποινικού αδικήματος, όπως αυτό ορίζεται στο εσωτερικό του δίκαιο, (ί) κατά προσώπων επειδή ανήκουν σε μία ομάδα η οποία διακρίνεται βάσει φυλής, χρώματος, καταγωγής, εθνικής ή εθνοτικής προέλευσης, καθώς και θρησκείας, εάν αυτή χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για κάποιον από τους ανωτέρω παράγοντες, ή (ii) κατά ομάδας προσώπων που διακρίνεται βάσει οποιουδήποτε εξ αυτών των χαρακτηριστικών.

Άρθρο 5

Προσβολή με ρατσιστικά και ξενοφοβικά κίνητρα

1 .Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιερώσει ως ποινικό αδίκημα στην εσωτερική του νομοθεσία την ακόλουθη συμπεριφορά, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση και χωρίς δικαίωμα:

δημόσια προσβολή, μέσω συστήματος υπολογιστή, (ί) προσώπων επειδή ανήκουν σε μία ομάδα η οποία διακρίνεται βάσει φυλής, χρώματος, καταγωγής, εθνικής ή εθνοτικής προέλευσης καθώς και θρησκείας, εάν αυτή χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για κάποιον από τους ανωτέρω παράγοντες, ή (ii) ομάδας προσώπων που διακρίνεται βάσει οποιουδήποτε εξ αυτών των χαρακτηριστικών

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί:

α. είτε να θέσει ως προϋπόθεση ότι το αδίκημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου έχει ως συνέπεια να εκτεθεί το πρόσωπο ή η ομάδα προσώπων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 σε μίσος, περιφρόνηση ή γελοιοποίηση,

β. είτε να διατηρήσει το δικαίωμα να μην εφαρμόσει, εν όλω ή εν μέρει, την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 6.

Άρνηση, υποβάθμιση της σημασίας, έγκριση ή δικαιολόγηση γενοκτονίας ή εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιερώσει ως ποινικό αδίκημα στην εσωτερική του νομοθεσία την ακόλουθη συμπεριφορά, όταν αυτή διαπράττεται από πρόθεση και χωρίς δικαίωμα:

διανομή ή άλλως διάθεση στο κοινό, μέσω συστήματος υπολογιστή, υλικού που αρνείται, υποβαθμίζει τη σημασία, εγκρίνει ή δικαιολογεί πράξεις που συνιστούν γενοκτονία ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όπως αυτά ορίζονται από το διεθνές δίκαιο και αναγνωρίζονται από τελικές και δεσμευτικές αποφάσεις του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου που συστήθηκε με την Συμφωνία του Λονδίνου της 8ης Απριλίου 1945, ή οποιουδήποτε άλλου διεθνούς δικαστηρίου που συστήθηκε με σχετικές διεθνείς συμβάσεις και ταυ οποίου η αρμοδιότητα αναγνωρίζεται από αυτό το Συμβαλλόμενο Μέρος.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί:

α. είτε να θέσει ως προϋπόθεση ότι ή άρνηση ή η υποβάθμιση της σημασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου διαπράττεται με σκοπό την υποδαύλιση μίσους, διακρίσεων ή βίας κατά ατόμου ή ομάδας ατόμων βάσει φυλής χρώματος, καταγωγής, εθνικής ή εθνοτικής προέλευσης καθώς και θρησκείας, εάν αυτή χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για κάποιον από τους ανωτέρω παράγοντες,

β. είτε να διατηρήσει το δικαίωμα να μην εφαρμόσει, εν όλω ή εν μέρει, την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 7

Συνεργεία και ηθική αυτουργία

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος θεσπίζει τα νομοθετικά και άλλα μέτρα που είναι απαραίτητα για να καθιέρωσα ως ποινικά αδικήματα στην εσωτερική του νομοθεσία, την συνεργεία ή την ηθική αυτουργία στην διάπραξη οποιουδήποτε από τα αδικήματα που έχουν καθιερωθεί σύμφωνα με το παρόν Πρωτόκολλο, με σκοπό την διάπραξη των ανωτέρω αδικημάτων, όταν αυτά διαπράττονται από πρόθεση και χωρίς δικαίωμα

Κεφάλαιο ΙΙΙ

Σχέσεις μεταξύ της Σύμβασης και του παρόντος Πρωτοκόλλου

Άρθρο 8

Σχέσεις μεταξύ της Σύμβασης και του παρόντος Πρωτοκόλλου

1. Τα Άρθρα 1,12,13,22,41,44,45 και 46 της Σύμβασης εφαρμόζονται, κατ' αναλογία και στο παρόν Πρωτόκολλο.

2. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής των μέτρων που ορίζουν τα Αρθρα 14 έως 21 και τα Άρθρα 23 έως 35 της Σύμβασης, στα Άρθρα 2 έως 7 του παρόντος Πρωτοκόλλου.

Κεφάλαιο IV-Τελικές διατάξεις

Άρθρο 9

Έκφραση της συναίνεσης για δέσμευση

1. Το παρόν Πρωτόκολλο δύναται να υπογραφεί από τα Κράτη που έχουν υπογράψει τη Σύμβαση, τα οποία μπορούν να εκφράσουν τη βούληση τους να δεσμευθούν από αυτή είτε

α. από την υπογραφή χωρίς επιφύλαξη, όσον αφορά στην κύρωση, αποδοχή ή έγκριση, είτε

β. από την υπογραφή που υπόκειται σε κύρωση, αποδοχή ή έγκριση, η οποία ακολουθείται από κύρωση, αποδοχή ή έγκριση.

2. Κανένα Κράτος δεν μπορεί να υπογράψει το παρόν Πρωτόκολλο χωρίς επιφύλαξη, όσον αφορά στην κύρωση, αποδοχή ή έγκριση, ή να καταθέσει έγγραφο κύρωσης αποδοχής ή έγκρισης εκτός εάν έχει ήδη καταθέσει ή καταθέτει ταυτόχρονα με την υπογραφή του έγγραφο κύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης της Σύμβασης.

3. Τα έγγραφα κύρωσης αποδοχής ή έγκρισης κατατίθενται στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Άρθρο 10

Έναρξη ισχύος

1. Το παρόν Πρωτόκολλο τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία πέντε Κράτη θα έχουν εκφράσει τη συναίνεση τους να δεσμεύονται από το Πρωτόκολλο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 9.

2. Όσον αφορά οποιοδήποτε Κράτος που εκφράζει μεταγενέστερα τη συναίνεση του να δεσμεύεται από το Πρωτόκολλο, το τελευταίο τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών μετά την ημερομηνία υπογραφής από μέρους του Κράτους χωρίς επιφύλαξη όσον αφορά στην κύρωση, αποδοχή ή έγκριση ή κατάθεσης του εγγράφου του σχετικά με την κύρωση, αποδοχή ή έγκριση.

Άρθρο 11

Προσχώρηση

1. Μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Πρωτοκόλλου, κάθε Κράτος που έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση μπορεί, επίσης να προσχωρήσει και στο Πρωτόκολλο.

2. Η προσχώρηση πραγματοποιείται με την κατάθεση στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, εγγράφου προσχώρησης που θα τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης του.

Άρθρο 12

Επιφυλάξεις και δηλώσεις

1. Οι επιφυλάξεις που διατυπώνονται και οι δηλώσεις που γίνονται από κάποιο Συμβαλλόμενο Μέρος για κάποια από τις διατάξεις της Σύμβασης, ισχύουν επίσης και για το παρόν Πρωτόκολλο, εκτός εάν αυτό το Συμβαλλόμενο Μέρος προβεί σε διαφορετικές δηλώσεις κατά τον χρόνο υπογραφής ή κατάθεσης του εγγράφου του σχετικά με την κύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση

2. Με γραπτή ειδοποίηση απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, κατά τον χρόνο υπογραφής ή κατάθεσης του εγγράφου του σχετικά με την κύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση, να δηλώσει ότι δεσμεύεται από τις επιφυλάξεις που προβλέπονται στα Άρθρα 3, 5 και 6 του παρόντος Πρωτοκόλλου. Παράλληλα, όσον αφορά στις διατάξεις του παρόντος Πρωτοκόλλου, οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να επικαλεσθεί τις επιφυλάξεις που προβλέπονται στο Άρθρο 22, παράγραφος 2 και στο Άρθρο 41, παράγραφο 1 της Σύμβασης ανεξαρτήτως της εφαρμογής της Σύμβασης από μέρους αυτού του Συμβαλλόμενου. Καμιά άλλη επιφύλαξη δεν μπορεί να διατυπωθεί.

3. Με γραπτή ειδοποίηση απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, οποιοδήποτε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί, κατά το χρόνο υπογραφής ή κατάθεσης του εγγράφου του σχετικά με την κύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση, να δηλώσει ότι διατηρεί τη δυνατότητα να απαιτήσει τα επιπρόσθετα στοιχεία που προβλέπει το Άρθρο 5, παράγραφος 2.α και το Άρθρο 6, παράγραφος 2.α του παρόντος πρωτοκόλλου.

Άρθρο 13

Κατάσταση και ανάκληση επιφυλάξεων

1. Κάποιο Συμβαλλόμενο Μέρος που έχει διατυπώσει επιφύλαξη σύμφωνα με το Άρθρο 12 ανωτέρω, ανακαλεί την επιφύλαξη αυτή, εν όλω ή εν μέρει, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες. Η ανάκληση ισχύει από την ημερομηνία παραλαβής της σχετικής ειδοποίησης, απευθυνόμενης στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Εάν η ειδοποίηση αναφέρει ότι η ανάκληση της επιφύλαξης πρέπει να τεθεί σε ισχύ κατά την ημερομηνία που θα δηλώνεται στην ειδοποίηση και η ημερομηνία αυτή είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας παραλαβής της ειδοποίησης από τον Γενικό Γραμματέα, τότε η ανάκληση τίθεται σε ισχύ την μεταγενέστερη εκείνη ημερομηνία.

2. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης μπορεί να αιτείται, περιοδικώς, διευκρινίσεις από τα Συμβαλλόμενα Μέρη που έχουν διατυπώσει μία ή περισσότερες επιφυλάξεις σύμφωνα με το Άρθρο 12, σχετικά με την προοπτική ανάκλησης των επιφυλάξεων αυτών.

Άρθρο 14

Εδαφική εφαρμογή

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί κατά το χρόνο υπογραφής ή κατάθεσης του εγγράφου του σχετικά με την κύρωση, αποδοχή, έγκριση ή προσχώρηση, να προσδιορίζει την Επικράτεια ή τις Επικράτειες, στις οποίες θα ισχύει το παρόν Πρωτόκολλο.

2. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία, με δήλωση απευθυνόμενη στο Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης, να επεκτείνει την εφαρμογή του παρόντος Πρωτοκόλλου σε οποιαδήποτε άλλη Επικράτεια που προσδιορίζεται στη δήλωση. Όσον αφορά στην Επικράτεια αυτή, το παρόν Πρωτόκολλο θα τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών μετά την ημερομηνία παραλαβής της δήλωσης από τον Γενικό Γραμματέα.

3. Κάθε δήλωση που έχει γίνει σύμφωνα με τις προηγούμενες δύο παραγράφους μπορεί, αναφορικά με κάθε Επικράτεια που προσδιορίζεται σε τέτοια δήλωση, να ανακληθεί με ειδοποίηση απευθυνόμενη στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η ανάκληση θα τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών μετά την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης από τον Γενικό Γραμματέα.

Άρθρο 15

Καταγγελία

1. Κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος μπορεί να καταγγείλει οποτεδήποτε το παρόν Πρωτόκολλο με ειδοποίηση που θα απευθύνεται στον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης.

2. Η καταγγελία τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την εκπνοή περιόδου τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης από τον Γενικό Γραμματέα.

Άρθρο 16

Κοινοποίηση

Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης κοινοποιεί στα Κράτη-Μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και στα Κράτη που δεν είναι Μέλη, τα οποία έχουν συμμετάσχει στην κατάρτιση του παρόντος Πρωτοκόλλου, καθώς και σε κάθε Κράτος που έχει προσχωρήσει ή έχει κληθεί να προσχωρήσει στο παρόν Πρωτόκολλο:

α. κάθε υπογραφή,

β. την κατάθεση κάθε εγγράφου κύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης,

γ. την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Πρωτοκόλλου σύμφωνα με τα Αρθρα 9, 10 και 11 καθώς και

δ. κάθε άλλη πράξη, ειδοποίηση ή γνωστοποίηση σχετική με το παρόν Πρωτόκολλο.

Σε πίστωση των ανωτέρω, οι υπογράφοντες, δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, υπέγραψαν το παρόν Πρωτόκολλο.

Έγινε στο Στρασβούργο στις 28 Ιανουαρίου 2003ί στην αγγλική και στην γαλλική γλώσσα (και τα δύο κείμενα είναι εξίσου αυθεντικά) σε ένα μόνο αντίγραφο το οποίο θα κατατεθεί στο Αρχείο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης θα αποστέλλει επικυρωμένα αντίγραφα σε κάθε Κράτος \Μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης στα Κράτη που δεν είναι Μέλη αλλά έχουν συμμετάσχει στην κατάρτιση του παρόντος Πρωτοκόλλου, καθώς και σε κάθε Κράτος που έχει κληθεί να προσχωρήσει σε αυτό.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2013/40/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

ΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ - ΠΛΑΙΣΙΟΥ 2005/222/ΔΕΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο δεύτερο

Τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα

(Άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 7, 9 παράγραφοι 2, 3 και 4 της Οδηγίας)

1. Στο άρθρο 13 του Ποινικού Κώδικα προστίθενται περιπτώσεις η' και θ' ως εξής:

«η) Πληροφοριακό σύστημα είναι συσκευή ή ομάδα διασυνδεδεμένων ή σχετικών μεταξύ τους συσκευών, εκ των οποίων μία ή περισσότερες εκτελούν, σύμφωνα με ένα πρόγραμμα, αυτόματη επεξεργασία ψηφιακών δεδομένων, καθώς και τα ψηφιακά δεδομένα που αποθηκεύονται, αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας, ανακτώνται ή διαβιβάζονται από την εν λόγω συσκευή ή την ομάδα συσκευών με σκοπό τη λειτουργία, τη χρήση, την προστασία και τη συντήρηση των συσκευών αυτών.

θ) Ψηφιακά δεδομένα είναι η παρουσίαση γεγονότων, πληροφοριών ή εννοιών σε μορφή κατάλληλη προς επεξεργασία από πληροφοριακό σύστημα, συμπεριλαμβανομένου προγράμματος που παρέχει τη δυνατότητα στο πληροφοριακό σύστημα να εκτελέσει μια λειτουργία».

2. Μετά το άρθρο 292Α του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 292Β ως εξής:

« Άρθρο 292Β

Παρακώλυση λειτουργίας πληροφοριακών συστημάτων

1. Όποιος χωρίς δικαίωμα παρεμποδίζει σοβαρά ή διακόπτει τη λειτουργία συστήματος πληροφοριών με την εισαγωγή, διαβίβαση, διαγραφή, καταστροφή, αλλοίωση ψηφιακών δεδομένων ή με αποκλεισμό της πρόσβασης στα δεδομένα αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών.

2. Η πράξη της πρώτης παραγράφου τιμωρείται:

α) με φυλάκιση από ένα (1) έως τρία (3) έτη, αν τελέστηκε με τη χρήση εργαλείου που έχει σχεδιαστεί κατά κύριο λόγο για πραγματοποίηση επιθέσεων που επηρεάζουν μεγάλο αριθμό συστημάτων πληροφοριών ή επιθέσεων που προκαλούν σοβαρές ζημίες και ιδίως επιθέσεων που προκαλούν μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημιά ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν προκάλεσε σοβαρές ζημίες και ιδίως μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων και γ) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν τελέστηκε κατά συστημάτων πληροφοριών που αποτελούν μέρος υποδομής για την προμήθεια του πληθυσμού με ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες. Ως ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες νοούνται ιδίως η εθνική άμυνα, η υγεία, οι συγκοινωνίες, οι μεταφορές και η ενέργεια.

3. Αν οι πράξεις των προηγούμενων παραγράφων τελέστηκαν στο πλαίσιο δομημένης και με διαρκή δράση ομάδας τριών ή περισσότερων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων εγκλημάτων του παρόντος άρθρου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών.

4. Για την ποινική δίωξη της πράξης της παραγράφου 1 απαιτείται έγκληση».

3. Μετά το άρθρο 292Β του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 292Γ ως εξής:

« Άρθρο 292Γ

Με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών τιμωρείται όποιος χωρίς δικαίωμα και με σκοπό τη διάπραξη των εγκλημάτων του άρθρου 292Β παράγει, πωλεί, προμηθεύεται προς χρήση, εισάγει, κατέχει, διανέμει ή με άλλο τρόπο διακινεί: α) συσκευές ή προγράμματα υπολογιστή, σχεδιασμένα ή προσαρμοσμένα κυρίως για το σκοπό της διάπραξης των εγκλημάτων του άρθρου 292Β, β) συνθηματικά ή κωδικούς πρόσβασης ή άλλα παρεμφερή δεδομένα με τη χρήση των οποίων είναι δυνατόν να αποκτηθεί πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος ενός πληροφοριακού συστήματος».

4. Οι παράγραφοι 2 και 5 του άρθρου 348Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίστανται ως εξής:

«2. Όποιος με πρόθεση παράγει, προσφέρει, πωλεί ή με οποιονδήποτε τρόπο διαθέτει, διανέμει, διαβιβάζει, αγοράζει, προμηθεύεται ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων, μέσω πληροφοριακών συστημάτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως τριακοσίων χιλιάδων ευρώ.

5. Όποιος εν γνώσει αποκτά πρόσβαση σε υλικό παιδικής πορνογραφίας μέσω πληροφοριακών συστημάτων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους».

5. Το άρθρο 348Β του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 348Β

Προσέλκυση παιδιών για γενετήσιους λόγους

Όποιος με πρόθεση, μέσω πληροφοριακών συστημάτων, προτείνει σε ανήλικο που δεν συμπλήρωσε τα δεκαπέντε έτη, να συναντήσει τον ίδιο ή τρίτο, με σκοπό τη διάπραξη σε βάρος του ανηλίκου των αδικημάτων των άρθρων 339 παράγραφοι 1 και 2 ή 348Α, όταν η πρόταση αυτή ακολουθείται από περαιτέρω πράξεις που οδηγούν σε μία τέτοια συνάντηση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως διακοσίων χιλιάδων ευρώ».

6. Το άρθρο 370Γ του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 370Γ

Παράνομη πρόσβαση σε πληροφοριακό σύστημα

1. Όποιος χωρίς δικαίωμα αντιγράφει ή χρησιμοποιεί προγράμματα υπολογιστών, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και με χρηματική ποινή διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ έως πέντε χιλιάδων εννιακοσίων (5.900) ευρώ.

2. Όποιος χωρίς δικαίωμα αποκτά πρόσβαση στο σύνολο ή τμήμα πληροφοριακού συστήματος ή σε στοιχεία που μεταδίδονται με συστήματα τηλεπικοινωνιών, παραβιάζοντας απαγορεύσεις ή μέτρα ασφαλείας που έχει λάβει ο νόμιμος κάτοχος του, τιμωρείται με φυλάκιση. Αν η πράξη αναφέρεται στις διεθνείς σχέσεις ή την ασφάλεια του κράτους, τιμωρείται κατά το άρθρο 148.

3. Αν ο δράστης είναι στην υπηρεσία του νόμιμου κατόχου του πληροφοριακού συστήματος ή των στοιχείων, η πράξη της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται μόνο αν απαγορεύεται ρητά από εσωτερικό κανονισμό ή από έγγραφη απόφαση του κατόχου ή αρμόδιου υπαλλήλου του.

4. Οι πράξεις των παραγράφων 1 έως 3 διώκονται ύστερα από έγκληση».

7. Μετά το άρθρο 370Γ του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 370Δ ως εξής:

«Άρθρο 370Δ

1. Όποιος, αθέμιτα, με τη χρήση τεχνικών μέσων, παρακολουθεί ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσιες διαβιβάσεις δεδομένων ή ηλεκτρομαγνητικές εκπομπές από, προς ή εντός πληροφοριακού συστήματος ή παρεμβαίνει σε αυτές με σκοπό ο ίδιος ή άλλος να πληροφορηθεί το περιεχόμενό τους, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών.

2. Με την ποινή της παραγράφου 1 τιμωρείται όποιος κάνει χρήση της πληροφορίας ή του υλικού φορέα επί του οποίου αυτή έχει αποτυπωθεί με τους τρόπους που προβλέπεται στην παράγραφο 1.

3. Αν οι πράξεις των παραγράφων 1 και 2 συνεπάγονται παραβίαση στρατιωτικού ή διπλωματικού απορρήτου ή αφορούν απόρρητο που αναφέρεται στην ασφάλεια του Κράτους σε καιρό πολέμου τιμωρούνται κατά το άρθρο 146».

8. Μετά το άρθρο 370Δ του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 370Ε ως εξής:

«Άρθρο 370Ε

Με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών τιμωρείται όποιος χωρίς δικαίωμα και με σκοπό τη διάπραξη κάποιου από τα εγκλήματα των άρθρων 370Β, 370Γ παράγραφοι 2 και 3 και 370Δ παράγει, πωλεί, προμηθεύεται προς χρήση, εισάγει, κατέχει, διανέμει ή με άλλο τρόπο διακινεί: α) συσκευές ή προγράμματα υπολογιστή, σχεδιασμένα ή προσαρμοσμένα κυρίως για το σκοπό της διάπραξης κάποιου από τα εγκλήματα των άρθρων 370Β, 370Γ και 370Δ, β) συνθηματικά ή κωδικούς πρόσβασης ή άλλα παρεμφερή δεδομένα με τη χρήση των οποίων είναι δυνατόν να αποκτηθεί πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος ενός πληροφοριακού συστήματος».

9. Μετά το άρθρο 381 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 381Α ως εξής:

«Άρθρο 381Α

Φθορά ηλεκτρονικών δεδομένων

1. Όποιος χωρίς δικαίωμα διαγράφει, καταστρέφει, αλλοιώνει ή αποκρύπτει ψηφιακά δεδομένα ενός συστήματος πληροφοριών, καθιστά ανέφικτη τη χρήση τους ή με οποιονδήποτε τρόπο αποκλείει την πρόσβαση στα δεδομένα αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία (3) έτη. Σε ιδιαίτερα ελαφρές περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί, εκτιμώντας τις περιστάσεις τέλεσης, να κρίνει την πράξη ατιμώρητη.

2. Η πράξη της πρώτης παραγράφου τιμωρείται: α) με φυλάκιση από ένα (1) έως τρία (3) έτη, αν τελέστηκε με τη χρήση εργαλείου που έχει σχεδιαστεί κατά κύριο λόγο για πραγματοποίηση επιθέσεων που επηρεάζουν μεγάλο αριθμό συστημάτων πληροφοριών ή επιθέσεων που προκαλούν σοβαρές ζημίες και ιδίως επιθέσεων που προκαλούν μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν προκάλεσε σοβαρές ζημίες και ιδίως μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων και γ) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν τελέστηκε κατά συστημάτων πληροφοριών που αποτελούν μέρος υποδομής για την προμήθεια του πληθυσμού με ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες. Ως ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες νοούνται ιδίως η εθνική άμυνα, η υγεία, οι συγκοινωνίες, οι μεταφορές και η ενέργεια.

3. Αν οι πράξεις των προηγούμενων παραγράφων τελέστηκαν στο πλαίσιο δομημένης και με διαρκή δράση ομάδας τριών ή περισσότερων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων εγκλημάτων του παρόντος άρθρου, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών.

4. Για την ποινική δίωξη της πράξης της παραγράφου 1 απαιτείται έγκληση».

10. Μετά το άρθρο 381Α του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 381Β ως εξής:

«Άρθρο 381Β

Με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών, τιμωρείται όποιος χωρίς δικαίωμα και με σκοπό τη διάπραξη κάποιου από τα εγκλήματα του άρθρου 381Α παράγραφοι 1, 2 και 3 παράγει, πωλεί, προμηθεύεται προς χρήση, εισάγει, κατέχει διανέμει ή με άλλο τρόπο διακινεί: α) συσκευές ή προγράμματα υπολογιστή, σχεδιασμένα ή προσαρμοσμένα κυρίως για το σκοπό της διάπραξης κάποιου από τα εγκλήματα του άρθρου 381Α, β) συνθηματικά ή κωδικούς πρόσβασης ή άλλα παρεμφερή δεδομένα με τη χρήση των οποίων είναι δυνατόν να αποκτηθεί πρόσβαση στο σύνολο ή μέρος ενός πληροφοριακού συστήματος».

11. Το άρθρο 386Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 386Α

Απάτη με υπολογιστή

Όποιος, με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, επηρεάζοντας το αποτέλεσμα της διαδικασίας επεξεργασίας ψηφιακών δεδομένων είτε με τη μη ορθή διαμόρφωση προγράμματος υπολογιστή είτε με χρησιμοποίηση μη ορθών ή ελλιπών στοιχείων είτε με τη χωρίς δικαίωμα χρήση δεδομένων είτε με τη χωρίς δικαίωμα παρέμβαση σε πληροφοριακό σύστημα, τιμωρείται με τις ποινές του προηγούμενου άρθρου. Περιουσιακή βλάβη υφίσταται και αν τα πρόσωπα που την υπέστησαν είναι άδηλα. Για την εκτίμηση του ύψους της ζημίας είναι αδιάφορο αν οι παθόντες είναι ένα ή περισσότερα άτομα».

Άρθρο τρίτο

Τροποποιήσεις του N. 2225/1994

1. Η παρ. 1 του άρθρου 4 του N. 2225/1994 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή για τη διακρίβωση των κακουργημάτων που προβλέπονται από:

α) τα άρθρα 134, 135 παράγραφοι 1, 2, 135Α, 137Α, 137Β, 138, 139, 140, 143, 144, 146, 148 παρ. 2,150, 151, 157 παρ. 1, 159, 159Α, 168 παρ. 1, 187 παράγραφοι 1, 2, 187Α παράγραφοι 1 και 4, 207, 208 παρ. 1, 235 παρ. 2, 236 παρ. 2, 237 παράγραφοι 2 και 3β', 264 περιπτώσεις β' και γ', 270, 272, 275 περίπτωση β', 291 παρ. 1 περιπτώσεις β' και γ', 292Α παρ. 4 εδάφιο β' και παρ. 5, 299, 322, 323A παράγραφοι 1, 2, 4, 5 και 6, 324 παράγραφοι 2 και 3, 336 σε βάρος ανηλίκου, 338 παρ. 1 σε βάρος ανηλίκου, 339 παράγραφοι 1 περιπτώσεις α' και β', 342 παράγραφοι 1 και 2, 348Α παρ. 4, 348Γ παρ. 1 περιπτώσεις α' και β', 349 παρ. 1 και 2, 351 παράγραφοι 1, 2, 4 και 5, 351Α παράγραφοι 1 περιπτώσεις α' και β' και 3, 370Α, 370Δ, 374, 380, 385 παρ. 1 περιπτώσεις α' και β' του Ποινικού Κώδικα,

β) τα άρθρα 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 28,29, 30, 46, 47, 59, 140 και 144 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα,

γ) το άρθρο 15 παρ. 1 του N. 2168/1993,

δ) τα άρθρα 20, 22 και 23 του N. 4139/2013,

ε) το άρθρο 157 παρ. 1γ του N. 2960/2001,

στ) το άρθρο 3 περίπτωση ιε' του N. 3691/2008, σε συνδυασμό με το άρθρο δεύτερο του N. 2656/1998,

ζ) το άρθρο 3 παρ. 2 του N. 2803/2000,

η) το άρθρο 45 παρ. 1 περιπτώσεις α', β' και γ' του N. 3691/2008,

θ) το άρθρο 28 του N. 1650/1986.

Επίσης, επιτρέπεται η άρση του απορρήτου για τη διακρίβωση των προπαρασκευαστικών πράξεων για το έγκλημα της παραχάραξης νομίσματος κατά το άρθρο 211 του Ποινικού Κώδικα, καθώς επίσης και για τα εγκλήματα των παραγράφων 1, 2, 3, 4 εδάφιο α' και 6 του άρθρου 292Α, του άρθρου 292Β, του άρθρου 292Γ, των παραγράφων 1 περίπτωση γ' και 4 του άρθρου 339, της παρ. 3 του άρθρου 342, του άρθρου 348, των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 348Α, του άρθρου 348Β, της παρ. 1 περιπτώσεις γ' και δ' του άρθρου 348Γ και της παρ. 1 περίπτωση γ' του άρθρου 351Α, των άρθρων 370Γ και 370Ε, του άρθρου 381Α, του άρθρου 381Β και του άρθρου 386Α του Ποινικού Κώδικα.

Επιπλέον, η άρση του απορρήτου είναι επιτρεπτή για τη διακρίβωση των εγκλημάτων που προβλέπονται από το άρθρο 11 του N. 3917/2011, το άρθρο 15 του N. 3471/2006 και το άρθρο 10 του N. 3115/2003».

2. Στο τέλος της παρ. 11 του άρθρου 5 του N. 2225/1994 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Με την ίδια ποινή τιμωρείται αν ανακοινώνει σε τρίτους ή γνωστοποιεί οπωσδήποτε το γεγονός της άρσης του απορρήτου, καθώς και αν παραβιάσει την υποχρέωση εχεμύθειάς του κατά τη διαδικασία άρσης του απορρήτου που προβλέπεται από το άρθρο 8 του π.δ. 47/2005 (Α' 64)».

Άρθρο τέταρτο

Ευθύνη νομικών προσώπων

(Άρθρο 11 της Οδηγίας)