Κυρ 9 Απρ 2017 06:32:42 μμ

Τέχνες και Πολιτισμός

Τέχνες και Πολιτισμός (359)

Υποκατηγορίες

Cinema

Cinema (68)

Για να δείτε όλες τις ταινίες που παίζονται σε όλους τους κινηματογράφους της περιοχής μας  κάντε κλικ εδώ (ΠΗΓΗ: ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ):

Σινεμά - αθηνόραμα.gr

Προβολή άρθρων...

Τετάρτη 5 Απριλίου 8:15΄μμ, στο ΤΥΠΕΤ από το Cine-Δράση

Ελλάδα, 2015. Διάρκεια: 84΄. Σκηνοθεσία: Δημήτρης Αθανίτης. Σενάριο: Γιώργος Μακρής, Δημήτρης Αθανίτης. Πρωταγωνιστούν: Γιάννης Στάνκογλου, Μενέλαος Χαζαράκης, Εύα Στυλάντερ, Κόρα Καρβούνη, Χρήστος Μπενέτσης, Νικολίτσα Ντρίζη, Κώστας Ξυκομηνός Φωτογραφία: Γιάννης Φώτου. Σκηνικά-Κοστούμια: Στέλλα Κάλτσου. Μοντάζ: Σταμάτης Μαγουλάς. Μουσική: Papercut.
Έγραψαν για την ταινία:
"Η κορυφαια ελληνικη ταινια της χρονιας" Ν. Μικελιδης
"Σπαρακτική. Πηγαίνετε να τη δείτε!" (Π. Μεθενίτης, enet.gr)
"Το αριστουργηματικό ταξίδι του ήρωα" (Ν. Μόσχοβος, typologos.gr)
"Πολυσύνθετη ταινία με Στάνκογλου σε ρεσιτάλ ερμηνείας" (Γ.Κοντός HitnRun)
Τα βραβεία
Το φιλμ έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ανάμεσά τους ξεχωρίζουμε: Μεγάλο Βραβείο στη Figueira Film Art, Βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας και Ανδρικού Ρόλου στο London Greek Film Festival, Βραβείο Καλλιτεχνικής Αξίας και Ανδρικού Ρόλου στο Fiorentino MIIF Festival,Βραβείο Σκηνοθεσίας, Ανδρικού Ρόλου, B’ Aνδρικού Ρόλου και Μοντάζ στο Bridges IFF, Eιδικό Βραβείο στον Γιάνη Στάνκογλου στο Πανόραμα Ευρωπαικού Κινηματογράφου, 6 κύριες Υποψηφιότητες στα Βραβεία της ΕλληνικήςΑκαδημίας Κινηματογράφου, 6 Υποψηφιότητες στα Maverick Movie Awards του Los Angeles και Υποψηφιότητα για το Antonioni Award στο Chicago Arthouse Film Festival.
Η Ιστορία
Τρία χρόνια μετά τις «Τρεις Μέρες Ευτυχίας», ο Δημήτρης Αθανίτης επιστρέφει με μια ιστορία γύρω από ένα μοναχικό ήρωα όπως στη πρώτη ταινία του, το καλτ «Αντίο Βερολίνο». Τα γυρίσματα έγιναν στην ευρύτερη Αττική με επίκεντρο την περιοχή του Ασπρόπυργου όπου ο Δημήτρης Αθανίτης αναζήτησε τους ανοιχτούς ορίζοντες ενός ιδιόμορφου αστικού γουέστερν και ανέπτυξε μια ιστορία εμμονής και εκδίκησης ενάντια στην παρατεταμένη αδικία, στην Ελλάδα της κρίσης. Ο Άρης, ένας μοναχικός 35άρης, χωρισμένος, δουλεύει σε ένα εργοστάσιο. Όταν απολύεται ξαφνικά χωρίς καμιά προειδοποίηση, αποφασίζει να αποδώσει δικαιοσύνη ο ίδιος, καθώς νιώθει θύμα μιας ακραίας αδικίας. Αλλά ο Άρης δεν είναι μόνος του. Έχει μαζί του και τον εξάχρονο γιο του. Ένα παιδί, για το οποίο ο πατέρας είναι ο κόσμος όλος. Ένα παιδί που παλεύει με τον κόσμο των μεγάλων. Ένα κόσμο αόρατο.
Γι’ αυτόν τον κόσμο, τον αόρατο και οδυνηρά ορατό κόσμο, μίλησε ο Δημήτρης Αθανίτης σε συνέντευξή του στο Flix, εκτενή αποσπάσματα της οποίας παραθέτουμε παρακάτω.
Όλη η συνέντευξη εδώ: (http://flix.gr/…/dimitris-athanitis-invisible-interview.html),

«Αόρατη είναι η πραγματικότητά μας.» Ο Δημήτρης Αθανίτης μιλά στο Flix για το «Invisible»
Το «Invisible» γεννήθηκε από οργή ή από μια διάθεση να αντιδράσεις στην κατάσταση γύρω σου;
Κι απ’ τα δύο. Οργή και αντίδραση για ό,τι συμβαίνει γύρω μας αλλά κυρίως στον παραλογισμό που μας περιβάλλει και απαιτεί να υποταχθούμε. Ο ήρωάς μου είναι ένα πρόσωπο που αρνείται να υποταχθεί.
Ποια ήταν η αφορμή που οδήγησε στην ταινία;
Οταν έχω τελειώσει μια ταινία, αισθάνομαι σαν να έχει φύγει από μένα, σαν να έχει δικιά της ζωή. Το πώς ξεκίνησε, με ποια αφορμή, έχει γίνει ένα με την ύπαρξή της. Πάντα υπάρχουν δικά μου βιώματα από κάτω σαν σπινθήρες εκκίνησης, αλλά δεν είναι κάτι προφανές. Πάντως είχα και την ανάγκη μετά από έξι ταινίες με την Αθήνα σαν κρυφή πρωταγωνίστρια, να βγω από την πόλη και να κινηματογραφήσω ένα τοπίο με ευρύ ορίζοντα. Ακόμη ήθελα να γυρίσω μετά από τόσες πολυπρόσωπες ταινίες, μια ιστορία με ήρωα έναν μοναχικό ντεσπεράντο, όπως στο ξεκίνημά μου με το «Αντίο Βερολίνο».
Μοιάζει να απομακρύνεσαι από την πιο ονειρική ατμόσφαιρα των προηγούμενων ταινιών σου, πατώντας εδώ γερά στο ρεαλισμό. Ήταν μια ανάγκη; Πώς καταγράφει κάποιος μια πραγματικότητα που είναι λίγο πολύ γνωστή σε όλους;
Μα το «Invisible» έχει τουλάχιστον δύο ονειρικές σκηνές και μάλιστα σε σημεία-κλειδιά. Και ναι, πατάει γερά στον ρεαλισμό, όμως ο ρεαλισμός από μόνος του, δεν μου λέει τίποτα. Όπως και το αυθαίρετο φανταστικό… Αυτό που με ιντριγκάρει ως σκηνοθέτη είναι ο συνδυασμός πραγματικού και φανταστικού. Η ταινία μου βουτά βαθιά στην πραγματικότητα για να μπορέσει να απογειωθεί. Το να πάρει μαζί της τον θεατή είναι το μεγάλο στοίχημα.
Καθόλου γνωστή δεν είναι η πραγματικότητα που περιγράφει η ταινία. Ο χώρος και κόσμος που περιγράφει το Invisible βρίσκεται ακριβώς δίπλα στη μητρόπολη, δίπλα στην Αθήνα. Κι όμως είναι στην ουσία άγνωστος. Αόρατος. Ωστόσο για την περιγραφή του απέφυγα την απλή καταγραφή, τα πολλά λόγια, τις γραφικότητες. Προσπαθήσαμε να ξεχωρίσουμε και να εστιάσουμε στα ουσιώδη. Από την άλλη επεδίωξα τη μεγαλύτερη δυνατή πυκνότητα και τη συνεχή ανατροπή. Ίσως γι αυτό ο θεατής δεν μπορεί ποτέ να προβλέψει το τέλος.
Είναι το «Invisible» η πιο πολιτική σου ταινία; Ποιος είναι ο δικός σου ορισμός για την «πολιτική» ταινία;
Στις ταινίες μου υπάρχει πάντα αναφορά έστω και έμμεσα στο κοινωνικό περιβάλλον και στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ακόμη κι αν αυτό δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά. Η «Φιλοσοφία», η πρώτη μικρή μου ταινία το 1993, με αφορμή τον πόλεμο στο Σαράγεβο που είχε μόλις ξεκινήσει, μιλούσε για κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας και τον Πρόεδρο να κηρύσσει πτώχευση. Τότε είχε κερδίσει το Βραβείο Φανταστικού στη Δράμα, λίγα χρόνια μετά ήταν πραγματικότητα...Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι να δημιουργήσω πέρα από το προφανές, το τρέχον. Δεν με αγγίζουν τα συνθήματα ούτε και τα πυροτεχνήματα. Όλα αυτά σβήνουν γρήγορα μέσα στο ψέμα τους. Η «πολιτική ταινία» συνήθως ασχολείται με την επιφάνεια. Εμένα μ’ ενδιαφέρει αυτό που υπάρχει από κάτω. Ωστόσο διάβασα ένα βιτριολικά εύστοχο σχόλιο για την ταινία, που θα το έλεγες πολιτικό: «Η αστική τάξη κοιμάται και βλέπει εφιάλτες». Πολιτική θα έλεγα ότι είναι η ταινία που στηρίζεται στο ψέμα. Απ’ αυτή την άποψη, οι πολιτικές ταινίες κυριαρχούν!
Γιατί επέλεξες τον Γιάννη Στάνκογλου να σηκώσει στους ώμους του την ταινία; Ποια οδηγία ήταν η κεντρική που του έδωσες για την ερμηνεία του;
Το κάστινγκ της ταινίας ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Αν και γράφαμε το σενάριο με τον Γιώργο Μακρή χωρίς να έχουμε συγκεκριμένο πρόσωπο στο μυαλό μας, ο Γιάννης ήταν η πρώτη μου επιλογή. Θέλησα να δουλέψω μ’ έναν ηθοποιό που είναι σταρ αλλά με σκοπό να τσαλακώσω την εικόνα του σε κάτι άλλο, πολύ διαφορετικό. Αν ο Στάνκογλου δεν ήταν διαθέσιμος, θα έκανα ακριβώς το αντίθετο. Θα διάλεγα έναν ερασιτέχνη. Ο Γιάννης όμως είχε την αντίστοιχη διάθεση με τη δικιά μου κι έτσι προχωρήσαμε και αφέθηκε να μπει στο πνεύμα της ταινίας. Είναι ένας ταλαντούχος ηθοποιός με τρομερή δύναμη αλλά νομίζω ότι εδώ κάναμε κάτι πολύ ιδιαίτερο, μια ερμηνεία καριέρας όπως έγραψαν στο ελληνικό φεστιβάλ του Σίδνεϋ και όπως λένε τα τρία από τα μέχρι στιγμής βραβεία που έχει κερδίσει για την ερμηνεία του στο «Invisible».
Η βασική μου οδηγία ήταν να αφεθεί απόλυτα και να μπει όσο πιο βαθιά γινόταν μέσα στον ίδιο του τον εαυτό και ταυτόχρονα στο εσωτερικό του χαρακτήρα. Παράλληλα ήμουν συνέχεια δίπλα του και μέσα από μικρές υποδείξεις πάνω στο γύρισμα, χτίζαμε το ρόλο. Ο Γιάννης έχει αντίστοιχα βιώματα με τον Αρη και μπόρεσε να είναι κυριολεκτικά ο ίδιος ο χαρακτήρας. Τέλος του είχα ζητήσει να παίζει συνέχεια χωρίς διακοπή ακόμη κι όταν η κάμερα δεν τον ακολουθεί, έστω κι αν αυτό συνέβαινε σπάνια. Ομως ήταν σημαντικό.
Οι θεατές στην Ελλάδα δε μοιάζουν να έχουν αγκαλιάσει το ελληνικό σινεμά, κρίνοντας τουλάχιστον από τα εισιτήρια των πρόσφατων χρόνων. Τι νόημα έχει να κάνεις μια ταινία που θα δουν πολύ λιγότεροι από το κοινό που της αναλογεί;
Έχω πολύ ισχυρή ανταπόκριση από τις προβολές που έχουν ήδη γίνει στην Ελλάδα και μάλιστα σε έξι διαφορετικές πόλεις. Sold out οι περισσότερες, συνάντησαν ένα κοινό που έδειξε να ενδιαφέρεται άμεσα για τα πρόσωπα και την ηθική της ταινίας, στις παθιασμένες συζητήσεις μετά τις προβολές. Όντως πιστεύω κι εγώ ότι το «Invisible» θα μπορούσε να έχει ένα ευρύ κοινό. Μιλά για τη σχέση πατέρα-γιου, μιλά για τη θέση μας μέσα στον κόσμο και μιλά με μια καθαρά κινηματογραφική γλώσσα, μακριά από απλοϊκές αναφορές στην γύρω πραγματικότητα. Αυτός είναι άλωστε κι ο λόγος που λειτουργεί το ίδιο δυνατά και σε κοινό εκτός Ελλάδος, μια και παρασύρει το θεατή σε ένα βαθύ κινηματογραφικό ταξίδι. Για μένα, αυτή είναι η μεγαλύτερη αρετή της ταινίας.
Πολιτική θα έλεγα ότι είναι η ταινία που στηρίζεται στο ψέμα. Απ’ αυτή την άποψη, οι πολιτικές ταινίες κυριαρχούν!
Τι απαντάς σε όσους πιστεύουν ότι ο κόσμος δεν θέλει να βλέπει ταινίες με την κρίση, αφού τη ζει καθημερινά;
Το «Invisible» δεν είναι μια ταινία για την κρίση. Οταν ο Αρης ρωτά τον άνθρωπο που θεωρεί υπεύθυνο της καταστροφής του αν τον βλέπει, εννοεί αν υπάρχει γι αυτόν, ή αν είναι αόρατος, ανύπαρκτος. Το ίδιο ερώτημα όμως βάζει στον ίδιο τον Αρη ο εξάχρονος γιος του. Πόσο αόρατοι είμαστε; Πόσο ερήμην μας έχει προαποφασιστεί η θέση μας στον κόσμο; Εδώ βρίσκεται το θέμα της ταινίας. Και απέναντι σ’ αυτό το ερώτημα τοποθετείται με τρόπο ενστικτώδη ο ήρωας αλλά και η ηθική της ίδιας της ταινίας.
Τι αφήνει αυτή η διαρκής κρίση σαν κατάλοιπο στο ελληνικό σινεμά; Μετά από τόσα χρόνια σινεμά πού βλέπεις να οδηγείται η ελληνική παραγωγή;
Η κρίση έχει κάνει ακόμη πιο δύσκολη την παραγωγή αλλά από την άλλη έχει απελευθερώσει δυνάμεις. Είναι παράδοξο εκ πρώτης αλλά γυρίζονται όλο και πιο πολλές ταινίες. Η ελληνική ταινία μόνο όταν είναι ικανή να συναντήσει και να μιλήσει σε ένα διεθνές κοινό, μπορεί να επιβιώσει μακροπρόθεσμα. Η αλήθεια είναι ότι μόνο τότε μπορούμε να μιλάμε για σινεμά. Το ίδιο ακριβώς ισχύει για κάθε εθνική κινηματογραφία.
Τι είναι «αόρατο» και όμως θα έπρεπε να ανοίξουμε τα μάτια μας διάπλατα για να το δούμε;
Αόρατοι είναι πολλοί παράλληλοι κόσμοι που υπάρχουν δίπλα μας. Αόρατη είναι η πραγματικότητά μας που τη μακιγιάρουμε με εύκολες βεβαιότητες για να μην αντικρύσουμε το πρόσωπό της.
Εδώ: https://www.youtube.com/watch?time_continue=2&v=1Fb9J1IIs60 το trailer της ταινίας

Monday, 27 March 2017 13:35

Αναβολή εκδήλωσης Άλκης Ζέη

Γραφει ο/η Administrator

Όπως ενημερωθήκαμε από τον εκδοτικό Οίκο Μεταίχμιο η συγγραφέας Άλκη Ζέη ασθενεί  και ο γιατρός της απαγορεύει  τις εξόδους, ιδίως σε χώρους με πολυκοσμία. Συνεπώς η προγραμματισμένη  συζήτηση μαζί της την Δευτέρα 27 Μαρτίου στις 6:00μμ στο ΤΥΠΕΤ στo πλαίσιo του Ελεύθερου Πανεπιστήμιου Του Δήμου Βριλησσίων αναβάλλεται και μεταφέρεται σε ημερομηνία που θα ανακοινωθεί εγκαίρως.
Από το Γραφείο της Αντιδημαρχίας Παιδείας

Λόγω παραχώρησης της αίθουσας, η προβολή -εκτάκτως- πραγματοποιείται ΠΕΜΠΤΗ (και όχι Τετάρτη) 30 Μαρτίου, 8.15μμ, ΤΥΠΕΤ
Σε όλους αρέσει να βυθιζόμαστε που και που σε ένα ταξίδι στην απόλυτη καθαρότητα των αναμνήσεων της παιδικής μας ηλικίας, να επιστρέφουμε στις πρωτογενείς πηγές των συγκινήσεων και των εμπειριών μας. Οι πρώτες επαναστάσεις, οι πρώτες αμφισβητήσεις, τα πρώτα όνειρα, το πρώτο τσιγάρο, η ελαφρότητα της παιδικής ψυχής, η ανεμελιά του παιδικού λάθους, η αίσθηση του παιχνιδιού στον δρόμο με την πάντα έτοιμη για σκανταλιές παρέα, κάτω από το εκτυφλωτικό φως του μεσημεριού, όταν οι μεγάλοι ησυχάζουν, κάποιας αναμνήσεις από παιδικά καλοκαίρια στη θάλασσα, σε ελαιώνες, δάση, ποτάμια και χωράφια, κάποιες μακρινές αισθήσεις, κάποιες «περιπέτειες» ή καλύτερα η αμηχανία και η γοητεία που έχουν τα πρώτα σκιρτήματα για το άλλο φύλο, αναδύονται από τα βάθη του υποσυνειδήτου, προσφέρουν κάθαρση και μας απομακρύνουν από τα συσσωρευμένα προβλήματα και την συναισθηματική φόρτιση της καθημερινότητας.

Με αυτό το κοινότοπο και λιτό υλικό από τα βιώματα της παιδικής του ηλικίας στο γενέθλιο τόπο του, τη Χίο, ο Δήμος Αβδελιώδης φτιάχνει το θρυλικό φιλμ «Το δέντρο που πληγώναμε», την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, μία από τις πλέον σπουδαίες και ποιητικές του ελληνικού και παγκόσμιου κινηματογράφου όλων των εποχών. Ιδιαίτερη, ιδιόμορφη, αντισυμβατική και αυθεντική, αγαπημένη κοινού και κριτικών, γεμάτη λυρισμό, ευαισθησία, δροσιά, αισιοδοξία και ουμανισμό, αντέχει στο χρόνο χάρη στην ειλικρίνεια, τον αυθορμητισμό και την αθωότητά της.

Έχει τιμηθεί με πάρα πολλά βραβεία σε όλο τον κόσμο, ανάμεσά τους με Ειδική Μνεία της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1986), Βραβείο Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ταινιών Νεότητας στο Φεστιβάλ Βερολίνου, Χρυσός Ελέφαντας Καλύτερης Ταινίας και Αργυρός Ελέφαντας Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Νέου Δελχί. Ήταν η Επίσημη ελληνική Συμμετοχή, στην Εβδομάδα Κριτικής του Φεστιβάλ Καννών (1987).

Η ταινία έχει τη δική της ιστορία να την ακολουθεί. Ήταν η μεγάλη έκπληξη στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1986), παρόλο που δεν είχε προκριθεί να προβληθεί στο διαγωνιστικό μέρος. Άλλωστε την εποχή αυτή κυριαρχούσαν ταινίες μεγαλόπνοων υπαρξιακών, ιστορικών και ιδεολογικών αναζητήσεων. Η απλότητα και η αμεσότητα του περιεχομένου και των ερμηνειών, η αναπόληση της μακάριας εποχής των παιδικών χρόνων κρίθηκε ταπεινή, αταίριαστη και κατώτερη να συγκριθεί με τις μεγάλες αφηγήσεις και τους μύθους της εποχής. Η οργή των θεατών για τον αποκλεισμό της την έφερε στο πληροφοριακό τμήμα, όπου αποθεώθηκε και αυτή και ο νεαρός, 34 χρόνων τότε, δημιουργός της.

Το 1960, σε ένα γραφικό χωριό της Χίου, τις τελευταίες μέρες της πριν κλείσουν τα σχολεία για τις καλοκαιρινές διακοπές η φιλία δυο αγοριών, της τετάρτης τάξης του Δημοτικού, κλονίζεται εξαιτίας μιας παρεξήγησης. Το σχολείο κλείνει και τα δυο παιδιά περνούν μεγάλο μέρος του καλοκαιριού χώρια. Ο ένας από αυτούς βοηθά τη μητέρα του στα μαστιχόδεντρα, ενώ ο άλλος προσπαθεί να ξεφύγει από μια αυταρχική μάνα, που πάντα βρίσκει αφορμές να τον κυνηγά με τον πλάστη στα σοκάκια του χωριού. Στη διάρκεια μιας τέτοιας καταδίωξης, τα δύο παιδιά θα συναντηθούν και πάλι, θα επανασυνδεθούν, η σχέση τους θα αποκατασταθεί και θα περάσουν μαζί το υπόλοιπο καλοκαίρι, ελεύθερα και μακριά από την αυταρχική παρουσία των γονιών και την τυραννία του δασκάλου τους. Στο διάστημα που θα είναι μαζί θα εξερευνήσουν τη φύση και θα ζήσουν μια πρωτόγνωρη για αυτά περιπέτεια επαφής με τον ήλιο, το νερό, το χρώμα, τα δέντρα, τα ζώα, τα πουλιά, τη θάλασσα, την Αγγελική.

Αλλά όπως όλα τα όμορφα πράγματα, έτσι και η ελευθερία τους τελειώνει και όχι με τον καλύτερο τρόπο. Τα λυτρωτικό κλάμα τους συμπίπτει χρονικά με τα εύγεστα δάκρυα των μαστιχόδεντρων που οι άνθρωποι «πληγώνουν» ή «κεντούν» για να πάρουν το πολύτιμο προϊόν τους, την μαστίχα. Το καλοκαίρι τελειώνει βιαστικά και η ενηλικίωση έρχεται νωρίτερα από όσο περίμεναν. Αν και πιέζονται να προσαρμοστούν σε μια πεζή, προσγειωμένη πραγματικότητα, αντίθετη με όσα πίστευαν έως τώρα, δεν θα σταματήσουν να κάνουν όνειρα και να προγραμματίζουν το μέλλον.

Ο Δήμος Αβδελιώδης κινηματογραφεί σαν σε ντοκιμαντέρ με τα δικά του εντελώς προσωπικά εκφραστικά μέσα, που δεν παραπέμπουν σε κανέναν άλλον Έλληνα ή ξένο σκηνοθέτη και φτιάχνει ένα φιλμ με παιδιά που δεν απευθύνεται μόνο σε παιδιά. Με λιτότητα και οικονομία, εικόνες αλήθειας και γνησιότητας, ερασιτέχνες ηθοποιούς που υπογραμμίζουν την αυθεντικότητα των καταστάσεων και πλάνα που μοιάζουν με πίνακες ζωγραφικής ισορροπεί με ζηλευτό τρόπο ανάμεσα στην ευαισθησία και τη σκληρότητα, τη δροσιά και το χιούμορ, στο γνωστό και άγνωστο, το οικείο και το μυστηριώδες, την τρυφερότητα και την ένταση και αποδίδει θαυμάσια το πέρασμα από την παιδική στην εφηβική ηλικία.

Ο διευθυντής φωτογραφίας και σκηνοθέτης Φίλιππος Κουτσαφτής φωτογραφίζει ποιητικά, όπως μόνον αυτός μπορεί, το ελληνικό επαρχιακό τοπίο και τη ζωή σε ένα απομακρυσμένο νησί του Αιγαίου, που απέχει ελάχιστα από την Τουρκία. Στο νοσταλγικό κλίμα της συμβάλει η μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου.

Ο κόσμος που περιγράφει η ταινία δεν υπάρχει πια. Τα μαστιχόδεντρα, οι ήμεροι σκίνοι, που παράγουν τη «Χία ρητίνη» σε μια περιοχή της νότιας Χίου που λέγεται «άσπρα και κόκκινα χώματα», αυτό το υπέροχο δώρο της φύσης που βοήθησε να επιβιώσουν οι κάτοικοι του νησιού για αιώνες, μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2012 και του 2016 καταστράφηκαν, σε κάποιες μάλιστα περιοχές κατά 90%. Όσο η φύση να κάνει τη δουλειά της και τα δέντρα να αναγεννηθούν εκ του μηδενός, φιλμ όπως «Το δέντρο που πληγώναμε» και «Η εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων» (Δήμος Αβδελιώδης, 1999) θα είναι εδώ να μας θυμίζουν πως ήταν κάποτε η ελληνική ύπαιθρος και να υπογραμμίζουν την ανάγκη να προστατεύουμε τη γη, πηγή πλούτου, έμπνευσης και πολιτισμού που μας έκανε όλους αυτό που είμαστε.

λλάδα 1986. Διάρκεια: 75’. Σκηνοθέτης: Δήμος Αβδελιώδης. Σενάριο: Δήμος Αβδελιώδης. Φωτογραφία: Φίλλιπος Κουτσαφτής. Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου. Ηθοποιοί: Γιάννης Αβδελιώδης, Νίκος Μειοτέρης, Μαρίνα Δεληβοριά, Τάκης Αγορής, Δήμος Αβδελιώδης, Κατερίνα Γεωργακώδη.

Η Μάρω Δούκα, από τις σημαντικότερες συγγραφείς της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας, ανταποκρινόμενη στην πρόσκληση της «Κινηματογραφικής Λέσχης Βριλησσίων Cine – Δράση», έρχεται στα Βριλήσσια, το Σάββατο 1η Απριλίου στις 7.30 μ.μ. στην Αίθουσα Μουσών του Πνευματικού Κέντρου, (Κισσάβου 11, Βριλήσσια), για να παρουσιάσει το τελευταίο της βιβλίο «ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΧΑΡΙΖΕΤΑΙ» (Εκδόσεις Πατάκη) και για να συνομιλήσει με το κοινό.

Η Μάρω Δούκα μιλάει στην Μικέλα Χαρτουλάρη για το νέο της βιβλίο:

«...Απ΄ την αδυναμία μου να υπάρξω αλλιώς...»

Τέτοιες μέρες το 2002, η Μάρω Δούκα είχε κατέβει στη συγκέντρωση μπροστά στη Βουλή για την επέτειο της αποκατάστασης της Δημοκρατίας.
Και θυμάται ζωηρά ότι φώναζε εκείνη τη νύχτα προς την τρίτη κυβέρνηση Σημίτη «Απόψε μη μας ξαναπροδώσετε».

Τέτοιες μέρες που αναστοχαζόμαστε τις τομές και τις συνέχειες οι οποίες σημάδεψαν τη Μεταπολίτευση και τώρα που η κυβέρνηση Τσίπρα προσβλέπει σε μια «Νέα Μεταπολίτευση», το πρόσφατο, δέκατο έκτο βιβλίο της Δούκα, «Τίποτα δεν χαρίζεται» (εκδ. Πατάκη), είναι ένα αναπάντεχα επίκαιρο και υπέροχα γοητευτικό ανάγνωσμα που δοκιμάζει την κοινωνική ευθύνη και τον εφησυχασμό μας.

Διότι ακριβώς η Δούκα μιλά σε πρώτο πρόσωπο για συγγραφείς ή καλλιτέχνες που έδωσαν νόημα, σώμα και προοπτική στην έννοια της δημοκρατικής συνείδησης, και τους αναδεικνύει ως άλλους σεισμογράφους της Μεταπολίτευσης και ως εναλλακτικά σημεία αναφοράς.

Το βιβλίο της εστιάζει στην κομβική περίοδο 1993-2005, περίοδο εξασθένισης του κοινωνικού ιστού και κλονισμού των αξιών, περίοδο φθοράς της εξουσίας και ευτέλειας, περίοδο κατά την οποία η χώρα άρχισε να γλιστρά από την εικονική ευημερία προς τη διάλυση που την οδήγησε το 2010 στο Καστελόριζο.

Όμως οι δικοί της «πρωταγωνιστές» ονομάζονται: Μανόλης Αναγνωστάκης, Γιάννης Ρίτσος, Αλέξανδρος Κοτζιάς, Στρατής Τσίρκας, Βασίλης Βασιλικός, Τάσος Λειβαδίτης, Γιάννης Τσαρούχης, Διονύσιος Σολωμός, Δημήτρης Χατζής, Κώστας Ταχτσής, Γιώργος Χειμωνάς, Διδώ Σωτηρίου, Παύλος Ζάννας, Μ. Καραγάτσης, Γιάννης Κοντός, Αντρέας Φραγκιάς, Μάνος Χατζιδάκις, Γιώργος Ιωάννου, Γεώργιος Βιζυηνός.

Η Δούκα τούς επαναφέρει στο προσκήνιο μέσα από δοκιμιακά κείμενα απολογισμού που είχε παρουσιάσει με ποικίλες αφορμές στη διάρκεια της συγκεκριμένης δωδεκαετίας, αλλά δεν τους αφήνει μόνους. Αναζητώντας τα πώς και τα γιατί «με την επίγνωση ότι τίποτα δεν χαρίζεται», μπαίνει και η ίδια στη σκηνή, συνυφαίνοντας ανάμεσα στις προσωπογραφίες, ως συνδετικούς κρίκους, τα δικά της οξυδερκή πολιτικοκοινωνικά σχόλια, που τα έγραψε πέρσι και εφέτος για εκείνη την επικαιρότητα.

Ολόκληρη αυτή η σύνθεση είναι τόσο μαστόρικη που το αποτέλεσμα είναι ένα υψηλής θερμοκρασίας βιβλίο αναστοχασμού για το πνεύμα της Μεταπολίτευσης (και όχι μόνο) …με παραδείγματα. Και τι παραδείγματα! Η Δούκα πηγαινοέρχεται από το ύψωμα του παρατηρητή στη θέση του παρατηρούμενου, σκαλίζοντας τα έργα και τη στάση ζωής των «πρωταγωνιστών» της, τις ανησυχίες, τις πράξεις γενναιότητας ή τις πίκρες τους, με έναν τρόπο που ακονίζει την πολιτική σκέψη του αναγνώστη. Όμως βάζει και τις δικές της φιτιλιές «με τη συνείδηση του παρόντος όπως τροφοδοτείται και υποσκάπτεται από τα γεγονότα, και με την αίσθηση του παρελθόντος όπως προδιαγράφει σαν μοίρα την πορεία μας».

Έτσι, την ακούμε να καταδικάζει τα ήθη των καθεστωτικών ΜΜΕ στηλιτεύοντας τους ρεπόρτερ που ήσαν «αστυνομικότεροι των αστυνομικών συκοφάντες κυνηγοί κεφαλών».

Την ακούμε να μας θυμίζει ότι τον Φεβρουάριο του 1999 οι Κούρδοι πολιτικοί πρόσφυγες στην Αθήνα μεταφέρθηκαν νύχτα σε ένα εγκαταλελειμμένο στρατόπεδο στη Μάντρα Αττικής.

Και συνειδητοποιούμε ότι τον Ιανουάριο του 2002, με αφορμή την είσοδο της χώρας στο κοινό «ισχυρό» νόμισμα, προέβλεπε ήδη σε ειρωνικό σημείωμά της στα ΝΕΑ, πως «θα μπορούμε πλέον να γνωρίζουμε επακριβώς τη θέση μας στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια».

Κι έστελνε μήνυμα εγρήγορσης:

Ρίτσος και Αναγνωστάκης

«Δεν έχω αναθεωρήσει τίποτα από τις αρχές και από την ιδεολογία μου», δήλωνε η Μάρω Δούκα πριν από 20 χρόνια, και το ίδιο λέει σήμερα. Παρότι δεν ήταν ποτέ οργανωμένη στα υπάρχοντα αριστερά κόμματα, παραδέχεται ότι βίωσε τραυματικά τις περιπέτειες της Αριστεράς. Παράλληλα, δεν κρύβει ότι η Αριστερά τραυμάτισε και αρκετούς από τους αριστερούς συγγραφείς για τους οποίους μιλά εδώ.

Αυτό όμως που ξεχωρίζει τη δική της προσέγγιση είναι ότι καταξιώνει του καθενός την προσφορά, αναδεικνύει τις πολλές Αριστερές με τη δυναμική τους, και ταυτόχρονα υπονομεύει την ιδεολογική χρήση της αριστερής κριτικής από τους νεοφιλελεύθερους κουλτουριάρηδες.

Σε ένα από τα πιο πυκνά σχόλιά της γράφει:
❝...Γνωστό στους “παροικούντες” ότι η σχέση του Μανόλη Αναγνωστάκη με τον Γιάννη Ρίτσο δεν ήταν και η καλύτερη, για λόγους προσχηματικά ιδεολογικούς, ας πούμε, ανανεωτικός ο ένας, παραδοσιακός ο άλλος. Προκλητικά οικουμενικός για τα εγχώρια, βαλκανικά, ήθη και γνωρίσματα ο Γιάννης Ρίτσος, σαρκαστικά, ή και σπαρακτικά, εντόπιος ο Αναγνωστάκης. Αριστοκρατικός, πατρικός, ελεήμων και απόμακρος ο Ρίτσος. Οικείος, καθημερινός, κοφτός, έως και “απότομος”, ο Αναγνωστάκης.

Ας δεχτούμε επίσης, και ότι ο ένας ήταν ολιγογράφος, ο άλλος πολυγραφότατος. Στην ουσία άλλης πνοής, ιδιοσυγκρασίας και ματιάς άνθρωποι, δεκάξι χρόνια γεροντότερος ο Ρίτσος, άλλης γενιάς αγωνιστές, άλλης κοινωνικής προέλευσης διανοητές, άλλου βηματισμού, άλλων αναζητήσεων ταξιδευτές. Ήταν όμως, και αυτό τους ένωνε μυστικά, και οι δυο ποιητές. Και οι δυο σύντροφοι. Να πω του δικού τους ονείρου; Της δικής τους ευθύνης; Της δικής τους ανάγκης να υπάρξουν και να συνυπάρξουν;

Την τελευταία χρονιά πριν από τον θάνατό του, ο Ρίτσος συνομιλούσε τακτικά από τηλεφώνου με τον Μανόλη Αναγνωστάκη. Την αρχή την είχε κάνει ο Μανόλης. Του τηλεφώνησε μια φορά να τον ρωτήσει για την υγεία του. Κι έπιασαν τη χαμένη άκρη του ν(ο)ήματος.❞

Η Δούκα σε διεθνή διάλογο

❝Γράφω, γράφω, γιατί γράφω; [...] Για να μπορώ να ρίχνω μπρος πίσω τις ματιές μου. Να αυξομειώνω την ένταση. Να συνομιλώ με τα επίμονα, τα αόρατα, τα άπιαστα. Να περιθάλπω τα πεταμένα, τα άχρηστα, τα πονεμένα. Να ανυψώνω τα εφήμερα, τα αδιόρθωτα, τα άρρωστα. Να περιποιούμαι τα αδέσποτα, τα άστεγα, τα άλιωστα: τα αδιάλυτα! Όπως και τότε, πριν από τόσα χρόνια, έτσι και σήμερα, απ’ την ανάγκη μου να σκεφτώ, να αντισταθώ, να υπάρξω, να συνυπάρξω. Γι’ αυτό γράφω. Απ’ την αδυναμία μου να υπάρξω αλλιώς. Κι επειδή μας προσπερνούν αγέρωχα τα γεγονότα…❞ (σελ. 197).

Μιλώντας για τον εαυτό της και για τους ομοτέχνους της, η Μάρω Δούκα μιλά και για εμάς ενώ, όπως έλεγε ο Ρίτσος, μιλώντας αποκλειστικά για μας, δεν θα μιλούσε για κανέναν.Με αυτό το κλειδί, το «Τίποτα δεν χαρίζεται» συνομιλεί με αντίστοιχα έργα αναφοράς σπουδαίων ομοτέχνων της. Είναι οι «Κουβέντες του σιναφιού» του Φίλιπ Ροθ (Πόλις 2004, μτφρ. Κατερίνα Σχινά) ένα «λογοτεχνικό συμπόσιο» με τον ίδιο σε ρόλο συνεντευξιαστή. Επίσης τα «Ξένα ακρογιάλια» με 16 κριτικά δοκίμια του Τζ. Μ. Κουτσί (Μεταίχμιο 2007, μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου, προλ. Αρης Μπερλής). Και, τέλος, η πρόσφατη «Γειτονιά - Δέκα φανταστικοί κύριοι» του Γκονσάλο Μ. Ταβάρες (Καστανιώτης 2016, μτφρ. Αθηνά Ψυλλιά, Παναγιώτα Μαυρίδου), ένα είδος «ιστορίας της λογοτεχνίας σε μυθοπλασία».

Το βιβλίο της Δούκα είναι το πιο πολιτικό από όλα!
Πηγή: https://www.efsyn.gr

----------------------------------------------------------------------

H ίδια η Δούκα λέει για το τελευταίο της βιβλίο «Τίποτα δεν χαρίζεται»:

«Τίποτα δεν χαρίζεται: Ανάμεσα στην ημερολογιακή καταγραφή, την εξομολόγηση, τη δοκιμή, την κατάθεση, το χρονογράφημα, το σχεδίασμα, την επιφυλλίδα, το μελέτημα.

Κείμενα αγάπης: Από τον Μανόλη Αναγνωστάκη έως τον Γεώργιο Μ. Βιζυηνό. Για τον Γιάννη Ρίτσο, τον Αλέξανδρο Κοτζιά, τον Στρατή Τσίρκα, τον Βασίλη Βασιλικό, τον Τάσο Λειβαδίτη. Μιλώντας στα παιδιά: Γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία; Για τον Γιάννη Τσαρούχη, τον Διονύσιο Σολωμό, τον Κώστα Ταχτσή, τον Στρατή Τσίρκα πάλι, τη Διδώ Σωτηρίου, τον Παύλο Ζάννα, τον Μ. Καραγάτση, τον Γιάννη Κοντό, τον Αντρέα Φραγκιά, τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Γιώργο Ιωάννου.

Ακόμη και τότε, πριν από τόσα χρόνια, ακόμη και σήμερα, έπειτα από τόσα χρόνια, για μένα έγραφα, για μένα γράφω. Για να μπορώ να ρίχνω μπρος πίσω τις ματιές μου. Να αυξομειώνω την ένταση. Να συνομιλώ με τα επίμονα, τα αόρατα, τα άπιαστα. Να περιθάλπω τα πεταμένα, τα άχρηστα, τα πονεμένα. Να ανυψώνω τα εφήμερα, τα αδιόρθωτα, τα άρρωστα. Να περιποιούμαι τα αδέσποτα, τα άστεγα, τα αδιάλυτα! Όπως και τότε, πριν από τόσα χρόνια, έτσι και σήμερα, απ’ την ανάγκη μου να σκεφτώ, να αντισταθώ, να υπάρξω, να συνυπάρξω. Εφόσον ναι, κι αν δεν το ήξερα, αργά και με κόπο, το έμαθα: Τίποτα δεν χαρίζεται.»

Πηγή: http://www.biblionet.gr/

Κινηματογραφική Λέσχη Βριλησσίων «Cine - Δράση»
www.cinedrasi.com

*Αφίσα: Βίκυ Μαλλίρη

Σάββατο 1η Απριλίου, 7.30 μ.μ., Αίθουσα Μουσών Πνευματικού Κέντρου, Κισσάβου 11, Βριλήσσια

Page 1 of 45